Αρχική » Έθιμα και Τελετουργίες του «κύκλου της ζωής»: το Βάπτισμα – Α΄

Έθιμα και Τελετουργίες του «κύκλου της ζωής»: το Βάπτισμα – Α΄

Του Δρος Μ. Βαρβούνη στην "Κιβωτό της Ορθοδοξίας"

από ikivotos

Οι λαϊκές θρησκευτικές τελετουργίες σχετίζονται όχι μόνο με τον κύκλο του χρόνου και τις μεγάλες εορτές του, αλλά και με τον κύκλο της ζωής και τους μεγάλους σταθμούς του. Υπό την οπτική αυτή, προσδιορίζουν τις οριακές και διαβατήριες στιγμές όχι μόνο του δημόσιου κοινωνικού βίου, αλλά και του οικογενειακού και ιδιωτικού. Περιχαρακώνουν την ανθρώπινη ζωή και προσδιορίζουν την μετάβαση του ανθρώπου από την μία βιολογική και κοινωνική θέση στην επόμενη, καθώς η ζωή εξελίσσεται στον άξονα του χρόνου. Γι’ αυτό και είναι ιδιαιτέρως σημαντικές για την ατομική και την συλλογική ανθρώπινη ζωή, την συγκρότηση και την λειτουργία των παραδοσιακών κοινωνιών και την διαμόρφωση και εκδήλωση θρησκευτικών και λατρευτικών αντιλήψεων και συμπεριφορών.

Στο πλαίσιο αυτό, η βάπτιση σχετίζεται με τον πρώτο από τους τρεις μεγάλους εθιμικούς σταθμούς της ανθρώπινης ζωής (γέννηση – γάμος – θάνατος). Καθώς ουσιαστικά πρόκειται για μια μυητική στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην συνακόλουθη πνευματική ζωή διαδικασία, χαρακτηρίζεται από πολλά σχετικά διαβατήρια έθιμα, τις βασικές γραμμές των οποίων θα προσπαθήσουμε να διαγράψουμε στη συνέχεια. Και βέβαια παρουσιάζει στις μέρες μας αλλαγές και διαφοροποιήσεις, στις οποίες και αναφερθούμε στη συνέχεια.

Στα όρια του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού, των εθιμικών δηλαδή εκδηλώσεων των παλαιότερων αγροτοκτηνοτροφικών κοινωνιών του ελλαδικού χώρου, που άρχισαν βαθμιαία να αποδομούνται και να τροποποιούνται περίπου από τα μέσα του 20ού αι., το μυστήριο της βάπτισης τελούνταν συνήθως Κυριακή, μετά τη θεία Λειτουργία. Ο τρόπος της προσκλήσεως στη βάπτιση εποίκιλε από περιοχή σε περιοχή. Στη Σκύρο για παράδειγμα παραμονές κάποιας βάφτισης, η πρόσκληση δε γινόταν με το κλασικό τυπωμένο προσκλητήριο, αλλά με την αποστολή συμβολικού κεράσματος, καθώς από το πρωί οι γυναίκες του σπιτιού ετοίμαζαν τις τηγανίτες, που έπρεπε να προσφερθούν ζεστές. Οι γονείς του παιδιού που θα βαφτιζόταν, περνούσαν από κάθε σπίτι του χωριού και πρόσφεραν τηγανίτες με μέλι, σε ένα πιάτο τυλιγμένο σε καθαρό πανί. Κατά την εθιμοταξία του νησιού, οι προσκαλεσμένοι έπρεπε να επιστρέψουν το πιάτο άπλυτο.

Παλαιότερα η βάπτιση τελούνταν όταν το παιδί βρισκόταν στους πρώτους μήνες της ζωής του: σε πολλά χωριά της Πίνδου, για παράδειγμα, πριν χρονίσει το μωρό και πριν ακόμα περπατήσει, αποφάσιζαν για τη βάφτισή του. Η συνεννόηση με τον ανάδοχο, τον νονό, ήταν μέσα στις πρώτες φροντίδες, ώστε να ετοιμαζόταν για τις τελετουργικές υποχρεώσεις του και να καθοριστεί και η ημερομηνία του μυστηρίου. Στη Ρόδο συνήθιζαν κάποτε να βαπτίζουν τα μωρά όταν ήταν δεκαπέντε περίπου ημερών και άλλοτε όταν ήταν δύο ή τριών μηνών. Μάλιστα, την Τετάρτη πριν τη βάπτιση οι γιαγιάδες του καλούσαν τους συγγενείς και φίλους της οικογένειας δίνοντάς τους ψωμί. Το ψωμί, ως γνωστόν, αποτελεί ισχυρό αντιβασκάνιο στα έθιμα του λαού, γι’ αυτό και το χρησιμοποιούσαν ευρύτατα στα έθιμα της βάπτισης, όπως άλλωστε και σε εκείνα της γέννησης.

Στην Κάρπαθο τα παλαιότερα χρόνια το παιδί βαπτιζόταν στις οκτώ ημέρες από τη γέννησή του. Πριν την βάπτιση ωστόσο τελούνταν στην Κάρπαθο ένα άλλο έθιμο, με αρχαιότατες ρίζες «τα εφτά», το οποίο εν πολλοίς συνεχίζεται και σήμερα. Μετά δηλαδή επτά ημέρες από τη γέννηση του παιδιού και χωρίς ιδιαίτερη πρόσκληση, οι συγγενείς του νεογέννητου μαζεύονται στο σπίτι του και παίρνουν μέρος στην τελετή των εφτά ημερών. Γυναίκες και κορίτσια τυλίγουν το παιδί σε μεταξωτές κουβέρτες και κάνοντας ένα είδος κούνιας, καθώς τις κρατούν με τα χέρια, κουνούν το μωρό και τραγουδούν διάφορα τραγούδια στο σκοπό του νανουρίσματος. Μετά από τις ευχές οι συγγενείς τρώνε αλευρά (ένα είδος πηκτού χυλού με μέλι και βούτυρο) και στη συνέχεια ντύνουν το παιδί φορώντας του, αν είναι αγόρι ένα πουκάμισο του πατέρα και αν είναι κορίτσι ένα εσώρουχο της μητέρας. Κατόπιν βάζουν το παιδί πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι και αφήνουν πάνω σ’ αυτό τα δώρα που προσφέρουν οι συγγενείς, ενώ βάζουν πάνω στο παιδί χρυσά ρολόγια, βραχιόλια και κολαΐνες (: χρυσά νομίσματα με θηλιές δεμένα το ένα κοντά στο άλλο και ραμμένα σε ταινίες), το χαρακτηριστικό κόσμημα της πρωτοκόρης, της κανακαράς, κάθε οικογένειας.

Ο «αναδεκτός», ο «βαφτιστικός» των ποικίλων εθνογραφικών καταγραφών, είναι το βρέφος που «φωτίζεται», βαπτίζεται δηλαδή, κατά το μυστήριο της βαπτίσεως. Παλαιότερα η βάπτιση γινόταν στο σπίτι, ενώ τώρα έχει καθιερωθεί να γίνεται στον ενοριακό ναό. Σήμερα επίσης έχει καθιερωθεί ο νηπιοβαπτισμός, ενώ αν κινδυνεύσει η ζωή του βρέφους πριν βαπτισθεί υπάρχει η διαδικασία του «αεροβαπτισμού» ή «καντηλοβαπτισμού» ή ακόμη «νεκροβαπτισμού», κατά τη σχετική λαϊκή ορολογία, που τελείται από όποιον είναι παρών, αλλά αν το βρέφος επιζήσει πρέπει να επικυρωθεί με την κανονική τέλεση του μυστηρίου της βαπτίσεως. Κατά την λαϊκή αντίληψη, τα βρέφη που πεθαίνουν αβάπτιστα, ή χωρίς πρόχειρο «αεροβάπτισμα», γίνονται δαίμονες, τελώνια ή βρικόλακες, και δεν θάβονται στο κοιμητήριο, αλλά και δεν τελούνται γι’ αυτά μνημόσυνα, η δε σχετική αμαρτία θεωρείται ότι βαραίνει τους αμελήσαντες γονείς, καθώς πιστεύεται ότι στην άλλη ζωή θα εγκαλούν τους γονείς τους που τα άφησαν αβάπτιστα.

Μέχρι και τον 7ο αιώνα, σύμφωνα με μαρτυρίες πηγών που προέρχονται από την Αίγυπτο και τα Ιεροσόλυμα, οι αναδεκτοί έφεραν λευκά ενδύματα μέχρι και μία εβδομάδα μετά το βάπτισμα, οπότε και απέθεταν το ένδυμα αυτό στο ναό. Επίσης, τον αναδεκτό συνόδευαν στο σπίτι του με αναμμένες λαμπάδες όλοι οι συμμετέχοντες στο βάπτισμα, κάτι που ως γενικευμένη κηραψία σώθηκε μέχρι και τον 19ο αλλά και τις αρχές του 20ού αιώνα σε ανάλογα έθιμα ελληνορθόδοξων πληθυσμών περιοχών όπως η Βιθυνία, η Σωζόπολη, η Μάδυτος και μέρη της Κύπρου.

             Ο αναδεχόμενος τον «φωτιζόμενο», τον βαπτιζόμενο δηλαδή, από την κολυμβήθρα λέγεται ανάδοχος ή κουμπάρος (ή επίσης πατρής κ.λπ.), σύμφωνα με μια ονομασία με λατινική ρίζα, που επικράτησε στο λαό μας κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, ενώ λέγεται και «νουνός». Σε πολλά νησιά μάλιστα ο ανάδοχος λέγεται και «σύντεκνος», ονομασία που μαρτυρείται με αυτή τη σημασία σε πηγές, ήδη από τον 7ο αιώνα, στον βίο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιωάννου του Ελεήμονος, που συνέγραψε ο επίσκοπος Νεαπόλεως της Κύπρου Λεόντιος. Ο λαός είναι σαφής για τα κριτήρια με τα οποία πρέπει να γίνεται η επιλογή του, αφού, κατά τη σχετική παροιμία της Μάνης: Τον όμοιο ζου συμπέθερο / τον κάλλιο ζου κουμπάρο.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close