Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Στη λαϊκή λατρεία των αγίων έχουν αφιερωθεί πολλές και σημαντικές μελέτες. Για να κατανοήσουμε πλήρως το πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφεται η «λαϊκή λατρεία» ή η λαϊκή λατρευτική τιμή καλύτερα, των αγίων, θα ήταν ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ορισμένες πληροφορίες για την ελληνική λαϊκή «αγιολατρία», τα χαρακτηριστικά και τα γνωρίσματά της, ώστε όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια να είναι απολύτως σαφή. Η αγιολατρία αποτελεί βασικό μέρος της θρησκευτικής λαογραφίας ενός τόπου, επειδή σε αυτήν περιλαμβάνονται όχι μόνο αρχέγονες και προσαρμοσμένες σε νέα πολιτισμικά, ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα μορφές λαϊκής θρησκευτικότητας, αλλά και η ουσιαστική στάση του λαϊκού ανθρώπου απέναντι στο υπερφυσικό, του οποίου οι άγιοι αποτελούν κύριες και καθοριστικές μορφές.

Οπως είναι γνωστό, στην παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά του λαού οι άγιοι συχνά έχουν πάρει τη θέση παλαιότερων θεοτήτων και η λατρεία τους αποτελεί τον κύριο τρόπο έκφρασης της θρησκευτικότητας του λαού. Για τους λόγους αυτούς, μετά τη μελέτη των αρχέγονων τελετουργιών που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή, προχωρούμε στην ανάλυση και ερμηνεία ορισμένων μορφών της αγιολατρίας, με στόχο την πληρέστερη, κατά το δυνατόν, διερεύνηση της θρησκευτικής λαογραφίας, η οποία και πολύμορφη αλλά και όλως ενδιαφέρουσα είναι. Και τούτο, επειδή η λαϊκή λατρεία παρουσιάζει όχι μόνο αρχαϊκότητες, αλλά δεδομένα προσαρμογής των παλαιών στοιχείων σε νέες συνθήκες, εις τρόπον ώστε να καθίσταται πραγματικό λαογραφικό παράδειγμα.

Η μελέτη της αγιολατρίας μας δείχνει ότι ο λαϊκός άνθρωπος έχει δομήσει ένα υπερφυσικό δίκτυο προστασίας για την καθημερινή του ζωή, το οποίο επεκτείνεται σε όλη τη διάρκεια του κύκλου του χρόνου. Οι εορτές των αγίων, με την ετήσια περιοδικότητά τους, ορίζουν τον εορταστικό και τον καθημερινό χρόνο της παραδοσιακής κοινότητας και αποτελούν ορόσημα για την παραδοσιακή καθημερινότητα των κατοίκων. Αποτελούν δε και έναν σημαντικό ενοποιητικό παράγοντα της κοινωνικής ζωής, καθώς λειτουργούν με τρόπο που δομεί και ανα-δομεί κοινωνικές σχέσεις και διαμορφώνει συμπεριφορές οι οποίες συνέχουν κάθε αγροτοκτηνοτροφική κοινωνία.

Πρόκειται λοιπόν για ένα ετήσιο δίκτυο που λειτουργεί διπλά: αφενός μεν δημιουργεί την αίσθηση της υπερφυσικής προστασίας στους κατοίκους και μάλιστα σε συνθήκες της παραδοσιακής κοινότητας, σε συνθήκες δηλαδή μίας κατά βάση προβιομηχανικής κοινωνίας, με μικρές δυνατότητες παρέμβασης στη φύση μέσω της τεχνολογίας. Αφετέρου δε ορίζει τον ετήσιο χρονικό κύκλο, με τρόπο που οριοθετεί την καθημερινή ζωή, δημιουργεί όρια και περιορίζει δραστηριότητες, ώστε να δημιουργεί την αίσθηση μίας κοσμικής τάξης και ιεραρχίας, προς την οποία υπακούν και οι δραστηριότητες των ανθρωπίνων κοινωνιών. Τα εθνογραφικά παραδείγματα που διαθέτουμε από διάφορες ελληνικές περιοχές είναι απολύτως ενδεικτικά για τον τρόπο με τον οποίο η αγιολατρία λειτουργεί ως υπόδειγμα δόμησης και αντίληψης ή πρόσληψης του χρόνου και του χώρου από την παραδοσιακή κοινότητα.

Μέσα στα πλαίσια της αγιολατρίας μπορούμε να εντοπίσουμε όλα εκείνα τα δεδομένα που αποτελούν διαβατήριες οδούς από το εδώ στο επέκεινα, από το φυσικό στο υπερφυσικό, καθώς οι άγιοι λειτουργούν ως οι κατεξοχήν μεσολαβητές ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Μεσολαβώντας ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο, ο άγιος γίνεται αγωγός καθαγιασμού της φύσης και αυτό τονίζεται στα έθιμα που συνοδεύουν τη λαϊκή λατρεία τους. Από την άλλη πλευρά, η αγιολατρία λειτουργεί επίσης ως συμβολικό σύστημα καθαγίασης του κύκλου δραστηριοτήτων και επαγγελματικών απασχολήσεων της παραδοσιακής κοινότητας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αγιολατρία ουσιαστικά εγκαθιδρύει ένα παράλληλο ημερολόγιο για τον λαϊκό άνθρωπο, τελετουργικό και υπερφυσικά ενισχυμένο, που λειτουργεί ως οδηγός και κανόνας δράσης, διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος, οργάνωσης των παραδοσιακών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συμβολικής αντιμετώπισης των δυσχερειών της σχέσης του λαϊκού ανθρώπου με τη φύση. Σε αυτή της μάλιστα τη διάσταση, η αγιολατρία αποκτά διαστάσεις ενός λατρευτικού κανόνα της διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος από τις παραδοσιακές κοινωνίες, η έρευνα του οποίου θα πρέπει βεβαίως να συνεχιστεί συστηματικά και μεθοδικά.

Τέλος, η αγιολατρία λειτουργεί ως δίκτυο συμβολικής επαφής και διαλόγου του ανθρώπου με το επέκεινα και το υπερφυσικό. Είναι τόση η ανάγκη της τελετουργικής αυτής αγιολατρίας για την ψυχολογική και πνευματική ισορροπία των λαϊκών ανθρώπων, ώστε φτάνουν στο σημείο να τιμούν και ανύπαρκτους αγίους, που έχουν μάλλον σχηματιστεί από παρεξηγήσεις ορισμένων λειτουργικών και λατρευτικών τύπων. Η αγιολατρία και οι αντίστοιχες αγιολατρικές εκδηλώσεις αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις εφαρμογής της θεωρίας των αρχετυπικών στοιχείων. Πέρα όμως από την ιστορική και συγκριτική διάσταση του θέματος, παραμένει η διαπίστωση της λειτουργίας του συστήματος αγιολατρίας ως συμβολικού τρόπου περιχαράκωσης της καθημερινότητας των ανθρώπων, γεγονός που θέτει τις βάσεις αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις κοινωνικές συνθήκες και στα λατρευτικά θέσμια, στις παραδοσιακές κοινωνίες. Πρόκειται για μία βασική όψη των λατρευτικών δομών, που προσδιορίζει τη λαϊκή θρησκευτικότητα των ελληνικών παραδοσιακών κοινοτήτων.