Toυ π. Σωφρόνιου Γκουτζίνη

Πρωτοσύγκελλου Ι.Μ. Ξάνθης και Περιθεωρίου

Aρχιμανδρίτη Οικουμενικού Θρόνου

Γράφοντας ο Απόστολος Παύλος προς τους Κορινθίους μεταξύ άλλων επισημαίνει: «Αν ο Χριστός δεν ανασταινόταν, θα ήμασταν οι πιο αξιοθρήνητοι και εξαπατημένοι από όλους τους ανθρώπους» (Α΄Κορ. 15,19). Ετσι προβάλλει το γεγονός της Αναστάσεως ως την κορυφαία γιορτή της Εκκλησίας μας. Αργότερα ο Αγιος Χρυσόστομος παρατηρεί ότι «και αν ο Χριστός δεν γεννιόταν, δεν θα είχαμε ποτέ την ανάσταση», συνδέοντας τα Χριστούγεννα με την Ανάσταση. Χαρακτηρίζει μάλιστα τα Χριστούγεννα ως την «Μητρόπολη των εορτών» της Εκκλησίας μας.

Οι δύο αυτές γιορτές έχουν σπουδαίο ρόλο στην ανάδειξη και στην εμπέδωση της ορθόδοξης πίστης. Το Πάσχα σηματοδοτεί την Θεότητα του Χριστού, ενώ τα Χριστούγεννα την Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και την τελειότητα της ανθρώπινης φύσεώς Του.Με την Ανάσταση θεώνεται ο άνθρωπος, με τα Χριστούγεννα ενανθρωπίζει ο Θεός!

Μέχρι τους χρόνους του αγίου  Χρυσοστόμου  τα Χριστούγεννα συνεορτάζονταν με τα Θεοφάνεια. Ο μεγάλος πατήρ είχε αποφασιστική συνεισφορά στο να καθιερωθεί ο ιδιαίτερος εορτασμός των Χριστουγέννων. Με τη γλαφυρότητα του λόγου του υμνεί την εορτή: «Μυστήριο παράξενο και παράδοξο βλέπω. Βοσκοί μου γεμίζουν τα αυτιά, όχι παίζοντας αλλά ψάλλοντας ουράνιους ύμνους. Αγγελοι ψάλλουν, αρχάγγελοι μελωδούν, υμνούν τα Χερουβείμ, δοξολογούν τα Σεραφείμ, όλοι γιορτάζουν βλέποντας τον Θεό στη γη και τον άνθρωπο στον ουρανό. Τώρα που όλοι σκιρτούν, θέλω και εγώ να σκιρτήσω, επιθυμώ να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Χορεύω και εγώ, όχι παίζοντας κιθάρα, όχι κουνώντας θύρσο, όχι κρατώντας αυλούς, όχι ανάβοντας λαμπάδες, αλλά έχοντας μαζί μου αντί για μουσικά όργανα τα σπάργανα του Χριστού. Αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου. Γι’ αυτό και έρχομαι κρατώντας αυτά, για να μπορέσω να πω με τη δύναμή τους, μαζί με τους αγγέλους, το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ενανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. 2,14).Εμβαθύνοντας στο μυστήριο της «θείας οικονομίας», επισημαίνει: «Βλέπω εκείνη που Τον γέννησε, βλέπω Εκείνον που γεννήθηκε, μα δεν είμαι σε θέση να ξεκαθαρίζω τον τρόπο της γεννήσεως», και συνεχίζει:«Το μεγαλύτερο και ύψιστο μυστήριο και παράδοξο είναι το γεγονός ότι ο Υιός και άσαρκος Λόγος του Θεού έλαβε θνητό ανθρώπινο σώμα. Το να θελήσει να γίνει άνθρωπος, ενώ ήταν Θεός και να ανεχθεί να ταπεινωθεί τόσο, όσο ούτε ο ανθρώπινος νους δύναται να χωρέσει, αυτό είναι το πλέον φρικτό και ακατάληπτο».

Ετσι για τον άγιο Χρυσόστομο τα  Χριστούγεννα είναι ένα μυστήριο άφατο και ανέκφραστο. Μέσα στην Εκκλησία γίνεται γιορτή για τους πιστούς, οι οποίοι βιώνουν οντολογικά την ενσάρκωση και ενανθρώπιση του Χριστού όχι ως ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά ως μία ζώσα πραγματικότητα του σήμερα: «Σήμερα γεννιέται από την Παρθένο Αυτός που κρατά  μέσα στη χούφτα του την κτίση ολάκερη». Ο Θεός «εισβάλλει» μέσα στην ιστορία και το πρόσκαιρο γίνεται αιώνιο,  το φθαρτό αφθαρτίζεται. Ηδη από την Βηθλεέμ ξεκινά η πορεία προς τον Γολγοθά και την Ανάσταση!

Ηδη η Εκκλησία βρίσκεται καθ’ οδόν προς τα Χριστούγεννα. Εχει ξεκινήσει η περίοδος της νηστείας, ενώ την ώρα που οι αναγνώστες θα διαβάζουν αυτές τις γραμμές, ανήμερα της Εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, θα έχουν ψαλεί στους ναούς μας για πρώτη φορά οι Καταβασίες των Χριστουγέννων: «Χριστός γεννάται, Δοξάσατε!».

Παράλληλα με την εκκλησιαστική προετοιμασία για την μετοχή μας στην «Μητρόπολη των εορτών», τα Χριστούγεννα, συμβαδίζει και ο εορταστικός διάκοσμος των ημερών. Κάθε χρόνο και νωρίτερα, δρόμοι φωταγωγούνται, βιτρίνες στολίζονται, και η διαφήμιση λαμβάνει «εορταστικό» χαρακτήρα. Σίγουρα οι ρυθμοί, τα χρώματα και οι μουσικές της πόλης αλλάζουν, γίνονται διαφορετικά. Δεν είναι καθόλου βέβαιο όμως ότι καταφέρνουν όντως να γίνουν εορταστικά.

Οι επιστήμες του ψυχισμού του ανθρώπου έχουν από καιρού εντοπίσει την ψυχική επιβάρυνση που δημιουργείται όταν αποτυγχάνουμε να εσωτερικεύσουμε μία έξωθεν και καταναγκαστικά επιβαλλόμενη ατμόσφαιρα «ευφορίας» και «γιορταστικής χαράς». Ο π. Σταύρος Κοφινάς στο ευσύνοπτο έργο του «Η κατάθλιψη των Χριστουγέννων» περιγράφει με ενάργεια και επιστημονική επάρκεια το φαινόμενο. Ακόμη όμως και η κυρίαρχη στην κοινωνία μας «γλώσσα»,αρκεί για να καταδείξει την αποτυχία του εορτασμού. Τόσο την περίοδο που διανύουμε όσο και την αντίστοιχη προ του Πάσχα οι ευχές που ανταλλάσσουμε μεταξύ μας δεν είναι πλέον «καλά Χριστούγεννα» ή «καλό Πάσχα» αντίστοιχα, αλλά «καλές γιορτές». Δεν αναφερόμαστε πλέον στα γεγονότα της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της τριημέρου Αναστάσεώς του, αλλά γενικώς και αορίστως σε «γιορτές».

Ο προβληματισμός όμως καθ’ οδόν προς τα Χριστούγεννα έχει και άλλες πτυχές, οπότε θα χρειαστεί να επανέλθουμε.