Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης

Δρος Βυζαντινής Τέχνης

Το Μελένικο (Melnik) είναι μία παλαιά βυζαντινή πόλη, κατά καιρούς όμως περνούσε υπό των έλεγχο των Βουλγάρων, όταν είχαν πολιτική δύναμη. Στη μέση είναι ένα ρέμα που δεν έχει συνήθως νερό και τα σπίτια είναι απλωμένα κατά μήκος του στις δύο όχθες. Εύκολα το διαπερνά κανείς με τα πόδια, μια και μεταφορικά μέσα έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν μόνον όσοι κατέχουν οικίες. Το όνομα προήλθε από το ειδικής συστάσεως έδαφος, υποκίτρινο σαν λευκή κιμωλία, κατάλληλο για καλλιέργεια αμπελιών. Το συνολικό τοπίο, οι οξυκόρυφες απολήξεις, θυμίζουν Καππαδοκία. Το χωριό είναι μόνο του μουσείο. Υπάρχει τουρισμός αλλά σε τέτοια μέρη δεν έρχονται τουρίστες του σύγχρονου καταναλωτισμού.

Οι Βούλγαροι κράτησαν τον αυθεντικό χαρακτήρα του Μελένικου ως παλαιού οικισμού. Την πολιτική αυτή εφάρμοσε η Λαϊκή δημοκρατία της Βουλγαρίας σε όλη τη χώρα. Σήμερα ο επισκέπτης έχει την εύνοια να επιστρέψει στον χρόνο, τον 18ο αιώνα. Βέβαια κατοικούσαν εκεί Ελληνες οι οποίοι έφυγαν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Αν σκεφθούμε ότι στη χώρα μας δεν σώθηκε σε τέτοιο βαθμό κάποιος οικισμός αυτού του τύπου, του βορειομακεδονικού χώρου, είναι θετικό ότι μπορούμε να βλέπουμε ζωντανά τόσο κοντά στα σύνορα ένα κομμάτι του παλαιού βαλκανικού αρχιτεκτονικού αρχείου, στο οποίο ανήκουμε κι εμείς. Η Καστοριά αν και μεγαλύτερο αστικό κέντρο, δυστυχώς δεν αποπνέει το ίδιο ύφος, λόγω καταστροφής των παλαιών σπιτιών και αρχοντικών.

Το Μελένικο έχει διασώσει επίσης ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό δημιούργημα. Ενα βυζαντινό σπίτι! Σώθηκαν ελάχιστα, στην Κων/πολη, στον Μυστρά. Αλλά κάποτε όλα τα σπίτια του οικισμού θα ήταν στην ίδια περίπου μορφή. Βασικό στοιχείο της οικίας είναι ότι υπάρχει μία μεγάλη βάση (πόδιο), κτισμένη με απλή αργολιθοδομή, όπως ένας μαντρότοιχος, και πάνω τους ήταν κτισμένη με τοίχους σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και λοιπό κεραμοπλαστικό διάκοσμο, κατά το κλασικό βυζαντινό ύφος. Οπωσδήποτε εντυπωσιάζει με την χάρη και ομορφιά του. Σήμερα όλα τα σπίτια του οικισμού έχουν ως βάση (πόδιο) κτισμένη με αργολιθοδομή. Αυτό σημαίνει ότι κάποτε όλα είχαν πόδιο, για προστασία. Σε μερικά προστέθηκε νέα φάση στην εποχή μας, αφού οι όροφοι παρουσίαζαν φθορά. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι αρχιτεκτονικές μορφές δεν αλλάζουν εύκολα διαχρονικά.

Στο Μελένικο, έδρα μητροπολίτη επί αιώνες, είχε πολλές βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες, από τις οποίες σήμερα σώθηκαν δύο δεκάδες. Ανάλογο φαινόμενο απαντά στις δικές μας πόλεις Αρτα, Βέροια και Καστοριά. Το φαινόμενο ύπαρξης πολλών μικρών ναών αποτελεί μία ιδιαιτερότητα κοινωνική, και φαίνεται να αποδίδει μικρές συνοικίες που συγκροτήθηκαν επάνω σε οικογενειακή βάση. Το ίδιο έχει αποδειχθεί σε επιστημονική μελέτη για τη Μάνη.

Στα νότια του οικισμού, σε πιο υψηλή σχεδόν οχυρή θέση, υπάρχει το μεγάλο αρχοντικό της οικογένειας Kορδοπούλου. Είναι μία ελληνική οικογένεια που διέθετε ναό αφιερωμένο στην αγία Βαρβάρα. Κατείχε το εμπόριο των κρασιών της περιοχής. Το τεράστιο κτήριο είναι θαύμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, καθώς διαθέτει αποθηκευτικές στοές εσκαμμένες στον μαλακό βράχο για φύλαξη κρασιών.

Φυσικά οι Βούλγαροι αφήνουν να αγνοείται πρώτα η οθωμανική παράδοση του οικισμού, και μετά η ελληνική. Ο Κορδόπουλος π.χ. γίνεται Kordopulov. Καμία πινακίδα δεν αφήνει να εννοηθεί ποιας εθνικότητας ήταν αυτή η οικογένεια, ούτε σε ποια εποχή έζησαν με οθωμανική διοίκηση και οθωμανικό λαϊκό πολιτισμό. Επειδή κάποια στοιχεία επιχωριάζουν στη Βουλγαρία, αυτόματα γίνονται βουλγαρικά. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Βλέπει κανείς σύγχρονα βιβλία για βουλγαρική τέχνη και πολιτισμό και όχι για τέχνη στη (σημερινή) Βουλγαρία... Τίποτα δεν αναφέρει ότι αυτοί που έκτισαν ναούς, π.χ. στη Μεσημβρία ήταν Ελληνες, Ρωμηοί. Ολα είναι βουλγαρικά, ακόμη και η πολύ γνωστή μονή Πετριτζού κάτω από τη Φιλιππούπολη, ένα ελληνικότατο μοναστήρι που ιδρύθηκε το 1083, είναι πλέον βουλγαρικό που το λένε Μπάτσκοβο.

Η λογική της αποκλειστικής οικειοποιήσεως ξένων ιστορικών και πολιτιστικών στοιχείων από τη νεότερη Βουλγαρία, η οποία προσδιορίστηκε εθνικά μόλις τον 19ο αιώνα, πλήττει εξίσου την ελληνική, βυζαντινή, όπως και την οθωμανική παράδοση, η οποία συνέχισε κατά κύριο λόγο τη βυζαντινή. Βεβαίως δικαιούται ένα μέρος αυτής της κληρονομιάς, μια και ανάμεσα στους πολιτισμούς και τις εθνότητες ισχύει η λογική της τομής δύο συνόλων. Το ίδιο ισχύει και για μας. Δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας.

Η Βουλγαρία από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων έχει λεηλατήσει τη Βόρεια Ελλάδα, κλέβοντας φορητά μνημεία, εκκλησιαστικά κειμήλια και χειρόγραφα. Μέχρι σήμερα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί πολιτικά την επιστροφή των μνημείων, όπως προβλέπει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ζητά από την Ελλάδα ανταλλαγή με το λείψανο του Σαμουήλ που βρέθηκε στον Αγιο Αχίλλιο Πρέσπας, με προφανή σκοπό να “καπακώσει” μία ιστορική κληρονομιά που λογικώ τω τρόπω διεκδικούν τα Σκόπια. Απώτερος σκοπός είναι να τα αφομοιώσουν πολιτιστικά και για τη συνέχεια βλέπουν. Πλην όμως ο Αγιος Αχίλλιος ανήκει πρωτίστως στη βυζαντινή παράδοση (1004-1014), αλλά αυτό είναι μία άλλη Ιστορία.