Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Δεν έχει στεγνώσει ακόμη το μελάνι της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία γίνονται δεκτές οι προσφυγές ορισμένων ατόμων κατά της Ελλάδος σε σχέση με την υποχρέωση που τους επιβάλλει η Ελληνική Πολιτεία διά του Υπουργείου Παιδείας, να ζητούν την εξαίρεσή τους από την υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών επικαλούμενοι τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Σύμφωνα με το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, δεν επιτρέπεται στις αρχές ενός κράτους να υποχρεώνουν με διάφορες ρυθμίσεις τους όσους διαβιούν σε αυτό να αποκαλύπτουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις. Και αυτή ακριβώς η υποχρέωση επιβάλλεται από το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας, κατά παράβαση του άρ. 9 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) και του άρ. 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση αυτή, όταν καλούνται οι μαθητές των σχολείων ή οι γονείς τους να υποβάλουν αίτηση εξαίρεσης από την υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών δηλώνοντας ότι εμφορούνται από πεποιθήσεις που δεν συμπορεύονται με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου μαθήματος. Το Υπουργείο Παιδείας, μόλις εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, έσπευσε αμέσως να δεσμευθεί, διά της Υπουργού του κ. Κεραμέως, ότι θα ευθυγραμμίσει το πρόγραμμα και το περιεχόμενο της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών προς όσα επιτάσσει η συγκεκριμένη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά και η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.Μολονότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν ασχολείται με το περιεχόμενο της διδασκαλίας των Θρησκευτικών, ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αντίθετη άποψη προς αυτό ζητώντας την υποβολή αίτησης εξαίρεσης από τους μαθητές που δεν θέλουν να παρακολουθήσουν το μάθημα,με την επίκληση των αντιθέτων πεποιθήσεών τους!Βεβαίως οι αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων υπερισχύουν των αντιστοίχων αποφάσεων των Ανωτάτων Εθνικών Δικαστηρίων, όπως άλλωστε και η ΕΣΔΑ τωνΕθνικών Συνταγμάτων, άρα και του Ελληνικού Συντάγματος.

Ωστόσο εκείνο που μας προβληματίζει ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τόσο η πλημμέλεια της σχετικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (του οποίου οι Δικαστές δεν έχουν εξασφαλίσει, όπως βέβαια και οι εθνικοί Δικαστές, «ανοσία» έναντι του «ιού» της δικαστικής πλάνης), όσο η άκριτη και επιπόλαιη θέση του Υπουργείου Παιδείας που έχει αποδείξει ότι δυστυχώς, την εκπαιδευτική πολιτική του την υπαγορεύει η Ενωση Αθέων και η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ του κ. Σόρος! Τεκμηρίωσα τον ισχυρισμό μου αυτόν και σε παλαιότερο άρθρο μου από τις στήλες της «ΚτΟ», όταν υπενθύμισα ότι η Υπουργός Παιδείας έκανε αμέσως δεκτό αίτημα της Ενωσης Αθέων να απαλλάσσονται αυτεπαγγέλτως από τη διδασκαλία των Θρησκευτικών οι αντιθέτου θρησκευτικού δόγματος ή άθεοι μαθητές (ασχέτως αν αυτούς ακριβώς ψάχνουμε να βρούμε, για να τους εξαιρέσουμε!), χωρίς να περιμένει την τότε επικείμενη έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο έκρινε αντιθέτως το συγκεκριμένο ζήτημα από ό,τι ζητούσε η ΕνωσηΑθέων!Τώρα δεν έκανε καν τον κόπο η κ. Υπουργός να δηλώσει την αντίθεση του Υπουργείου Παιδείας στην σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και να επιφυλαχθεί να μελετήσει με τους νομικούς συμβούλους της τα μέτρα άμυνας της Ελλάδος που προσφέρει η ΕΣΔΑ απέναντι στην πλημμελή αυτή απόφαση, αλλά την δέχθηκε, όπως ακριβώς της ήλθε. Λες και την περίμενε ως «από μηχανής θεό», για να την βγάλει από τα αδιέξοδα των προσωπικών της αντιλήψεων και της πολιτικής που έπρεπε να ακολουθήσει ως πρώτη Υπουργός Παιδείας μίας παραδοσιακής Κυβέρνησης μετά την προηγηθείσα λαίλαπα της απελθούσης αθεϊστικής και εθνομηδενιστικής Κυβέρνησης της «αριστεράς του τίποτα». Γι’ αυτό το μόνο που βρήκε να γνωστοποιήσει ήταν η πρόθεσή της να εναρμονίσει την διδασκαλία των Θρησκευτικών με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, άσχετα αν οι αποφάσεις αυτές λένε διαφορετικά πράγματα στο συγκεκριμένο ζήτημα!

Ας υπογραμμίσουμε λοιπόν εδώ όσα δεν είδε ή δεν θέλησε να δει η κ. Υπουργός Παιδείας στην εν λόγω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ασφαλώς και οι θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις του καθενός από τους πολίτες, συνιστούν ανθρώπινο δικαίωμα των φορέων τους, το οποίο ως τέτοιο προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα(άρ. 13), όσοκαι από την ΕΣΔΑ(άρ. 9 παρ. 1). Αυτό όμως το ανθρώπινο δικαίωμα δεν το απολαμβάνουν μόνον οι ετερόδοξοι ή άθεοι μαθητές, αλλά και οι μαθητές που προέρχονται από παραδοσιακές οικογένειες και συνεπώς έχουν ορθόδοξο θρησκευτικό βίωμα. Αυτοί οι παραδοσιακοί μαθητές συνθέτουν, ευτυχώς ακόμη, την συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών σχολείων.

Στην περίπτωση την οποία έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,τρείς μαθητές από νησιά του Αιγαίου δεν ήθελαν να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Αναγκάσθηκαν όμως να το πράξουν μέσα από τηνυποχρεωτική υποβολή αίτησης εξαίρεσής τους από την διδασκαλία των Θρησκευτικών. Από την άλλη μεριά όλοι οι άλλοι μαθητές του σχολείου ήθελαν να διδαχθούν τα Θρησκευτικά. Τι θα έπρεπε λοιπόν να γίνει εν προκειμένω; Να στερηθούν οι πολλοί την απόλαυση του δικού τους ανθρώπινου δικαιώματος, επειδή η άσκησή του αναγκάζει τους λίγους να εκδηλώσουν το περιεχόμενο του αντίστοιχου δικού τους ανθρώπινου δικαιώματος; Πόσο λογικό ή πόσο δίκαιο θα ήταν κάτι τέτοιο;

Το δίκαιο έχει προνοήσει για όλες τις περιπτώσεις και δίνει πειστικές λύσεις σε αυτές. Θέτει κατ’ αρχάς τον κανόνα ότι όλα τα δικαιώματα (και πρωτίστως βέβαια τα ανθρώπινα δικαιώματα) είναι απαραβίαστα εφ’ όσον εκδηλώνονται μέσα σε συνθήκες κανονικότητας, δεν έρχονται δηλ. σε σύγκρουση με τα δικαιώματα άλλων φορέων. Προβλέπει όμως και τις εξαιρέσεις από τον κανόνα, οι οποίες πάντα υπάρχουν, αφού τίποτε δεν είναι απόλυτο στη ζωή μας. Κάμπτει ακόμη και την προστασία που παρέχει στο σπουδαιότερο από όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμαστη ζωή, εφ’ όσον συντρέχει κάποια από τις μνημονευόμενες στο άρ. 2 παρ. 2 τηςΕΣΔΑ εξαιρέσεις. Και το ίδιο ασφαλώς πράττει, κατά μείζονα λόγο,στο άρ. 9 παρ. 2 της ΕΣΔΑ σε σχέση με το ανθρώπινο δικαίωμα που προστατεύει την ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκευτικής πεποίθησης, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. π.χ. άρ. άρ. 8 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ).

Η εξαίρεση από τον κανόνα της προστασίας, που παρέχει στον φορέα του το σχετικό ανθρώπινο δικαίωματης ΕΣΔΑ, προβλέπεται πάντα ρητά, όπως συμβαίνει με το άρ. 9 παρ. 2, και συνδέεται με το αναγκαίο μέτρο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων!Την αναγκαιότητα αυτού του μέτρου μπορούμε να την δούμε καθαρά, όταν δημιουργούνται συγκρουσιακές καταστάσεις ανάμεσα στα σχετικά δικαιώματα. Τότε τίθεται επιτακτικά το ερώτημα, ποιοαπό τα δύο συγκρουόμενα δικαιώματα θα προστατεύσουμε (όταν δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η προστασία και των δύο): το δικαίωμα των λίγων έναντι των πολλών ή τοδικαίωμα των πολλών έναντι των λίγων;Η αρχή της προστασίας του υπέρτερου συμφέροντος δεν είναι μόνο γενική αρχή του δικαίου που ισχύει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των δικαιοκρατούμενων πολιτειών. Αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένη αρχή τόσο στα εθνικά Συντάγματα, όπως λ.χ. στο άρ. 25 του δικού μας Συντάγματος, όσο και στην ΕΣΔΑ στις προαναφερθείσες εξαιρέσεις.Και προκαλεί εντύπωση, γιατί δεν την εφήρμοσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην κριθείσα περίπτωση των σχετικών προσφυγών εναντίον της Ελλάδος.

Με τα δεδομένα αυτά η Ελληνική Κυβέρνηση έχει μόνο δύο δυνατότητες: Ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση της ΕΣΔΑ και να αξιοποιήσει το «οπλοστάσιο» που αυτή προσφέρει, για να την ανατρέψει, ή να «ανακρούσει πρύμναν» και να καταργήσει την υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών, οπότε θα νοσταλγούμε την απελθούσα εθνομηδενιστική Κυβέρνηση που δεν το έπραξε! Εκείνο πάντως που περιμένει η πλειοψηφία των παραδοσιακών Ελλήνων πολιτών η οποία της έδωσε την εξουσία,είναι να βρει τον τρόπο ώστε να «διαλυθεί» το πυκνό «σκοτάδι» της αθεΐας που άπλωσε μέσα στα σχολεία η «αριστερά του τίποτα, για να μπορέσουν έτσι οι μαθητές να «λουσθούν» στο άπλετο «Φως» της Ανάστασης του Κυρίου και να «γαλουχηθούν» ξανά με τις υπέροχες αξίες της Διδαχής του Ναζωραίου.