Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης

Δρος Βυζαντινής Τέχνης

Το τραγούδι είναι η αναπνοή ενός έθνους. Το 1940, απέναντι στους Ιταλούς, εξέφρασε τον Ελληνα μία σειρά τραγουδιών, σοβαρών και κωμικών, ώστε αιφνιδιάστηκαν οι πάντες. Δικαιολογημένα έγινε εθνική γιορτή η αρχή του πολέμου, αφού τα μετέπειτα δεν φέρνουν αισιοδοξία. Οι επίστρατοι προσήλθαν αυθωρεί και ομοθυμαδόν, όπως αποτύπωσε ο τραγουδοποιός «Με το χαμόγελο στα χείλη» (Γ. Γούναρης, στίχοι Γιώργος Οικονομίδης), αντίγραφο ιταλικού πρωτοτύπου (μουσική Eldo di Lazaro: Reginella campagniola/1939)!!! Είναι το πλέον αντιπροσωπευτικό, μία αφήγηση πορείας προς το μέτωπο που αγγίζει το άκρον άωτον: το πέρασμα της Αδριατικής: «στη Ρώμη Γαλανόλευκη θα στήσουμε σημαία...». Το αγωνιστικό πνεύμα της φυλής με την αισιοδοξία στίχων στην υπερβολή! Δεν τονίζονται και τόσο εικόνες αποχαιρετισμού των στρατιωτών, αλλά κυρίως από μανάδες.

Την πορεία προς το μέτωπο περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Αξιον Εστί», αλλά εκεί είναι ένας ποιητικός καταιγισμός, αφρός ζωής. Το πραγματικό κλίμα πορείας στη μάχη υπήρξε άλλο. Εκτός από τον πατέρα μου, κι άλλοι πολεμιστές του Αλβανικού μετώπου μού επιβεβαίωσαν τον ποιητή, ότι ο αρχικός ενθουσιασμός, το τραγούδι, εξελίχθηκε σε σιωπή, οργή, βλαστήμιες. Κι όταν ήλθε η ώρα της ξιφολόγχης με την κραυγή «αέρα», μάχη σώμα με σώμα, έγινε κάτι ασύλληπτο να περιγραφεί. Οι δικοί μας ζώντας πιο κοντά στη φύση -οι αστοί τότε ήταν μειοψηφία- γνώριζαν να σκοτώνουν ζώα, λιάνισαν τους κακόμοιρους, πιο αστούς αντιπάλους «με την ίδια φάτσα, ίδια ράτσα»· οι οποίοι νόμιζαν ότι θα κάνουν περίπατο και ήταν ήδη εφοδιασμένοι με κιθάρες, μαντήλια και αρώματα για να τους υποδεχτούν τα κορίτσια στις πλατείες. Η ελληνική ξιφολόγχη, φόβος και τρόμος, καταγγέλθηκε διεθνώς ως ελληνική “βαρβαρότητα”, αλλά ποίος ήρξατο χειρών αδίκων;

Το τι υβρεολόγιο έπεφτε στην πορεία προς το μέτωπο δεν το παραθέτει ο μεγάλος ποιητής! «Φούσκωστοοοον» ούρλιαζαν, επιεικώς, άλλα συνηθέστατα με σόκιν και μίσος να χτυπήσει το πυροβόλο. Και άλλα άσχημα… Αλλά το μείζον είναι ότι οι “παραπτωματίες” είχαν αποφασίσει να πεθάνουν. Οι ηθικολόγοι εδώ βρίσκουν τον δάσκαλό τους. Αυτά που λέγονται στις γιορτές είναι για να τονώνουν το ηθικό των επόμενων γενεών, δεν αγγίζουν την αφανή πλευρά...

Αλλο ύφος έχει το γνωστό γερμανικά εμβατήριο που το βλέπουμε στην εισβολή των Ναζί στην Αθήνα: τώρα προχωρούν οδοστρωτήρες! Ακριβώς αυτό παραπλανά:  οι στίχοι αναφέρονται σε ένα άνθος, ιδεατό κορίτσι, την «Erika» (συνθέτης Herms Niel, π.1930), σημείο φυγής του Γερμανού στρατιώτη που βαδίζει σαν Πατούχας. (youtube: Erika German military song - English x German lyrics). Γερμανική φιλοφρόνηση στο δεύτερο φύλο...

Κανονικά θα έπρεπε να δούμε και τον αποχαιρετισμό του Ρώσου στρατιώτη με τη Σλαβιάνκα (Youtube: Farewell of Slavianka, 2013) που όμως αναφέρεται στον Α΄ Π.Π. Αλλά ας πάμε αρκετά πιο πίσω, στην τσαρική Ρωσία, με τους Κοζάκους. Είναι ένα σλαβόφωνο ημι-πολεμικό έθνος, παραδοσιακά ανεξάρτητο (η λέξη αναφέρεται σε περιπλανώμενο λαό), το οποίο ως τα τέλη του 18ου αι. αποτέλεσε ειδική κοινωνική τάξη πάνω στην άμυνα και ασφάλεια, το καμάρι Πασών των Ρωσιών.

Τη φήμη του πολεμιστή Κοζάκου περιγράφει ένα διάσημο ουκρανικό τραγούδι «Ο Κοζάκος διέρχεται τον Δούναβη (yοutube: The Cossack ride over the Danube), που εγράφη τον 18ο αιώνα από κάποιον Σέμεν Κλιμόφσκι (1705-1785). Αναφέρεται στον αποχαιρετισμό του ιππέα Κοζάκου προς την αγαπημένη του, επειδή πρέπει να περάσει τον Δούναβη, τον πιο μεγάλο και επικίνδυνο ποταμό της Ευρώπης. Αλλά δεν κυριολεκτεί, εννοεί ότι θα διέλθει τον Μακάβριο ποταμό -σαν τον “Αχέροντα”- του θανάτου, στον ιππικό πόλεμο. Η μουσική κάνει τον ακροατή να νιώθει σαν να είναι επάνω σε άλογο, όπως ο Κοζάκος οδεύει σταθερός στο πεπρωμένο του. Τα «κύματα του Δουνάβεως» για τους Βιεννέζους σήμαινε άλλο, για τους Κοζάκους κάτι άλλο...

Οι Κοζάκοι σκληροί με τον εαυτό τους και τους άλλους, όχι όμως βάρβαροι, στήριξαν με συνέπεια ολόκληρη αυτοκρατορία και ο πόλεμος, τρόπος επιβίωσης, εξελίχθηκε σε ιστορική μοίρα τους. Η ικανότητά τους στην ίππευση, η σκληρή διαβίωση, τους έκαναν ασυναγώνιστους. Η παράδοσή τους επιβεβαίωνε τη φυσική αποδοχή του θανάτου συνδεδεμένου με τη ζωή τους, δύσκολο για άλλους λαούς κατεχόμενους από ανέσεις της αστικής ζωής, όπως μόνιμη εγκατάσταση.

Τον διαχρονικό επαγγελματισμό των Κοζάκων «στο πέρασμα του Δούναβη» μελοποίησαν μεγάλοι μουσουργοί, όπως ο ρομαντικός Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Οp. 107, 7ο σετ, 1818-1819). Ο τίτλος γίνεται τώρα «Ωραία Μίνκα πρέπει να σε αποχωριστώ (Schöne Minka...), ρομαντική μουσική εκδοχή μίας προσωπικής στιγμής αποχαιρετισμού σε σαλόνι αριστοκράτη, που τον διέπει η γνωστή πρωσική στρατιωτική ηθική...

Επιστροφή στον Ελληνα φαντάρο. Οι Ελληνες χαιρόμαστε τη ζωή μας αλλά κάνουμε και πολέμους, αν και η πολιτική μας κατάσταση, η πολεμική-αποτρεπτική ικανότητα συρρικνώθηκε επί αιώνες. Ετσι όταν κι αυτή την απομείνασα γη θέλουν να μας την πάρουν, εξεγειρόμαστε. Η ανάδειξη συναισθηματικών εξάρσεων, ξεπέρασμα του φυσικού φόβου του θανάτου, όπως το 1940, είναι θέμα συγχρονισμού. Το ξέρουν όσοι επίβουλοι δεν μπορούν να τον αντιμετωπίσουν ή θα τους κάνει μεγάλες ζημιές, αν βρουν τον λαό ενωμένο. Κι αλίμονό τους, ίσως αφύσικα, τολμώντας να περάσει κάποια Αδριατική...