Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Η σημερινή συγκυρία της πανδημίας του κορωνοϊού, ανάμεσα στις άλλες αλλαγές του τρόπου ζωής που μας επέβαλε (αποχή από την εργασία, περιορισμός στις μετακινήσεις, αυτοαπομόνωση κ.λπ.), οδήγησε και στην απαγόρευση από την Πολιτεία της συμμετοχής των πιστών στη Θεία Λατρεία λόγω του συγχρωτισμού που παρατηρείται κατ’ αυτήν και του εντεύθεν δημιουργούμενου κινδύνου εξάπλωσης του σχετικού ιού. Προσωπικά επέκρινα, όπως και πολλοί άλλοι, το απόλυτο μέτρο του «λουκέτου» στις Εκκλησίες, όχι διότι αδιαφορώ για την προστασία του εξαιρετικά σπουδαίου αγαθού της δημόσιας υγείας, αλλά διότι θεωρώ ότι αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί χωρίς την απαγόρευση της Θείας Λατρείας. Με τη λήψη ασφαλώς αυστηρών μέτρων, που θα εγγυώνται την απολύτως ακίνδυνη για την περαιτέρω εξάπλωση της φονικής αυτής επιδημίας επιτέλεσή της. Για τη στάθμιση των συγκρουομένων στη συγκεκριμένη περίπτωση αγαθών, ήτοι αφ’ ενός της προστασίας της δημόσιας υγείας και αφ’ ετέρου της ακώλυτης άσκησης του δικαιώματος στη Θεία Λατρεία ως έκφρασης της κατοχυρωμένης στο άρ. 13 του Συντάγματος ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως, η Πολιτεία έχει στη διάθεσή της τις δύο πολύ σπουδαίες αρχές που προβλέπονται στο άρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος: Την αρχή της αναλογικότητας και την απορρέουσα από αυτήν συναφή αρχή της αναγκαιότητας.

 Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η αντιμετώπιση ενός επελθόντος ή απειλούμενου να επέλθει κακού πρέπει να γίνεται με την επιβολή μέτρων, τα οποία είναι ανάλογα προς την βαρύτητα της βλάβης που προκλήθηκε ή απειλείται να προκληθεί. Περαιτέρω περιορισμό στη λήψη του σχετικού μέτρου επιφέρει εξάλλου η αρχή της αναγκαιότητας, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να καταφεύγει η Πολιτεία στη λήψη του πιο επώδυνου μέτρου, όταν έχει στη διάθεσή της άλλα λιγότερο επαχθή μέτρα. Εκτός εάν αυτά επεβλήθησαν και απεδείχθησαν απρόσφορα ή αλυσιτελή στην ικανοποίηση του σκοπού που υπαγόρευσε την επιβολή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας μάς προσφέρουν τα μέτρα δικονομικού εξαναγκασμού που προβλέπονται για τους δράστες σοβαρών εγκλημάτων. Οταν λοιπόν η Δικαιοσύνη έχει να κάνει με έναν επικίνδυνο κακοποιό και κρίνει ότι δεν πρέπει να μείνει ελεύθερος μέχρι να γίνει η δίκη του, οφείλει να διαλέξει κάποιο από τα προσφερόμενα μέτρα, για να εξασφαλίσει την παρουσία του στη δίκη ή για να αποτρέψει την τέλεση από αυτόν και άλλων εγκλημάτων. Οι δυνατότητες που έχουν εκ του νόμου τα αρμόδια δικαστικά όργανα ξεκινούν από την επιβολή περιοριστικών όρων (άρ. 283 ΚΠΔ) (λ.χ. καταβολή ανάλογης εγγυήσεως), διέρχονται από τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση (άρ. 284 ΚΠΔ), για να ελέγχονται οι κινήσεις του κατηγορούμενου ανά πάσα στιγμή και καταλήγουν στο επαχθέστερο μέτρο της προσωρινής κράτησης (άρ. 286 ΚΠΔ). Οπως γίνεται δεκτό στη νομολογία και στην επιστημονική θεωρία, δεν είναι νόμιμη η επιβολή του ακραίου μέτρου της προσωρινής κράτησης στον κατηγορούμενο με μόνη την επίκληση της επικινδυνότητας αυτού. Πρέπει επομένως τα αρμόδια όργανα που αποφασίζουν περί του πρακτέου, για να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που απορρέουν από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, να του επιβάλουν κάποιο άλλο ηπιότερο από τα προσφερόμενα μέτρα, εκτός εάν αυτά επεβλήθησαν και τα παραβίασε ο κατηγορούμενος. Αλλιώς η κατά παράβαση των προαναφερθεισών αρχών απευθείας λήψη του απόλυτου μέτρου, δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Δημόσια ασφάλεια που διακυβεύεται, όταν μένουν ελεύθεροι οι επικίνδυνοι εγκληματίες και δημόσια υγεία η οποία μέσα σε συνθήκες πανδημίας απειλείται από συγχρωτισμούς και συναθροίσεις πιστών, πάνε μαζί και κρίνονται αναλόγως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχω σημειώσει και με άλλη ευκαιρία, θα μπορούσε η Κυβέρνηση, αντί να καταφύγει στο απόλυτο μέτρο του «λουκέτου», να επιβάλει στην Εκκλησία τη λήψη συγκεκριμένων προστατευτικών μέτρων προς αποτροπή του συγχρωτισμού. Τέτοια μέτρα θα ήσαν π.χ. η αραίωση των καθισμάτων στους Ναούς σε οριζόντια και κάθετη διάταξη, ώστε η Θεία Λατρεία να γίνεται μόνο με καθήμενους σε απόσταση ασφαλείας, η απαγόρευση κάθε είδους ασπασμών στις εικόνες και στα χέρια των Ιερέων, η διανομή του αντίδωρου τυλιγμένου σε απολυμασμένα χαρτάκια από ανθρώπους που το κόβουν με σχολαστική επιμέλεια ύστερα από τη χρήση απολυμαντικών ή αντισηπτικών μέσων κ.λπ. Ανάλογα θα ήσαν τα μέτρα και για τους εκτός των Ναών ευρισκομένους πιστούς, πάντα βέβαια σε αραιή διάταξη. Και όλα αυτά με την υποχρέωση όλων ανεξαιρέτως των πιστών να φορούν μάσκες στους χώρους της Θείας Λατρείας. Η αυστηρή τήρηση αυτών των μέτρων θα μπορούσε να ανατεθεί στους Ιερείς και στους Επιτρόπους ή σε εθελοντές επιτηρητές της τάξης, σε συνεργασία ενδεχομένως με τους Αστυνομικούς, οι οποίοι δεν λείπουν ποτέ από τις Εκκλησίες στις μεγάλες ακολουθίες αυτής, όπως είναι οι Ακολουθίες της Μεγάλης Πέμπτης, του Επιταφίου και της Αναστάσεως. Ειδικά στην Ακολουθία της Αναστάσεως, μετά το «Χριστός Ανέστη», οι πιστοί που μένουν μέχρι τέλους στην Εκκλησία μετρώνται στα δάκτυλα. Φέτος μάλιστα θα είχαν λόγο να λιγοστέψουν τον αριθμό τους.

Λένε πολλοί, επικαλούμενοι την πείρα που έχουμε όλοι, ότι οι πιστοί γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στις προαναφερθείσες Ακολουθίες, λόγω της παρατηρούμενης κοσμοσυρροής, επιδεικνύουν άναρχη συμπεριφορά, γεγονός που μας φοβίζει όλους. Αυτό είναι αλήθεια. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε ότι οι πιστοί είναι τμήμα του μέχρι τώρα γνωστού ως απείθαρχου και ατίθασου Ελληνικού Λαού, που διδάχθηκε όμως, όπως αποδεικνύεται σήμερα, από τα λάθη του και σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της πανδημίας συμμορφούμενος με την ανάγκη του αυτοεγκλεισμού του επέδειξε, στη συντριπτική του πλειοψηφία υποδειγματική συμπεριφορά. Αν λοιπόν ληφθεί υπ’ όψιν ότι δεν μιλούμε για θεατές γηπέδου αλλά για εκκλησίασμα, διερωτώμαι, τι είναι εκείνο που θα έπρεπε να μας φοβίζει, ότι οι πιστοί και πάλι ως Ελληνικός Λαός δεν θα επιδείξουν την ίδια αυτοπειθαρχία στους χώρους της Θείας Λατρείας για να προστατευθεί το αγαθό της δημόσιας υγείας, δηλ. της υγείας της δικής τους και όλων των άλλων; Κάτω από τις συνθήκες αυτές θεωρώ αβάσιμη ή έστω υπερβολική την υποψία της ασυνειδησίας, που σαν ένα αόρατο «δίχτυ» απλώνεται σήμερα στην Ελλάδα της πανδημίας και «αιχμαλωτίζει» μέσα του τους πιστούς, για να μην επιτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η διαφωνία μας με το μέτρο του «λουκέτου» που επέβαλε η Κυβέρνηση, δεν δικαιολογεί ασφαλώς την απείθεια των πιστών στη σχετική απόφαση της Πολιτείας εφ’ όσον αυτή είναι γενική, ισχύει δηλ. για όλα ανεξαιρέτως τα θρησκευτικά δόγματα και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί διωγμός της Εκκλησίας. Οι επίδοξοι «μάρτυρες» της πίστεως ας κρατήσουν την ετοιμότητα της ομολογίας τους για άλλες περιστάσεις. Σήμερα δεν υπάρχουν λιοντάρια για «διωκόμενους», αλλά μόνον αδικαιολόγητοι λεονταρισμοί σε ανύπαρκτους «διώκτες».