Γράφει ο π. Αντώνιος Χρήστου

Προϊστάμενος Ι.Ν. Προφήτου Ηλία Κόρμπι Βάρης, της Ι. Μ. Γλυφάδας Ε. Β. Β. & Β. 

Αγαπητοί μου Αναγνώστες, πριν εισέλθουμε στο θέμα μας στο πρώτο άρθρο μας για το νέο Εκκλησιαστικό έτος 2019-2020 μ.Χ. (είναι σοβαρή παράλειψη κατά τη γνώμη μας ιδιαιτέρως εμείς ως Χριστιανοί να μην προσθέτουμε το μετά Χριστόν· ο χρόνος δεν είναι κάτι αφηρημένο και ακόμη καλύτερα είναι για να τον ερμηνεύουμε με Χριστό, αφού ο ίδιος μας διαβεβαίωσε ότι : «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» Ματθ. 28,20). Επιτρέψτε μου να σας ευχηθώ ουσιαστικά και όχι τυπικά, να έχουμε όλοι μία καρποφόρα πνευματική χρονιά, προσπαθώντας να απαλλαγούμε από τα πάθη και τις αμαρτίες μας και βάζοντας νέους στόχους καλλιεργώντας παράλληλα τις αρετές και τα χαρίσματα!

Δυστυχώς, όπως και το Χριστός Ανέστη ξενίζει τους περισσότερους όταν το αναφέρεις μετά τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, έτσι και εδώ με το θέμα της Καλής Χρονιάς με την αρχή της Ινδίκτου τον Σεπτέμβριο, ξενίζει τους περισσότερους που συνήθως αρκούνται να εύχονται απλά καλό μήνα ή καλό Χειμώνα, με την έννοια ότι επιστρέψαμε από τις διακοπές και ετοιμαζόμαστε να επιστρέψουμε στην καθημερινότητα με το άνοιγμα των Σχολείων κτλ! Οταν όμως κάτι εκκλησιαστικό και μάλιστα ορθόδοξο και ορθόπρακτο ξενίζει και μας παραξενεύει, καταλαβαίνουμε πόσο στην πράξη απέχουμε από την εκκλησιαστική ζωή και τη νέα πραγματικότητα που έφερε και φέρνει το Φως του Ευαγγελίου στη ζωή μας! Ο Συνειδητός Χριστιανός δεν περιμένει μόνο την Κυριακή 1-2 ώρες Εκκλησιασμού, να θυμηθεί την ορθόδοξή του ταυτότητα, αλλά νοηματοδοτεί όλη τη ζωή του και την κοινωνική,  την οικογενειακή και φυσικά προσωπική. Στον άνθρωπο της πίστεως φλέγεται όλη του η ύπαρξη για τον Θεό και για την εφαρμογή του εκκλησιαστικού ήθους.

Συγχωρέστε μας για αυτή την μακροσκελή εισαγωγή, αλλά θεωρούμε ότι θα ήταν παράλειψή μας, να μην καυτηριάσουμε όλα αυτά που βιώνουμε όλοι λίγο πολύ από την γενικότερη αποστασία, που περνά σιγά σιγά στα καθημερινά, με αποτέλεσμα όταν κάποιος μας φανερώσει το σωστό να φαίνεται ως κάτι αυστηρό ή αφύσικο. Μία σημερινή μας εμπειρία θα μας απασχολήσει  στη συνέχεια για το υπόλοιπο άρθρο μας, αυτό που αναφέρουμε και στον τίτλο μας.

Σήμερα που γράφεται αυτό το άρθρο (Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019) το πρωί, πήγαμε σε υποκατάστημα της ΔΕΗ στη περιοχή μας για να πληρώσουμε το ρεύμα του Ναού που διακονούμε. Η αλήθεια είναι ότι προσωπικά εμείς, έχουμε απαλλαγεί από αυτή τη διαδικασία σε προσωπικό επίπεδο, επειδή ανήκουμε εδώ και δύο χρόνια σε άλλον πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας και προτιμούμε για πιο συντομία την ηλεκτρονική πληρωμή, αν και φυσικά έχει μία επιπλέον οικονομική επιβάρυνση. Το ίδιο προτιμούμε και για τον Ναό μας, μέσω τραπέζης συνήθως, αλλά επειδή ο λογαριασμός ήρθε ήδη ληγμένος (πιθανώς λόγω Αυγούστου), γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να ακολουθήσουμε την «παραδοσιακή» διαδικασία! Πολύ κόσμος περίμενε στην ουρά ήδη πριν από εμάς και άλλοι τόσοι προστέθηκαν πίσω από εμάς, μέχρι να έρθει η σειρά μας (περίπου μισή ώρα αναμονής).

Ο όρος «κατάντημα» που αναφέρουμε στον τίτλο μας, δεν έχει να κάνει με την διαδικασία καθεαυτό. Δημόσια υπηρεσία είναι, πολλοί άνθρωποι πηγαινοέρχονται στις ουρές, επόμενο είναι να υπάρχει και η δοκιμή της υπομονής γιατί στο συγκεκριμένο τουλάχιστον υποκατάστημα για την εξόφληση λογαριασμών, στέκεσαι όρθιος χωρίς να υπάρχει μηχάνημα  που να παίρνεις νούμερο προτεραιότητας ή καθίσματα αναμονής (εκτός από αυτούς που πάνε μέσα στα Γραφεία για άλλες υποθέσεις και διαδικασίες)· όπως και να υπάρχει γενικά μία δυσαρέσκεια γιατί και ταλαιπωρείται κανείς και πληρώνει και μάλιστα τσουχτερά,  στον απόηχο της αβεβαιότητας του οργανισμού που ψάχνει πολιτικές και μέτρα για να διασωθεί.

Πίσω από εμάς, στις αρχές της αναμονής στέκονταν δύο κύριοι που ακούγαμε μόνο την φωνή τους, δεν γυρίσαμε καν να τους δούμε ποιοι και πώς ήταν. Το σίγουρο είναι ότι ήταν ώριμοι άνθρωποι, το μαρτυρούσε η χροιά αλλά και ο τρόπος έκφρασης της φωνής τους. Το τι ακούσαμε όλο αυτό το διάστημα μέχρι να εξυπηρετηθούμε και να φύγουμε από το υποκατάστημα, από αυτούς τους εν λόγω Κυρίους, δεν λέγεται...! Στην αρχή γιατί είναι λίγα τα Ταμεία και πολύς ο κόσμος (ως ένα σημείο εύλογο θα υποστηρίξει κανείς), στη συνέχεια για το ύψος των λογαριασμών τους και την έκφραση της απογοήτευσής τους με απρεπείς όμως χαρακτηρισμούς. Προς τα μισά του χρόνου άρχισαν να σχολιάζουν τη γενική κατάσταση της χώρας, πάλι φυσικά με απρεπείς εκφράσεις, και προς το τέλος το έριξαν στα αθλητικά και τον σχολιασμό των πρώτων δύο αγωνιστικών του νέου πρωταθλήματος (φυσικά με διάθεση αυθεντίας σαν να ήταν προπονητές και όχι φίλαθλοι) μέχρι που χώρισαν οι δρόμοι μας!

Θα υποστηρίξει κανείς ότι είναι ένα τυπικό δείγμα του μέσου Ελληνα στην Ελλάδα του σήμερα και ίσως δεν άξιζε καν τον κόπο να ασχοληθούμε και μάλιστα να αφιερώσουμε και ολόκληρο άρθρο γι’ αυτό. Συγχωρέστε μας όμως που δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με αυτό το κατάντημα και μάλιστα στις αρχές μίας νέας Εκκλησιαστικής χρονιάς, που υποτίθεται ότι κάναμε την αυτοκριτική μας και οριοθετήσαμε τους νέους στόχους μας! Αλλοι μπορούν να τα βάλουν και μαζί μας, ότι αντί να ακούμε τι έλεγαν αυτοί οι κύριοι, εμείς θα μπορούσαμε να λέμε την ευχή από μέσα μας… κτλ! Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα σε όλα αυτά; Μα φυσικά η διάθεση να γκρινιάζουμε για να γκρινιάζουμε! Ο Χριστιανός είναι αυτός που κατεξοχήν δοξολογεί τον Θεό γι’ αυτά που έχει και δεν γκρινιάζει και απελπίζεται γι’ αυτά που δεν έχει...! Αυτοί οι δύο κύριοι (αλλά και ο κάθε ένας από εμάς κατ’ επέκταση γενικότερα), αντί να δουν και να συνειδητοποιήσουν ότι ξεκίνησε άλλη μία νέα καινούρια μέρα δώρο Του Θεού, που μας καλεί να την αδράξουμε και να δοξολογήσουμε το Αγιο Ονομά Του, σε ένα κράτος ελεύθερο χωρίς πόλεμο (όσο ο Θεός επιτρέπει ακόμη), με ήλιο και όλα τα φυσικά αλλά και τεχνικά φαινόμενα στη θέση τους, με ένα σπίτι να μένουμε και κατέχοντας χρήματα έστω για να πληρώνουμε τους λογαριασμούς μας κτλ! Οι δύο αυτοί συζητητές-δικαστές δεν υπολόγιζαν τίποτα από όλα αυτά, αλλά συνεχώς είχαν μία διάθεση αρνητική για τα πάντα!

Πολλοί θα δώσουν διάφορες ερμηνείες και χαρακτηρισμούς για όλα τα παραπάνω που εκθέσαμε, πιστεύουμε όμως ότι πολύ λίγοι θα το αποδώσουν ως αχαριστία προς τον ίδιο τον Θεό ή προς  τους υπαλλήλους των ταμείων, που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους να μας εξυπηρετήσουν όσο μπορούσαν καλύτερα και ταχύτερα. Τουλάχιστον την άλλη φορά να έχουμε την ευαισθησία όταν βρισκόμαστε σε δημόσιους χώρους, να κρατάμε τις αρνητικές κριτικές για τον εαυτό μας, γιατί γρήγορα αυτές εξαπλώνονται και μαζοποιούνται και στους άλλους, που δεν θέλουν πολύ να εξωτερικεύσουν και τη δική τους απογοήτευση και να ξεσπάσουν. Ας βάλουμε στόχο να γίνονται αυτές οι ουρές όπου και να βρισκόμαστε (σε τράπεζες, μέσα μαζικής μεταφοράς, δημόσιες υπηρεσίες κ.α.) σαν την ευλογημένη εκείνη ουρά όταν προσερχόμαστε στους Ιερούς μας Ναούς στη Θεία Κοινωνία και υποτίθεται τουλάχιστον ότι προσερχόμαστε «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης». Αμήν!