Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος καί Υμηττού κ. Δανιήλ

Στη Βίβλο, ο αμαρτωλός είναι ένας χρεώστης που ο Θεός µε την άφεσή του, του χαρίζει το χρέος[1]. Απαλλαγή τόσο αποτελεσματική ώστε ο Θεός να μην βλέπει πια την αμαρτία, που είναι σαν να ρίχτηκε πίσω Του[2], που αφέθηκε[3], εξιλεώθηκε, καταστράφηκε[4]. Ο Χριστός, χρησιµοποιώντας το ίδιο λεξιλόγιο, υπογραμμίζει ότι η απαλλαγή  είναι χαριστική και ο χρεώστης αναξιόχρεος[5], ότι δηλαδή η άφεση ούτε επιβάλλεται, ούτε εξαγοράζεται. Ο Θεός εξαφανίζει, διαγράφει τα παραπτώματά μας χωρίς να είναι υποχρεωμένος. Το αρχέγονο κήρυγμα έχει ως αντικείμενο, μαζί με τη δωρεά του Πνεύματος, τη συγχώρεση των αμαρτιών που είναι το πρώτο του επακόλουθο και που την ονομάζει «άφεση»[6]. Αλλες λέξεις: εξαγνίζω, πλύνω, δικαιώνω, εμφανίζονται στα αποστολικά συγγράµµατα, επιμένουν στη θετική όψη της αφέσεως και την εμπλουτίζουν;

Η συγγνώμη των παραπτωμάτων

Στη χριστιανική ευσέβεια ο πιστός υποχρεούται να συγχωρεί τα παραπτώματα των αδελφών του για να δικαιούται να ζητήσει τη συγχώρηση των δικών του παραπτωμάτων από τον Θεό Κριτή.

Σταδιακά καλλιεργείται ο πιστός από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης να συγχωρεί, να ανέχεται με μακροθυμία όσους τον αδικούν.

Ηδη στην Παλαιά Διαθήκη, ο Νόμος όχι µόνο βάζει όριο στην εκδίκηση με τον κανόνα των αντιποίνων[7], αλλά ακόµη απαγορεύει το µίσος για τον αδελφό, την εκδίκηση και τη µνησικακία προς τον πλησίον[8]. Ο σοφός υιός Σειράχ μελέτησε αυτές τις διατάξεις και ανακάλυψε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη συγγνώμη που παραχωρεί ο άνθρωπος στον όμοιό του και στην άφεση που ζητάει από τον Θεό: «Αφες αδίκημα τω πλησίον σου και τότε δεηθέντος σου αι αμαρτίαι σου λυθήσονται. Ανθρωπος ανθρώπω συντηρεί οργήν, και παρά Κυρίου ζητεί ίασιν; Επ’ άνθρωπον όμοιον αυτώ ουκ έχει έλεος, και περί των αμαρτιών αυτού δείται;»[9]. Το Βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος συμπληρώνει αυτή τη διδασκαλία, θυμίζοντας στον δίκαιο, ότι στις κρίσεις του πρέπει να έχει ως πρότυπο την ευσπλαχνία του Θεού[10].

Ο Ιησούς θα επαναλάβει αυτή τη διπλή διδασκαλία και θα τη µετασχηματίσει. Οπως ο υιός Σειράχ έτσι και ο Ιησούς διδάσκει ότι ο Θεός δεν μπορεί να συγχωρέσει αυτόν που δεν συγχωρεί και ότι για να ζητήσει κανείς τη συγγνώµη του Θεού, πρέπει να συγχωρέσει τον αδελφό του. Η παραβολή του ανελέητου χρεοφειλέτη προβάλλει εντυπωσιακά αυτή την αλήθεια[11] πάνω στην οποία επιμένει ο Χριστός[12] και δεν μας αφήνει να την ξεχάσουμε, ορίζοντάς µας να την επαναλαμβάνουμε καθηµερινά στην Κυριακή προσευχή, «Αφες ημίν τα παραπτώματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Οφείλουμε να είμαστε σε θέση να λέμε ότι συγχωρούμε. Αυτή η διαβεβαίωση συνδέεται με την παράκλησή µας, άλλοτε με ένα «διότι», που κάνει τη συγγνώμη µας τον όρο για τη θεία άφεση[13], άλλοτε µε ένα «ως», που τη θέτει ως το μέτρο της αφέσεως[14].

Ο Ιησούς προχωρεί ακόμη περισσότερο: δίνει, όπως και το Βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος, τον Θεό ως πρότυπο ευσπλαχνίας[15] σ’ αυτούς που είναι ο Πατέρας τους και που οφείλουν να Τον μιμούνται για να είναι αληθινά παιδιά Του[16]. Η συγγνώμη δεν είναι µόνο προϋπόθεση της νέας ζωής, αλλά αποτελεί ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της: ο Ιησούς δίνει λοιπόν εντολή στους πιστούς να συγχωρούν απεριόριστα τα παραπτώματα των αδελφών τους, σε αντίθεση προς τον αμαρτωλό, που έχει την τάση να εκδικείται υπέρμετρα[17].

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου[18], ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος πεθαίνει συγχωρώντας[19]. Ο Χριστιανός για να νικήσει όπως αυτοί το κακό με το καλό[20], οφείλει να συγχωρεί πάντοτε, και να συγχωρεί από αγάπη, όπως ο Χριστός[21], όπως ο Πατέρας Του[22].

 

[1] Εβραϊκά salah: Αριθμών 14, 19

[2] Ησαΐου 38, 17

[3] Εβραϊκά nasa. Εξόδου 32, 32

[4] Εβραϊκά kippèr. Ησαΐου 6,7

[5] Λουκά 7,42. Ματθαίου 18, 25 εξ.

[6]Λουκά 7,42. Πράξεων 2,38

[7] Εξόδου 21,55

[8] Λευιτικόν 19,17 εξ.

[9] Σοφία Σειράχ 27, 30-28,7                                                                             

[10] Σοφία Σολομώντος 12, 19-22

[11] Ματθαίου 18,23-35.

[12] Ματθαίου 6,14 εξ.

[13] Λουκά 11,4

[14] Ματθαίου 6,12

[15] Λουκά 6,35 εξ.

[16] Ματθαίου 5,43 εξ. και 48

[17] Ματθαίου 18,21 εξ. Βλ. Γενέσεως 4,24

[18]Λουκά 23,34

[19] Πράξεων 7,60

[20] Προς Ρωμαίους 12,21. Βλ. Α΄ Πέτρου 3,9

[21] Προς Κολοσσαείς 3,13

[22] Προς Εφεσίους 4,32