Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης


Πολλά ακούγονται και γράφονται για την λαμπρή λειτουργική παράδοση της Ορθοδοξίας. Αλλα είναι ακριβή και άλλα όχι, στα περισσότερα όμως από αυτά διαπιστώνεται μία ριζική σύγχυση ανάμεσα σε όσα αποτελούν τις παλαιότερες ορθόδοξες λειτουργικές μορφές και σε όσα δημιουργήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, ιδίως μετά την άλωση του 1453, οπότε οι λειτουργικές μορφές εμπλουτίστηκαν, καθώς στη συνείδηση του Γένους υποκαθιστούσαν και μεγάλο μέρος του χαμένου πλέον δημόσιου αυτοκρατορικού τυπικού.

Βέβαια, όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, η παράδοση αποτελεί δυναμικό ρεύμα που επιδέχεται ανανέωση και τροποποίηση, γι’ αυτό και είναι πραγματικότητα ζωντανή, σε διαλεκτική σχέση προς τις συνθήκες της κοινωνίας που τη συντηρεί και την αναπαράγει. Το ζήτημα όμως είναι σε ποιο βαθμό αφήνεται να λειτουργήσει με βάση τους νόμους που τη διέπουν και σε ποιο βαθμό αποτελεί κατασκευή, που σχεδιάζεται ώστε να εξυπηρετεί σκοπούς συλλογικούς και προσωπικές στρατηγικές, επενδύοντάς τα με τον εξαγνιστικό μανδύα μίας δήθεν «παράδοσης».

Φυσικά το πρόβλημα αυτό υφίσταται και στην περίπτωση της εκκλησιαστικής παράδοσης, υπό την έννοια ότι και αυτή διαμορφώνεται. Και είναι βέβαια αναντίρρητο ότι η ορθόδοξη λειτουργική παράδοση διακρίνεται από μια ιδιαίτερη λαμπρότητα, το ζήτημα όμως εν προκειμένω είναι η ισορροπία μεταξύ πνευματικής και υλικής λαμπρότητας, η οποία δίνει τον τόνο στην όλη σύνθεση. Κι αυτό επειδή στη διάρκεια της ζωής μου έχω δει ολιγογράμματους πιστούς ιερείς να λειτουργούν ακτινοβολώντας πίστη, κατάνυξη και ευλάβεια μέσα στα τριμμένα άμφιά τους και μεγαλοσχήμονες νεαρούς και σπουδασμένους λειτουργούς, περιβεβλημένους με άμφια χρυσοπόρφυρα, να χάνονται μέσα στην ανυπαρξία πνευματικής λάμψης.

Πώς νοείται λοιπόν στον χώρο της Ορθοδοξίας η «λαμπρότητα»; Οπωσδήποτε όχι εξαρτημένη από υφάσματα, σταυρούς επιστήθιους, εγκόλπια και άλλα λειτουργικά εξαρτήματα. Ταυτοχρόνως δε και μέσω αυτών, υπό την έννοια της υποταγής της ύλης στους σκοπούς του πνεύματος, και όχι το αντίστροφο. Εννοώ με αυτό την μετρημένη και μετά από περίσκεψη χρήση στοιχείων που σε άλλα περιβάλλοντα δίνουν διαφορετική εντύπωση: αλλιώς φαίνεται στα μάτια του προσκυνητή το στολισμένο καθολικό μίας μονής, που αποτελεί όαση στην έρημο μιας ζωής και πρακτικής λιτής και ασκητικής, και αλλιώς φαντάζει στα μάτια του ενορίτη η μεταφορά και μίμηση των στοιχείων αυτών στην διακόσμηση ενός ενοριακού ναού.

Κι αυτό επειδή στην δεύτερη περίπτωση, και καθώς η ενορία βρίσκεται στο μέσο του θορύβου και της ακαταστασίας της καθημερινότητας, οι στολισμοί αυτοί κατά κανόνα επιτείνουν την αίσθηση της σύγχυσης και δίνουν την εντύπωση όχι μιας όασης, αλλά μίας ακόμη κοσμικής συνάθροισης. Δεδομένου δε ότι ο πιστός θέλει το ναό να εκφράζει την διαφορετικότητα σε σχέση με την καθημερινή του ζωή, τελικά η μεταφορά των μοναστικών στολισμών (χοροί πολυελαίων, ποδιές εικόνων και προσκυνηταρίων κ.λπ.) στις ενορίες, μόνο λίγους ικανοποιούν, αυτούς που συνήθως τους επιζητούν ενοχλώντας σχετικά τους εφημερίους, ενώ τους πιο πολλούς τους απωθούν, καθώς στη συνείδησή τους σχετίζονται με την κοσμική χλιδή και τον αδικαιολόγητο πλούτο.

Η λειτουργική λαμπρότητα της Ορθοδοξίας βρίσκεται λοιπόν στην απλότητα των τρόπων και στον πλούτο των νοημάτων, τα οποία όμως για να αναγνωρίσει και να βιώσει ο πιστός, πρέπει να είναι κατηχημένος και «λιβανισμένος». Το να τον θαμπώνουμε με σκαλίσματα και κεντήματα είναι εύκολο, δύσκολο αλλά απαραίτητο είναι να του καλλιεργήσουμε την ευλάβεια, την ευσέβεια και την προσευχή. Εύκολο επίσης είναι να τον κάνουμε να ασχολείται με το τι και πόσο παλιό είναι το άμφιο του ιερέα ή του αρχιερέα και με το πώς αποδόθηκαν οι λειτουργικοί ύμνοι από τους ιεροψάλτες, αλλά δύσκολο είναι να τον συνηθίσουμε να εντρυφά στα λόγια του Ευαγγελίου και στα νοήματα των ευχών, που δεν έχουν επίδραση όσο δυνατά και αν διαβάζονται από τον λειτουργό, αν δεν απευθύνονται σε πιστούς που τις κατανοούν και τις ενστερνίζονται.

Καιρός είναι λοιπόν να αφήσουμε την εύκολη «μεγαλοπρέπεια» και να βιώσουμε το νόημα της πραγματικής πνευματικής ορθόδοξης λαμπρότητας, πέρα από «στολές» και «επιστήθιους σταυρούς» - πέρα από αυστηρές εντολές νεαρών και κατά κανόνα ανίδεων ιερατικώς προϊσταμένων, οι οποίοι καμιά φορά συμπεριφέρονται σαν να ανακάλυψαν τον τροχό - με διάκριση, πίστη, μελέτη και συναίσθηση της ιερότητας των ακολουθιών.

Κι αυτή η συναίσθηση θα φέρει την βίωση της λειτουργικής λαμπρότητας χωρίς να χρειάζεται η διαμεσολάβηση υλικών όπως υφάσματα, ξύλα και μέταλλα, που αν δεν νοηθούν στην διάσταση της πνευματικής τους λειτουργικότητας παραμένουν απλή και αδρανής ύλη.