Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Διαχρονικά το ελληνικό Πάσχα έχει κάτι το ξεχωριστό στον εορτασμό του σε σύγκριση με τις άλλες εορτές. Γιορτάζουμε την Ανάσταση του Κυρίου από τα δεσμά του θανάτου, αλλά και την απελευθέρωση της φύσης από την «αιχμαλωσία» της στην παγωνιά του χειμώνα. Το Πάσχα είναι η Γιορτή της Ζωής. Αυτής και της Αλλης. Δεν έχει σημασία ότι κάποιοι γιορτάζουν το Πάσχα μόνο με την θωριά στη ζωή που ψηλαφούν. Πάντως αυτή η Μεγάλη Γιορτή της Χριστιανοσύνης σηματοδοτεί αληθινά τη Διάβαση (το λέει και το όνομά της) από τον θάνατο προς τη Ζωή. Την υμνούν οι Ιερείς και οι ψαλτάδες στις Εκκλησίες, τα πουλιά και τα λουλούδια με τα άνθη των δένδρων στην πλάση. Μία ευχαριστήρια «συναυλία» όλων στον Πλάστη για το μονάκριβο δώρο Του. Πώς να γιορτάσεις όμως το Πάσχα σε συνθήκες φυλακής; Χωρίς το «Δεύτε, λάβετε Φως» και τους Ασπασμούς της Αγάπης, με αυτοαπομόνωση των πολιτών στα σπίτια τους, με γενική απαγόρευση της κυκλοφορίας μέσα και έξω από τις πόλεις και τα χωριά. Και βέβαια με αποκλεισμό από τα πασχαλιάτικα έθιμα, στα οποία δεσπόζει ο οβελίας. Φέτος τον πασχαλιάτικο χορό στις αυλές ή στις πλατείες του χωριού δεν τον έσυραν χαρούμενοι χορευτές. Τους πρόλαβαν τα «σταγονίδια» του θανατηφόρου ιού της πανδημίας, που σαν τους διαβολικούς καλικάντζαρους έστησαν τον δικό τους «χορό» σε κάθε σπιθαμή γης. Γι’ αυτό το φετινό Πάσχα δεν ήταν Πάσχα των Ελλήνων. Ηταν Πάσχα του κορωνοϊού, αυτού του νοσογόνου παρασίτου στην Ευλογία του Θεού, αφού απομυζά τους χυμούς της Ζωής που χαρίζει Εκείνος.

Φυλακισμένοι μέσα στους χώρους του αυτοεγκλεισμού μας, εξαιτίας της επιδημίας του κορωνοϊού, μπορεί να στερηθήκαμε τον παραδοσιακό εορτασμό του Πάσχα, στην ουσία όμως δεν χάσαμε τίποτε, αν κρατήσαμε βαθιά μέσα μας το μήνυμά του: Την Ανάσταση του Χριστού. Οσοι την αμφισβητούσαμε μέχρι τώρα ή την προσεγγίζαμε με χλιαρή πίστη, είναι ευκαιρία, μετά το «φρένο» που αναγκασθήκαμε να βάλουμε στον φρενήρη ρυθμό της ζωής μας, να ξανακοιτάξουμε μέσα μας για να βρούμε το αληθινό νόημα της ζωής, μακριά όμως από το υλιστικό-κοσμικό φρόνημα με το οποίο την βλέπαμε μέχρι τώρα. Ας συλλογιστούμε: Ενα απειροελάχιστο σωματίδιο αρρωστημένης ύλης κρατάει σήμερα αιχμάλωτο ολόκληρο τον πλανήτη, στο κράτος της φθοράς και του φόβου που προκαλεί. Αυτή είναι η αξία της ζωής; Να μετριέται με το ευτελές και να τρέχει να κρυφτεί για να γλυτώσει από την απόρριψή της στην άβυσσο του μηδενός; Οχι βέβαια. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι αναλώσιμο αγαθό φτιαγμένο να χάνεται στη διαδρομή από το «απειροελάχιστο» στο «τίποτα». Πολλές φορές μάλιστα με έναν επώδυνο, βουβό ή εξευτελιστικό τρόπο, χωρίς τη δυνατότητα του ύστατου αποχαιρετισμού ή του τελευταίου ασπασμού προσφιλών προσώπων, όπως συμβαίνει σήμερα που ο θάνατος από την επιδημία μαζεύει καθημερινά σωρηδόν τους νεκρούς σαν το απορριμματοφόρο που περισυλλέγει αζήτητα δέματα με ληγμένη την ημερομηνία του ευπαθούς περιεχομένου τους. Η ζωή στον κόσμο της φθοράς. Τον αντιστρατεύεται με την αναστάσιμη σιγουριά του ο κόσμος της αφθαρσίας, την οποία χαρίζει σε όλους ο Χριστός. Στον κόσμο αυτό κρύβεται ο αληθινός θησαυρός της ζωής. Και για να τον βρούμε, πρέπει να δοκιμάσουμε να πορευτούμε ξανά τον δρόμο του Γολγοθά μαζί με τον Χριστό. Εκεί επάνω στον Τόπο του Κρανίου βρίσκεται το «θησαυροφυλάκιο» που χωράει την «ένδεια» όλων μας, αν θέλουμε να «πλουτίσουμε» με τα «χρυσαφικά» του. Αυτό το «θησαυροφυλάκιο» το είδε πρώτος ο έσχατος των ανθρώπων. Ο μετανιωμένος ληστής! Το «άνοιξε» όμως Εκείνος που κρατούσε το «κλειδί» του και το χρησιμοποίησε τη στιγμή που έσπασε τα «δεσμά» του Αδη.

Γολγοθάς και κενό Μνημείο. Ο Σταυρός και ο Τάφος. Τα δύο ορόσημα της Ανάστασης. Αν προβληματιστούμε βαθύτερα με τα μηνύματα και τις διδαχές τους, κάτι έχουν να μας πουν και για τον δικό μας Γολγοθά, από τον οποίο περνάει ο «δρόμος» της προσωπικής μας ανάστασης. Βέβαια η πίστη στην Ανάσταση δεν είναι το «αντίδοτο» που μας εξασφαλίζει «ανοσία» στη νοσογόνο δράση των απειροελάχιστων σωματιδίων που καταδυναστεύουν τη ζωή μας. Ο Χριστός δεν σταυρώθηκε και δεν αναστήθηκε για να μας απαλλάξει από τους κορωνοϊούς της κάθε επιδημίας, αλλά για να μας λυτρώσει από τον «κορωνοϊό» της αμαρτίας με τα αναρίθμητα «σταγονίδιά» του. Τις άλλες τις συμβατικές ασθένειες τις αφήνει ανέγγιχτες. Οχι διότι δεν μπορεί να τις θεραπεύσει (τα αναρίθμητα θαύματά Του με τη θεραπεία πολλών ασθενών βεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές), αλλά διότι οι ασθένειες αυτές επιτελούν ένα σπουδαίο έργο στην προσπάθεια της σωτηρίας μας: Είναι το «αμόνι», επάνω στο οποίο «σφυρηλατείται» η ψυχή μας για να πάρει το «σχήμα» που χρειάζεται, ώστε να μπορέσει να διέλθει την Πύλη της Βασιλείας των Ουρανών. Οι ασθένειες, για να μιλήσουμε με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου (Β΄ Κορ. ιβ΄ 7), είναι οι «σκόλοπες» της σάρκας, που μας έδωσε ο Θεός για να μας «κολαφίζουν» κάθε τόσο, ώστε να μην «φουσκώνουμε» από αλαζονεία και οίηση, αποστασιοποιούμενοι έτσι από τον κόσμο της Ανάστασης.

Εάν θέλουμε να βιώσουμε στην εντελέχειά του το νόημα της Ανάστασης, που μας ελευθερώνει από τον φόβο του σαρκικού θανάτου, πρέπει πρωτίστως να σκοτώσουμε τον «κορωνοϊό» του εγωισμού που μας έχει προσβάλει λίγο πολύ όλους. Τότε θα βγούμε από τη «διασωλήνωση» του ατομοκεντρισμού και θα αφήσουμε να «φυτρώσει» μέσα μας η αρετή της ταπείνωσης, που δεν χρειάζεται «αναπνευστήρα», αφού είναι η ίδια «οξυγόνο» και τούτης αλλά και της άλλης ζωής. Θα μπορέσουμε να μπούμε στην «τροχιά» της τελευταίας, όταν μετατρέψουμε τις «χάρτινες» μετοχές της ζωής μας σε άυλα «αξιόγραφα» που έχουν πέραση στην «Τράπεζα» της Ανάστασης.