Tου Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Η οικογένεια θεμελιώνεται επάνω στον γάμο, όπως είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα στο πρώτο τμήμα του άρθρου. Και είναι εμπειρικά γνωστό σε όλους ότι τα θεμέλια αποτελούν το πιο σπουδαίο δομικό στοιχείο κάθε οικοδομήματος. Εφ’ όσον λοιπόν ο γάμος θεμελιώνει την οικογένεια, είναι φυσικό όλες οι κοινωνίες να δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτόν τον θεμέλιον «λίθον». Ο Μοδεστίνος μάλιστα στον σχετικό ορισμό του για τον γάμο, αντλώντας γνώση από τα κρατούντα στην εποχή του αλλά και από άλλες προγενέστερες εποχές, βλέπει την «κοινωνία» που διαμορφώνει η «συγκλήρωση του βίου παντός» ενός άνδρα με μία γυναίκα να «χτίζεται» με υλικά «θείου και ανθρωπίνου δικαίου». Βλέπει δηλ. να ενσωματώνονται μέσα στα θεμέλια της οικογένειας τα θρησκευτικά πιστεύματα των ανθρώπων (όποια κι αν ήσαν αυτά) με τις συμβατικές κανονιστικές ρυθμίσεις της κοσμικής εξουσίας που σχετίζονται με τον γάμο. Αυτή η ζεύξη του θεϊκού με τον ανθρώπινο νόμο είναι ακατάλυτη μέσα στους αιώνες από την αρχαιότητα μέχρι την σύγχρονη εποχή, παρά τις αλλοιώσεις που παρουσιάζει στις μέρες μας.

Γράφοντας λοιπόν ο Μοδεστίνος τον ορισμό του για τον γάμο δεν μπορούσε να προσπεράσει το θεϊκό στοιχείο από αυτόν, αφού είναι σύμφυτο με τη ζωή των ανθρώπων. Τον είχε βεβαιώσει για αυτό δύο αιώνες νωρίτερα ο Πλούταρχος, όταν έλεγε ότι όσα μέρη κι αν επισκεφθεί κάποιος στον κόσμο, δεν θα βρει πουθενά ανίερη «πόλη», χώρα δηλ. της οποίας οι κάτοικοι να μην αισθάνονται την ανάγκη της επαφής με τον Θεό. Εύλογα άλλωστε, αφού όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι με την κλίση να αναζητούμε τον Δημιουργό μας, έστω κι αν δεν μπορούμε να Τον δούμε. Ακριβώς όπως συμβαίνει με τα άλογα ζώα, τα οποία κι όταν ακόμη δεν βλέπουν καθαρά τον ορίζοντα μπροστά τους, ψάχνουν με το ένστικτο να πορευθούν εκεί όπου βρίσκεται η μήτρα που τα γέννησε. Από την άποψη αυτή τα ίδια θα μας έλεγε και σήμερα ο Πλούταρχος, αν περιδιάβαζε τον κόσμο στην σύγχρονη εποχή, έστω κι αν συναντούσε κάπου αθεϊστικά καθεστώτα, όπως ήσαν οι Μπολσεβίκοι στην πρώην  Σοβιετική Ενωση ή οι Νέο-Μπολσεβίκοι πρόσφατα στην Ελλάδα. Τα καθεστώτα εκφράζουν πάντα τα πιστεύματα των κυβερνώντων. Οχι αναπόφευκτα και τις πεποιθήσεις των κυβερνωμένων, μολονότι οι κυβερνώντες επιδιώκουν με την πολιτική που ασκούν να τις επηρεάσουν.

Εάν λοιπόν διαβάσουμε υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων τον ορισμό του Μοδεστίνου για τον γάμο, εύκολα θα αντιληφθούμε, γιατί ο Μοδεστίνος δίνει ιδιαίτερη σημασία στο θεϊκό στοιχείο στη σύναψη αυτού. Παράλληλα όμως θα μπορέσουμε να βρούμε και την εξήγηση της σχετικής στατιστικής που μας δείχνει ότι οι θρησκευτικοί γάμοι πέρασαν πια σε δεύτερη θέση στις προτιμήσεις των νεαρών ζευγαριών. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο τύπος του γάμου είναι συνάρτηση των πεποιθήσεων εκείνων που τον τελούν. Οσοι πιστεύουν ότι ο γάμος είναι μυστήριο, αποζητούν ασφαλώς την ευλογία της Εκκλησίας στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής. Οσοι όμως βλέπουν τον γάμο ως μία απλή ληξιαρχική πράξη ή μία τυπική συμβατική σχέση, περνούν από το Δημαρχείο ή καταφεύγουν στον Συμβολαιογράφο για να φτιάξουν Σύμφωνα Συμβίωσης.

Ετσι με δεδομένη τη βαθμιαία αύξηση της αθεΐας μεταξύ των νέων ανθρώπων, γίνεται φανερό ότι σήμερα ο θρησκευτικός γάμος βρίσκεται σε μία σχέση αντίστροφης αναλογίας προς τις αθεϊστικές πεποιθήσεις. Οσο αυξάνονται οι τελευταίες, τόσο μειώνεται ο αριθμός εκείνων που συνάπτουν θρησκευτικό γάμο. Μέσα όμως από την αρνητική για τον θρησκευτικό γάμο στατιστική, προκύπτει και μία άλλη σχέση αντίστροφης αναλογίας, αν ληφθεί υπόψη η θετική επίδραση που ασκεί η θρησκευτική πίστη στην ηθική διάπλαση των ανθρώπων και ιδίως των νέων. Αυτό μπορούμε να το δούμε καθαρά με μία απλή σύγκριση της σημερινής οικογένειας με την οικογένεια παλαιότερων εποχών: Εάν παρομοιάζαμε την οικογένεια του χθες και του σήμερα με ένα «πλεούμενο», θα λέγαμε ότι τότε είχαμε «σαπιοκάραβα», ενώ σήμερα «χλιδάτα βαπόρια». Κι όμως με αυτά τα «σαπιοκάραβα», που τα «πλοηγούσε» ο Χριστός, οι προπάτορές μας μάς πηγαινοφέρνανε καθημερινά στη «θάλασσα» της ζωής, χωρίς να έχουμε ποτέ «ναυάγια». Σήμερα, μολονότι κυκλοφορούμε με «ταχύπλοα» και πολυτελή «σκάφη» έχει γεμίσει η ζωή μας «ναυάγια»: οικογενειακά, ατομικά, ηθικά, οικονομικά, κοινωνικοπολιτικά κ.ά.

Ανάλογα ισχύουν και για την άλλη αρνητική στατιστική, η οποία σχετίζεται  ομοίως με την οικογένεια. Μόνο που αυτή, σε αντίθεση με τον γάμο, μας δείχνει πώς αποδομείται μέσω του διαζυγίου η οικογένεια. Η στατιστική αυτή μας πληροφορεί ότι με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται μία σημαντική αύξηση του αριθμού των διαζυγίων. Βέβαια πρέπει να πούμε εδώ ότι τα διαζύγια δεν είναι ένα νέο «φρούτο» της εποχής που δεν υπήρχε παλαιότερα, όπως γίνεται με κάποιες καινούργιες μορφές γάμου. Διαζύγια υπήρχαν ανέκαθεν και θα συνεχίσουν -δυστυχώς- να υπάρχουν, όσο βρίσκονται κάποιοι σύζυγοι οι οποίοι είτε διότι μπήκε κάποιος άλλος στη μέση, είτε διότι κουράστηκαν να «σέρνονται» πίσω από μία φθαρμένη σχέση, διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν ή δεν θέλουν πια να συγχρονίζουν τον «βηματισμό» τους με τον άνθρωπο εκείνο που τον διάλεξαν για να μοιραστούν μαζί του τη ζωή τους. Το μόνο μεταβλητό στοιχείο που παρατηρείται διαχρονικά στη λύση του γάμου είναι ο δυσκολότερος ή ευκολότερος τρόπος της διάζευξης, που συγκλίνει πάντως σε έναν κοινό τόπο: Την ματαιότητα της προσπάθειας να κρατηθεί «ζωντανός» ένας «κλινικά νεκρός» γάμος. Εκείνον, ο οποίος νιώθει «φυλακή» το ίδιο του το σπίτι και προσπαθεί να «αποδράσει» από αυτό, ουδείς μπορεί να τον κρατήσει «δέσμιο» μέσα σε αυτό. Δεν έχει άλλωστε νόημα. Τα «δεσμά» του γάμου, για τα οποία γίνεται συχνά λόγος, δεν έχουν μέσα τους κανέναν καταναγκασμό. Συνιστούν αυτοδέσμευση των συνερχομένων σε κοινωνία γάμου για την επίτευξη των σκοπών του. Αποτελούν εκούσια «απαλλοτρίωση» του «εγώ» για να χτιστεί επάνω στο έδαφός του το «εμείς», που αποτελεί την πεμπτουσία της οικογένειας.

Το θεϊκό στοιχείο που συμμετέχει -σύμφωνα με τον ορισμό του Μοδεστίνου- στη σύναψη του γάμου, εκδηλώνει τη θετική του συμβολή και στην περίοδο που θα αρχίσουν να φαίνονται οι πρώτοι «κραδασμοί», οι πρώτες «ρωγμές» στην έγγαμη σχέση. Αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό στην Χριστιανική Διδασκαλία, που βλέπει τον γάμο ως ιερό θεσμό δοσμένο από τον ίδιο τον Θεό στους ανθρώπους, κατά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου: «Ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω». Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι κάθε διαζύγιο, ανεξάρτητα από την πηγή που το τροφοδοτεί, δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο, παρά ένα «καπρίτσιο», ένας «παροξυσμός» του εγώ, ο οποίος μετατρέπει τον σύζυγο που τον βιώνει σε «οδοστρωτήρα» με τον οποίο «ισοπεδώνει» επιπόλαια την οικογένειά του. Ο λόγος του Ναζωραίου λειτουργεί ευεργετικά και μέσα στην κρίση του γάμου. Μιλάει με την πραότητά Του σε εκείνους που Τον πιστεύουν και προσπαθεί να ηνιοχήσει τον εγωιστικά αφηνιασμένο άνθρωπο σε πράξεις ταπείνωσης και σωφροσύνης, τις οποίες μόνον ο Χριστιανισμός διδάσκει... Προσπαθεί να τον «κατεβάσει» από τον «οδοστρωτήρα» και να τον κάνει να μην σκέπτεται πια την «ισοπέδωση», αλλά τη δημιουργική φροντίδα του κοινού βίου με το έτερον ήμισυ μέσα από την κοινωνία του εμείς.

Κοιτάζοντας κάποιος την αρνητική στατιστική των διαζυγίων, εάν αναζητήσει την μορφή τέλεσης του γάμου, θα δει ότι οι εκκλησιαστικοί γάμοι δίνουν τα μικρότερα ποσοστά διαζυγίων σε σχέση με τους γάμους που έχουν τελεστεί στο Δημαρχείο ή με Σύμφωνα Συμβίωσης. Και αυτό λέει, νομίζω, πολλά σε όσους θέλουν να διαμορφώσουν μία υγιή κοινωνία απαλλαγμένη από τις παθογένειες του βασικότερου κυττάρου της.