Του π. Κωνσταντίνου Παπαθανασίου, δρος θεολογίας, εφημερίου ιερού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Π. Φαλήρου

 

Δεν είναι λίγοι όσοι ισχυρίζονται ότι πλέον η επιστήμη και η τεχνολογία επιδρούν σε τέτοιο βαθμό στην ανθρώπινη κοινωνία, που τη μεταβάλλουν σε πρακτικό επίπεδο και αλλάζουν τον τρόπο ζωής μας. Πρόκειται για αλλαγές που μεταλλάσσουν ακόμη και τις αρχές του ανθρώπου και τις δημιουργικές ικανότητές του. Αναπόφευκτο, λοιπόν, είναι ότι οι συντελούμενες αλλαγές επηρεάζουν την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία. Ο τρόπος συνύπαρξης και η διαπροσωπική συμβίωση αρχίζουν να περνούν μέσα από αυστηρές ορθολογικές απαιτήσεις, ενώ παραμερίζονται η ουσία της θεολογικής διάστασης και το άρωμα της εκκλησιαστικής πνευματικότητας, η οποία άδικα χαρακτηρίζεται ως κατάλοιπο της ειδωλολατρίας. Έτσι, η παρουσία του νόμου επιδιώκει να υποκαταστήσει την παρουσία του Θεού και η άβουλη ενδοτικότητα του ανθρώπου καθυποτάσσει τη μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Ο τρόπος συνύπαρξης και η διαπροσωπική συμβίωση αρχίζουν να περνούν μέσα από αυστηρές ορθολογικές απαιτήσεις, ενώ παραμερίζονται η ουσία της θεολογικής διάστασης και το άρωμα της εκκλησιαστικής πνευματικότητας

Εισήλθε, λοιπόν, στη σύγχρονη ζωή ο όρος «σύμφωνο συμβίωσης». Το τι είναι αυτό διασαφηνίζει το νομοθετικό πλέον κείμενο: «Η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους» (Ν. 3719/2008). Για την αγιοπνευματική παράδοση της Εκκλησίας η διατύπωση αυτή παραμένει ελλειμματική, καθώς αποδέχεται μεν τη φυσική έλξη του άνδρα από τη γυναίκα και αντιστρόφως, με την προοπτική δε ότι ανοίγει τον δρόμο προς το μυστήριο της αγάπης και του γάμου ως πηγής και λίκνου της ανθρώπινης ζωής και οδού προς τη χριστιανική τελειότητα για συζύγους και παιδιά. Η Εκκλησία ευλογεί αυτή την έγγαμη σχέση και θεωρεί την οικογένεια, που ο χριστιανικός γάμος εγκαινιάζει, μικρή «κατ’ οίκον» εκκλησία.

Πράγματι, η εκκλησιαστική εμπειρία μαρτυρεί ότι ο θεσμός του γάμου και εν συνεχεία της οικογένειας ξεκινά ως όντως μέγα μυστήριο, καθώς ο ίδιος ο Χριστός γίνεται το θεμέλιο της νέας ανδρόγυνης ενότητας. Εκείνος που είναι η Αγάπη (Α΄ Ιωάν. 4:8). Ποτέ η βιβλική ή πατερική διδασκαλία δεν έκαναν λόγο για τον γάμο ως μια απλή συμβίωση για χάρη των παιδιών ή της κοινωνικής ευπρέπειας. Αντίθετα, με την ευλογία του Θεού αφενός και την ψυχοσωματική ενότητα αφετέρου, ως σύζυγοι ο άντρας και η γυναίκα βιώνουν και συμπορεύονται σε μια μυσταγωγική κοινωνία αγάπης, στη μέθεξη του ενός με τον άλλο.

Η τεράστια διαφορά ως προς την αποδοχή ενός συμφώνου συμβίωσης από την Εκκλησία έγκειται κυρίως στον όρο «αυτοπροσώπως», όταν δύο ενήλικα ετερόφυλα πρόσωπα «οργανώνουν τη συμβίωσή τους». Το πρωταρχικό που σπουδάζουμε στον αγιαστικό χώρο της Εκκλησίας είναι η ταυτότητά της ως σώματος Χριστού, που σημαίνει ότι όποιος ελεύθερα επιθυμεί να εισέλθει γίνεται κι ο ίδιος μέλος αυτού του Σώματος, δηλαδή εγκεντρίζεται σε κοινωνία με τον Θεό. Μαθαίνει να ζει εκκλησιαστικά, σε θεανθρώπινη συνέργεια και «εν συνάξει», και όχι σε απευθείας σχέση με τον Θεό και, μάλιστα, να βιώνει συλλογικά με όλους τους πιστούς το εκκλησιαστικό γεγονός, τη νέα εσχατολογική οικογένεια του Θεού, να εκκλησιοποιείται και να Χριστοποιείται, καθώς με τη συνεχή έλλαμψη του Πνεύματος εντός της Εκκλησίας αλλοιώνονται τα πάντα, μεταλλάσσεται ακόμη και αυτή η κοσμική ζωή του ανθρώπου.

 

Το νέο σύμφωνο για ομόφυλα ζευγάρια

Επανήλθε πρόσφατα στον δημόσιο βίο ο όρος «σύμφωνο συμβίωσης», με μια απευκταία επέκταση-προσθήκη. Προτάθηκε, δηλαδή, το σύμφωνο συμβίωσης να επεκταθεί και στα ομόφυλα «ζευγάρια», σε εκείνα του ιδίου φύλου, και με τον τρόπο αυτό να αναγνωρίζεται επίσημα από το κράτος η σχέση μεταξύ ομόφυλων (ή ομοιόφυλων) «ζευγαριών», ενώ θα αναγνωρίζει ο νόμος και τις οικογενειακές σχέσεις που δημιουργούνται. Και η διατύπωση του σχεδίου νόμου έχει ως εξής: «Η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων ή ομόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο». Έτσι, θα ρυθμίζονται οι έννομες σχέσεις ατόμων με οποιονδήποτε σεξουαλικό προσανατολισμό (σε αυτά τα άτομα περιλαμβάνονται οι ομοφυλόφιλες γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι άνδρες, τα αμφιφυλόφιλα και τα διεμφυλικά άτομα).

Θα διευκρινίσουν στην αιτιολογική τους έκθεση ότι το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης δεν είναι ένας «ατελής» γάμος, αλλά ένα θεσμικό μόρφωμα εναλλακτικής συμβίωσης ετερόφυλων ή ομόφυλων προσώπων. Αυτό δεν συνιστά επομένως υποκατάστατο ενός ανέφικτου γάμου, δεν απευθύνεται σε εκείνους που αδυνατούν να συνάψουν γάμο, αλλά αποτελεί «aliud» σε σχέση με τον γάμο και επιλέγεται από αυτούς που επιθυμούν πιο ελεύθερη μορφή θεσμοποιημένης συμβίωσης. Αγνοούν, όμως, όσοι ισχυρίζονται αυτές τις θέσεις πόσο επαναστατική ήταν η θετική στάση της Εκκλησίας πριν από είκοσι αιώνες, όταν θεώρησε τον άνθρωπο ενιαία ψυχοσωματική οντότητα και τις ανθρώπινες λειτουργίες και σχέσεις ως ψυχοσωματικές εκδηλώσεις της ενότητας του ανθρώπινου προσώπου. Ακόμη, παραβλέπουν ότι όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους δεν βρίσκονται στον άνδρα μόνο του, ούτε στη γυναίκα μόνη της. Με άλλα λόγια, από μόνοι τους είναι μισά όντα ή μισόπλευροι, που αποζητούν την ολοκλήρωση και την αλληλοσυμπλήρωση.

Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να αναφερθεί ο λόγος του Αποστόλου Παύλου, που χαρακτηρίζει τις «εναλλακτικές μορφές» οικογένειας, τα εισαγόμενα υποπροϊόντα αποχριστιανισμένων κοινωνιών, ως βαρύ, θανάσιμο σαρκικό αμάρτημα, το οποίο, αν ο άνθρωπος που το διαπράττει δεν μετανοήσει, τον αποκλείει από τη βασιλεία του Θεού: «Ή μήπως δεν ξέρετε ότι άνθρωποι άδικοι δεν θα έχουν θέση στη βασιλεία του Θεού; Μην έχετε αυταπάτες· στη βασιλεία του Θεού δεν θα έχουν θέση ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτρες, ούτε μοιχοί, ούτε θηλυπρεπείς, ούτε αρσενοκοίτες, ούτε πλεονέκτες, ούτε κλέφτες, ούτε μέθυσοι, ούτε υβριστές, ούτε άρπαγες» (Α΄ Κορ. 6:9-10). Κι αυτή η λεγόμενη πιο ελεύθερη μορφή θεσμοποιημένης συμβίωσης θα αποκληθεί από τον ίδιο Απόστολο ως επαίσχυντο πάθος, αφού «οι γυναίκες αντικατέστησαν τις φυσικές σχέσεις με αφύσικες· το ίδιο και οι άντρες· άφησαν τη φυσική σχέση με τη γυναίκα και φλογίστηκαν με σφοδρό πάθος ο ένας για τον άλλο, διαπράττοντας ασχήμιες αρσενικοί με αρσενικούς και πληρώνοντας έτσι με το ίδιο τους το σώμα το τίμημα που ταίριαζε στην πλάνη τους» (Ρωμ. 1:26-7). Και θα συμπληρωθεί από την πατερική παράδοση, με τον έξοχο Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, ο οποίος προτρέπει: «Τίποτα ας μην είναι για τη γυναίκα πολυτιμότερο από τον άντρα της κι ο άντρας ας μην ποθεί τίποτα περισσότερο από τη γυναίκα του... Τίποτα δεν συγκροτεί τόσο αρμονικά τη ζωή μας όσο ο έρωτας του άντρα και της γυναίκας» (Περί του μη απογινώσκειν τινάς εαυτών, PG 51:369).

Το σύμφωνο συμβίωσης συνιστά ένα κίβδηλο υποκατάστατο του μυστηρίου του γάμου

Η παραμόρφωση του έρωτα

Οι τελευταίες νομοθετικές πρωτοβουλίες, που στοχεύουν στην επιδερμική κάλυψη «αναγκών» της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, αναδεικνύονται με εκκλησιαστικά κριτήρια ως παραμορφωτικοί παράγοντες για το νόημα της ζωής και τη μεθεκτή εμπειρία του έρωτα. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι ζούμε σε εποχή απώλειας της ιερότητας της αγάπης και της προώθησης της αντικειμενοποίησης της ηδονής; Το σύμφωνο συμβίωσης συνιστά ένα κίβδηλο υποκατάστατο του μυστηρίου του γάμου, ενώ η ελεύθερη σεξουαλική επιλογή αποτελεί παρέκκλιση της φύσεως και αλλοτριωτική τάση των καιρών μας. Και στις δύο καταστάσεις απουσιάζει ο νυμφαγωγικός ρόλος του Ιησού Χριστού, λείπει η χαρισματική δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ακρωτηριάζεται η ολοκληρία της ανδρόγυνης συμπόρευσης.

Η ιστορία της Εκκλησίας ως αψευδής μάρτυρας για το όραμα μιας αλλιώτικης ζωής, της Βασιλείας του Θεού, δεν αποδέχεται, δεν συμβιβάζεται και δεν συναινεί στις νομοθετούμενες εκτροπές από τους νόμους της φύσεως που όρισε ο Θεός, έστω κι αν τις ονομάζουν «ελεύθερες επιλογές» και «δικαιώματα» του σύγχρονου ανθρώπου.