Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Η επόμενη εορτή της Παναγίας, εκείνη του Ευαγγελισμού, στις 25 Μαρτίου, διακρίνεται τόσο για τη θρησκευτική σημασία, όσο και για την εθνική λαμπρότητα και ακτινοβολία της, καθώς συμπίπτει με την εθνική επέτειο του εορτασμού της έναρξης της ελληνικής επανάστασης του 1821, και ο διφυής αυτός θρησκευτικός και εθνικός εορτασμός έχει βαθύτατα προσδιορίσει τη φυσιογνωμία της εορτής αυτής.

Σε πολλούς ελληνικούς τόπους θεωρούσαν την εορτή ως ορόσημο για την έναρξη της άνοιξης και τη συνακόλουθη επιστροφή των χελιδονιών, γι’ αυτό και τα παιδιά έβγαζαν από το χέρι τους τον «μάρτη», δηλαδή τη στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή που είχαν φορέσει την πρώτη Μαρτίου και την άφηναν σε κλαδιά δένδρων «για να τον πάρουν τα χελιδόνια», τραγουδώντας ή απαγγέλλοντας παραλλήλως και στίχους από το τραγούδι του χελιδονίσματος.

Η ιδέα του ορίου, της λειτουργίας δηλαδή της εορτής ως χρονικού οροσήμου για την έναρξη της ανοιξιάτικης περιόδου, οδήγησε στην παγίωση μίας σειράς αναλόγων διαβατήριων τελετουργιών. Ετσι για παράδειγμα, στις Καρυές της περιοχής Καβακλί, στη Βόρεια Θράκη, τα μεσάνυχτα της παραμονής της εορτής χτυπούσαν δυνατά χάλκινα οικιακά σκεύη για την αποτροπή του κακού, ενώ παραλλήλως απήγγελλαν επωδή και άναβαν τελετουργικές πυρές τις οποίες και υπερπηδούσαν. Στην Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης παρόμοια τελετουργία είχε τον χαρακτήρα αγερμού των παιδιών στα σπίτια του χωριού, ενώ στον Αυλότοπο του Σουλίου, στην Ηπειρο, συνήθιζαν την παραμονή να χτυπούν με ξύλο ένα ταψί στον κήπο κάθε σπιτιού. Σε άλλα μάλιστα χωριά της Ηπείρου χτυπούσαν όχι μόνο κουδούνια και χάλκινα, αλλά και πήλινα σκεύη με κουτάλια, άναβαν εθιμικές πυρές, αλλά και έκαιγαν την κοπριά των ζώων, καπνίζοντάς τα «για να μην αρρωστούν».

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι επωδές που απαγγέλλονταν, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της τελετουργίας, εξόρκιζαν τα φίδια αλλά και τα βλαπτικά ερπετά και έντομα, με προφανή στόχο την προφύλαξη της μελλοντικής σοδειάς και των καλλιεργειών τους. Στους Βλάχους της Πίνδου ο αγερμός των παιδιών πραγματοποιείτο μετά το μεσημεριανό φαγητό, με κουδούνια και κυπριά από τα ζώα τους και με επίκληση για την εκδίωξη των φιδιών και των ερπετών από τις καλλιέργειές τους.

Σε άλλες πάλι περιοχές οι κοπέλες πήγαιναν στα χωράφια, έπιαναν τα στάχυα και εύχονταν τελετουργικά «Οσα σιτάρια πιάνω, / τόσα μαλλιά να κάνω», σε μία προσπάθεια να αποκτήσουν τελετουργικά τη θαλερότητα και τη ζωντάνια της φύσης. Στην Αλεξανδρούπολη συνήθιζαν να πηγαίνουν στην εξοχή, όπου κυλιούνταν τελετουργικά στο χορτάρι και κατόπιν έτρωγαν εκεί πίτες που είχαν πάρει από τα σπίτια τους, ενώ αλλού κατασκεύαζαν κούνιες. Με τον τρόπο αυτό πίστευαν ότι συνειρμικά και μαγικά αποκτούσαν τη δροσιά και τη δύναμη της φύσης και της βλάστησης.

Στην Καππαδοκία παρασκεύαζαν μικρές πίτες, σε μία από τις οποίες έβαζαν νόμισμα και όποιος το έβρισκε θεωρείτο ο τυχερός της χρονιάς, όπως συμβαίνει και με τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς. Επίσης, τηρούσαν αυστηρή εθιμική αργία, πιστεύοντας ότι αν εργαστούν θα επισύρουν την τιμωρία τους από τον Θεό, ενώ στη Κρήτη δεν έλεγαν καν τη λέξη «ψαλίδι», πιστεύοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα γεμίσει το σπίτι ψαλίδες. Στην Αράχωβα πίστευαν ότι ακόμη και το νερό από τη βρύση έπρεπε να το μεταφέρουν στο σπίτι με τρεις στάσεις, γιατί διαφορετικά θα παρουσιάζονταν φίδια στο σπίτι τους. Σε ανάλογες δοξασίες και δεισιδαιμονίες διαφόρων ελληνικών περιοχών, όπως της Υδρας, της Λήμνου και της Πυλίας, κοινή είναι η πίστη ότι παραβίαση της εθιμικής αργίας της εορτής είχε ως συνέπεια την εμφάνιση βλαπτικών εντόμων μέσα στο σπίτι ή στα κτήματα, με αποτέλεσμα την καταστροφή της σοδειάς ή βασικών περιουσιακών στοιχείων κάθε οικογένειας.

Στην Κρήτη τελούσαν και μαντεύματα από την τελευταία μπουκιά του ψωμιού του εορταστικού τραπεζιού, την οποία τα κορίτσια τοποθετούσαν κάτω από το μαξιλάρι τους, απαγγέλλοντας σχετική επωδή ώστε να προκαλέσουν μαντικά περί γάμου όνειρα. Επίσης ευλαβικά τηρείται η κατάλυση ψαριού κατά την εορτή αυτή, η οποία αποτελεί διάλειμμα και για την αυστηρή νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, στη διάρκεια της οποίας εμπίπτει πάντοτε η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Συνήθως καταναλώνεται μπακαλιάρος με σκορδαλιά, που έχει πλέον επικρατήσει ως το εθιμικά επιβεβλημένο έδεσμα της ημέρας.

Ναοί που εορτάζουν υπάρχουν σε όλες σχεδόν της περιοχές της Ελλάδας, με κυριότερο ίσως το προσκύνημα της Ευαγγελίστριας στην Τήνο, που καθιερώθηκε μετά τη θαυματουργική εύρεση της εικόνας της Μεγαλόχαρης, το 1823. Επίσης η εορτή αυτή αποτελούσε παλαιότερα ορόσημο για τη μετακίνηση των νομάδων κτηνοτρόφων από τα χειμαδιά στα ψηλότερα βοσκοτόπια όπου θα περνούσαν το καλοκαίρι, αλλά και για τη μετακίνηση των κυψελών των μελισσοτρόφων στην ύπαιθρο. Ειδικότερα οι Σαρακατσάνοι την ημέρα αυτή έβαζαν («αρμάτωναν») τα «κυπροκούδουνα» στα ζώα τους, ενώ τα αγόρια, κρατώντας ένα καλαθάκι με λουλούδια, περιέρχονταν τα κονάκια και εύχονταν για τη νέα κτηνοτροφική περίοδο που άρχιζε.

Την άνοιξη, συναρτημένη με τον κύκλο των κινητών εορτών του Πάσχα, τιμάται ιδιαιτέρως από τον ελληνικό λαό η εορτή της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής, που συμπίπτει με την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδος, τη Νέα ή Λαμπρή Παρασκευή. Ο κυριότερος και αρχετυπικός εορτασμός είναι εκείνος στη μονή της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας στην Κωνσταντινούπολη, όπου το αγίασμα κατά την παράδοση φανερώθηκε θαυματουργικά τον 5ο αιώνα και συνδέθηκε με την παράδοση των μισοτηγανισμένων ψαριών που ζωντάνεψαν, ώστε να βεβαιώσουν το απαίσιο άκουσμα της άλωσης της Πόλης του 1453, κατόπιν δε ερημώθηκε και ανακαινίστηκε το 1833 με άδεια του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, επί του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνστάντιου.

Ναοί και παρεκκλήσια της Ζωοδόχου Πηγής υπάρχουν σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, τόσο στην ηπειρωτική, όσο και στη νησιωτική Ελλάδα. Ο λαός τιμά ιδιαιτέρως την ιαματική Παναγία που απεικονίζεται ως κρήνη της ζωής, δίνοντάς της και ιδιαιτέρως προσφυείς επωνυμίες, όπως το «Παναγία Χρυσοπηγή». Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, πέρα από την πασχαλινή θεία λειτουργία και την περιφορά της εικόνας, τελούνται την ημέρα εκείνη οι εθιμικά καθιερωμένες πασχαλινές λιτανείες που καλύπτουν το σύνολο του δομημένου χώρου κάθε κοινότητας, συχνά δε και την περιφέρεια του χωριού, όπου βρίσκονται τα χωράφια και ο χώρος της οικονομικής εκμετάλλευσης και δραστηριότητας των κατοίκων, ώστε να καθαγιαστεί με την περιφορά των εικόνων και των λαβάρων αλλά και με τον αγιασμό της εορτής, το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της κοινότητας.

Ιδιαιτέρως στη Βόρεια Ελλάδα κατά τη λιτανεία αυτή τοποθετούσαν ευλογημένο λειτουργικό άρτο σε μεγάλα δένδρα, στην περιφέρεια της ζώνης οικονομικής εκμετάλλευσης του χωριού, ώστε τα «υψωμένα δένδρα» αυτά να προστατεύουν την περιοχή και τους κατοίκους της. Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις ακολουθεί και ο πάνδημος τελετουργικός πασχαλινός χορός, στο προαύλιο του ναού ή στην πλατεία του χωριού, στον οποίο χορεύουν όλοι οι κάτοικοι με προφανή σκοπό την επίτευξη της ευετηρίας και ευγονίας.

Στα Μέγαρα την ημέρα αυτή οι γυναίκες χορεύουν τον χορό της «τράτας» που ανήκει στην ίδια κατηγορία των πασχαλινών τελετουργικών χορών, έχει ωστόσο συνδεθεί κατά την τοπική παράδοση με ιστορικά γεγονότα της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας, όπως συχνά συμβαίνει με πολλά στοιχεία της ελληνικής λαϊκής εθιμοταξίας διαφόρων περιοχών, στην έρευνα των οποίων ανακαλύπτονται αλλεπάλληλα επιστρώματα.

Η εορτή είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της ιαματικής χρήσης του νερού, καθώς συνδέεται με τη θαυματουργή πηγή της Ζωοδόχου Πηγής στην Κωνσταντινούπολη, ιαματικά θαύματα της οποίας μαρτυρούνται ήδη από την εποχή της ανακάλυψής της, στα βυζαντινά χρόνια. Γι’ αυτό και πολλά είναι τα εορτάζοντα αγιάσματα της Ζωοδόχου Πηγής, ιδιαίτερα στον θρακικό χώρο, όπου κυριαρχεί η λαϊκή λατρεία των αγιασμάτων.