Αρχική » Ο Προύσης Δωρόθεος και η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Ο Προύσης Δωρόθεος και η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος Θεολογίας πρωτ. Αθανασίου Καρυάμη, στην έντυπη εφημ. "Κιβωτός της Ορθοδοξίας"

από ikivotos

Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου (1914 – 1918) βρήκε ακέφαλο το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αφού ο Πατριάρχης Γερμανός Ε΄ αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τα καθήκοντά του, ύστερα από συντονισμένες προσπάθειες πατριαρχικών κύκλων, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για αδράνεια κατά την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου απέναντι στις θηριωδίες των Οθωμανών κατά των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και επιπλέον ότι δεν φρόντισε καθόλου για την περίθαλψη των προσφύγων. Σε επιμνημόσυνη δέση στον πατριαρχικό ναό για όσους είχαν χάσει τη ζωή τους αποδοκιμάσθηκε έντονα από το εκκλησίασμα, το οποίο ποδηγετούσαν κύκλοι ιεραρχών και λαϊκών που ήθελαν την εμπλοκή του Πατριαρχείου με οποιοδήποτε τρόπο στις επερχόμενες εξελίξεις, ελπίζοντας στην εκπλήρωση του διακαούς πόθου όλων των Ελλήνων. Μεταξύ των αντιπολιτευόμενων αρχιερέων κατά του Γερμανού Ε΄ πρωτοστατούσαν ο Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης (υπήρξε από τους πρωτεργάτες αρχιερείς του Μακεδονικού Αγώνα) και ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος[1].

Ο μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος Μαμμέλης τοποτηρητής του Οικουμενικού θρόνου (1918 – 1921) γεννήθηκε στα όρια της μετέπειτα μητροπόλεως του, ενώ σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης όπου αποφοίτησε αριστούχος το 1884 με θέμα της πτυχιακής του εργασίας «Η Αρμενική Εκκλησία χωλαίνουσα εν τοις περί την πίστην». Στη συνέχεια, χειροτονήθηκε και υπηρέτησε την Εκκλησία ως αρχιδιάκονος και πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Χαλκηδόνος. Ύστερα από πρόταση του Ηρακλείας Γερμανού το 1892, εξελέγη  επίσκοπος Καλλιουπόλεως και Μαδύτου. Το Δεκέμβριο του 1896 προήχθη ως μητροπολίτης Γρεβενών. Επί πατριαρχίας Κωνσταντίνου Ε΄ ανέλαβε καθήκοντα συνοδικού και  πήρε μέρος στην εκλογή για δεύτερη φορά στον οικουμενικό θρόνο του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, που είχε αναγκασθεί να παραιτηθεί μετά από τη  διαφωνία που είχε με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Χαρίλαο Τρικούπη, ο οποίος απαιτούσε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως εθναρχούσα Εκκλησία, να παραχωρήσει ατύπως το εκπαιδευτικό σύστημα που έλεγχε εντός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο εθνικό κέντρο, δηλαδή, στην κυβέρνηση της Αθήνας. Επί των ημερών του Ιωακείμ Γ΄ μετατέθηκε στην Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Στις 25 Οκτωβρίου 1908 εξελέγη Μητροπολίτης Προύσης, ενώ μετά την παραίτηση του Γερμανού Ε΄ ανεδείχθη και από τα δύο σώματα σύμφωνα με τους Γενικούς Κανονισμούς, δηλαδή, την Αγία και Ιερά Σύνοδο και το Διαρκές Μεικτό Συμβούλιο, μόνο με διαφορά μιας ψήφου ως τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου, χωρίς ποτέ να καταφέρει να εκλεγεί ο ίδιος στον πατριαρχικό θώκο. Πέθανε στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου 1921, ανοίγοντας υποχρεωτικά ξανά το ζήτημα της εκλογής νέου Οικουμενικού Πατριάρχη[2].

Ως μητροπολίτης ο Προύσης Δωρόθεος είχε αποκτήσει τη φήμη του ανθρώπου του Γερμανού Ε΄, με τους υποστηρικτές του τελευταίου Πατριάρχη να μην του συγχωρούν τον τρόπο που φέρθηκε στον Γερμανό Ε΄ και κατάφερε να  αποσπάσει την υπογραφή της παραιτήσεώς του, αλλά και για την απόφασή του να μην τους γνωστοποιήσει το τηλεγράφημα του Ελευθέριου Βενιζέλου, που απαγόρευε με κάθε τρόπο την αλλαγή του προσώπου στον πατριαρχικό θρόνο, λέγοντας ότι όταν  ήρθε στα χέρια του το τηλεγράφημα ήταν πλέον πολύ αργά.

Όμως, το Αρχιερατικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης στις 15 Νοεμβρίου το οποίο αντλούσε τη νομιμότητα του, από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης σε μία περίοδο που η χώρα είχε κοπεί στα δύο, με τη βασιλική κυβέρνηση της Αθήνας από τη μία  και την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης υπό την τριανδρία Βενιζέλου, Δαγκλή και Κουντουριώτη από την άλλη, απαίτησε να αναβληθεί η νέα εκλογή Πατριάρχη, αφού δινόταν η μεγάλη ευκαιρία στο Γένος όταν θα υπογραφόταν η ειρήνη να εκλέξουν όλοι οι Έλληνες από κοινού τον νέο τους Πατριάρχη, χωρίς να χρειαζόταν πλέον η έγκριση του σουλτάνου. Μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου ο τοποτηρητής Προύσης Δωρόθεος βρέθηκε χωρίς προηγουμένως να είχε συνεννοηθεί με την ελληνική κυβέρνηση στη Γαλλία, με σκοπό να πάρει μέρος στις διεργασίες των χωρών της Εγκάρδιας Συμμαχίας στο Παρίσι, όπου ετοίμαζαν τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης. Όμως, παρόλο που δεν είχε κάποιο θεσμικό ρόλο είχε επαφές με πολιτικά πρόσωπα ξένων χωρών, ενώ δεν έλλειψαν οι συγκρούσεις με την αντιπροσωπία της Ελλάδας. Τελικά ο Βενιζέλος τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη γαλλική πρωτεύουσα και να γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη. Όμως, τον συμβούλεψε πρώτα να επισκεφθεί την  Αθήνα για να ευλογήσει τον λαό. Βέβαια στο μυαλό του Κρητικού πολιτικού υπήρχε η ιδέα της χρησιμότητάς του στην Ελλάδα ως προπαγανδιστή του συνολικού του έργου του πάνω στα εθνικά θέματα[3].

Κλασικό παράδειγμα της χρήσης της Εκκλησίας αλλά και της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους, ήταν η απόφαση της Θεολογικής Σχολής Αθηνών η οποία  ανακήρυξε τον Προύσης Δωρόθεο επίτιμο Διδάκτορά της ως ένδειξη τιμής και σεβασμού στο θεσμό[4].

Όμως, η τακτική αυτή είχε χρησιμεύσει και στο παρελθόν, αφού  οι ανακηρύξεις ως επίτιμων διδακτόρων των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄, Αλεξανδρείας Φώτιο Β΄, Αντιοχείας Γρηγόριο και Ιεροσολύμων Δαμιανό  από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών εκείνη την κρίσιμη δεκαετία από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, ήταν ενταγμένες στην υπηρεσία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Βέβαια, το ίδιο έγινε αργότερα και με την ανακήρυξη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου Γ΄ ως επίτιμου Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών. Σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του μητροπολίτη Ανδρέα Νανάκη: «Η Θεολογική Σχολή και επιστήμη, την ευμενή εκείνη χρονιά του 1912, με την απόφασή της να αναγορεύσει διδάκτορες τους τέσσερεις Πατριάρχες των πρεσβυγενών πατριαρχείων, έρχεται να ενισχύσει τους τους εθνικούς σκοπούς και στόχους του ελληνικού κράτους, επιτελώντας έτσι και έναν από τους λόγους ίδρυσης και λειτουργίας της ως ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Συνδέει τους ηγέτες της Ορθοδοξίας με την Ελλάδα. Αναρωτιέται κανείς εάν μια τέτοια πρωτοβουλία μπορούσε να ληφθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου των Εξωτερικών»[5].

Μαζί με τον τοποτηρητή και τον Αλέξανδρο Παπά το 1919 στις διασκέψεις που έγιναν στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στο Σαν Ρεμό, μετέβη και ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης (μετέπειτα Αθηνών) ως ο επικεφαλής των Ποντίων, ο οποίος το 1913 είχε εκλεγεί μετά την μετάθεση του μητροπολίτη Τραπεζούντος στην Κύζικο και ύστερα από απαίτηση των κατοίκων της επαρχίας του ως ο νέος ποιμενάρχης τους. Το 1916 ανάλαβε για να παρέχει προστασία στους Ορθόδοξους πληθυσμούς της ευρύτερης περιφέρειας, ενώ ανέλαβε και πολιτικά διοικητικά καθήκοντα[6].

Ολόκληρος ο ημερήσιος φιλοβενιζελικός Τύπος με εκτενέστατα για την εποχή άρθρα κάλυψε την επίσκεψη τονίζοντας ότι ήταν η πρώτη φορά που η κεφαλή του Οικουμενικού θρόνου πραγματοποιούσε επίσκεψη στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, προβάλλοντας την θερμή υποδοχή από τις εκκλησιαστικές και  τις  πολιτικές αρχές αλλά και από όλο τον λαό. Η επίσημη ενημέρωση των φιλοκυβερνητικών φύλλων ήταν ότι η επίσκεψή του αφορούσε το συντονισμό με την Εκκλησίας της Ελλάδος των κοινών προσπάθειών τους στις επερχόμενες διαδικασίες που αφορούσαν την ένωση των Εκκλησιών[7]. Όμως, οι αντιβενιζελικές εφημερίδες συντονισμένα επιτέθηκαν στον τοποτηρητή κατηγορώντας τον ανοικτά, ότι κακώς, είχε αναλάβει μετά από εντολή του κόμματος των Φιλελευθέρων διατεταγμένη υπηρεσία ως προπαγανδιστής του συνολικού έργου του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αθήνα[8].

Η επίσκεψή του στην πρωτεύουσα, έγινε η αφορμή να αποδείξουν οι Έλληνες τον απόλυτο σεβασμό τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από τα δημοσιεύματα των ημερήσιων φιλοκυβερνητικών εφημερίδων ανιχνεύουμε συνεχώς την παρουσία του μητροπολίτη Αθηνών, η οποία εκτός από αυτονόητη, έδειχνε και την έντονη ανησυχία τόσο του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος Μελετίου Μεταξάκη  όσο και της ελληνικής κυβερνήσεως μήπως επιχειρηθεί να τον επηρεάσουν οι φιλοβασιλικοί κύκλοι της πρωτεύουσας από τις επαφές που θα είχε μαζί τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απαίτηση του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Χρήστου Ανδρούτσου να μην ήταν παρών ο Μελέτιος Μεταξάκης στις συνομιλία που θα είχε με τον τοποτηρητή.  Ένας ακόμη λόγος που αφορούσε την  Εκκλησία και την Πολιτεία ήταν οι επερχόμενες εξελίξεις στη διαδικασία εκλογής νέου Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αφού ο Μελέτιος Μεταξάκης είχε στο παρελθόν δείξει ευθέως το ενδιαφέρον του για την εκλογή του ως  Κωνσταντινουπόλεως. Στο εγγύς μέλλον οι διεργασίες για την εκλογή Πατριάρχη θα ήταν τόσο περίπλοκες και τα πολιτικά πάθη τόσο οξυμένα, αφού ο εθνικός διχασμός που είχε ξεκινήσει από το 1915 παρέσυρε δυστυχώς και την Εκκλησία της Ελλάδος να τον υιοθετήσει και  να εισάγει στους κόλπους της τον εκκλησιαστικό διχασμό. Η Εκκλησία θα τον πληρώσει πολύ ακριβά μειώνοντας το κύρος της, ενώ το ανάθεμα στο Βενιζέλο το 1916 με τη συμμετοχή του Αθηνών Θεόκλητου Μητρόπουλου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, με απρόβλεπτες για τον εκκλησιαστικό οργανισμό συνέπειες. Οι πολιτικοί ταγοί άρχισαν τον Εθνικό διχασμό και οι εκκλησιαστικοί άνδρες τον υιοθέτησαν και τον συνέχισαν ως πνευματικό πλέον διχασμό[9].

Ο Προύσης Δωρόθεος έφθασε στον Πειραιά με τις λίγες ημέρες που έμεινε στην πρωτεύουσα συναντήθηκε αμέσως με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄. Στη δοξολογία που έγινε στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών προσήλθε ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο, ο αυλάρχης Γρυπάρης, οι στρατιωτικές αρχές, οι βουλευτές, το διπλωματικό σώμα, οι δήμαρχοι της Αθήνας και του Πειραιά, ο πρωθιερέας της Αρμενικής Εκκλησίας, πλήθος κλήρου και λαού. Τις επόμενες ημέρες συναντήθηκε με πλήθος επισήμων ενώ κατά την αναχώρησή του έγινε η εξής δήλωση: «Αναχωρώ […] ευχόμενος εις τον Ύψιστον, όπως το Οικ. Πατριαρχείον αξιωθή να υποδεχθή τάχιστα τας Ελληνικάς αρχάς εις την Κωνσταντινούπολιν και να αποδώση επισήμως τας δι’ εμού εις αυτό αποδοθείσας τιμάς»[10].

Ο αιφνίδιος θάνατος του τοποτηρητή Προύσης Δωροθέου στις 6 Μαρτίου 1921 και η ήττα του Ελευθέριου Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, άνοιξαν το δρόμο για την εκλογή νέου Πατριάρχη, αφού ανάγκασαν τα δύο σώματα να ξεκινήσουν οι διαδικασίες, ορίζοντας νέο τοποτηρητή τον Καισαρείας Νικόλαο. Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ο Μελέτιος Μεταξάκης θα απομακρυνθεί αμέσως από το θρόνο του με ένα απλό Βασιλικό Διάταγμα και θα ξαναπάει στις ΗΠΑ. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα αξιοποιήσει τη μήνυση του καθηγητή Π. Καρολίδη που κατέθεσε τον Μάρτιο του 1921 ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, της οποίας προκαθήμενος υπήρξε για δεύτερη θητεία ο Θεόκλητος Μηνόπουλος που είχε παρελθόν καθαιρεθεί για τη συμμετοχή του στο ανάθεμα του Βενιζέλου το 1916. Η Ιερά Σύνοδος αρχικά άφησε σε εκκρεμότητα τα δύο κατηγορητήρια που υπήρχαν εις βάρος του Μεταξάκη ως μέτρο πίεσης για να μην τολμήσει να βάλλει υποψηφιότητα για τον  Οικουμενικό θρόνο. Η εκλογή του   Μελέτιου στον Οικουμενικό θρόνο συνοδεύτηκε με καθαίρεση του Μελέτιου Δ΄ από την Εκκλησία της Ελλάδας βασιζόμενη σε δύο κατηγορητήρια με ημερομηνία 29 – 11 – 1921. Το πρώτο αφορούσε την μήνυση του Π. Καρολίδη και το δεύτερο στη δράση του στην Αμερική. Ήταν ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης που καθαιρέθηκε από Αυτοκέφαλη Εκκλησία στην Εκκλησιαστική Ιστορία[11].

 

 

 

 

 

 

[1] Γιώργος Θ. Πρίντζιπας, Οι Τουρκοορθόδοξοι, εκδόσεις Σαΐτης, Αθήνα 2018, σελ. 12 – 13.

[2] Βασ. Σταυρίδης, «Δωρόθεος ο Προύσης. Τοποτηρητής του Οικουμενικού θρόνου», στη ΘΗΕ, τόμος 5ος, Αθήναι 1964, σελ. 278 – 279.

[3] Λουκάς Δ. Παπαδάκης, Ο Δέκατος Τρίτος των Αποστόλων. Πράξεις Μελετίου Μεταξάκη, Ηράκλειο 2014, χ. ε., σελ. 297 – 299.

[4] Εφημερίδα «Νέα Ελλάς», ημερομηνία 26 – 05 – 1919, Βλέπε, Εφημερίδα «Εστία», ημερομηνία 26 – 05 – 1919.

[5] Ανδρέας Νανάκης (μητροπολίτης), Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από το γένος και την εθναρχία στο έθνος, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 100 – 108.

[6]  Ανδρέας Νανάκης (μητροπολίτης), Το Οικουμενικό…, ό. π.,  σελ. 278 – 279.

[7] Εφημερίδα «Νέα Ελλάς», ημερομηνία 6 – 3 -1919, Βλέπε και Εφημερίδα «Αστήρ», ημερομηνία 6 – 3 – 1919.

[8] Λουκάς Παπαδάκης, Ο Δέκατος…, ό. π., σελ. 299.

[9] Αθανάσιος Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία. Η Εκκλησία των Νέων Χωρών, εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1998(2), σελ. 36.

[10] Εφημερίδα «Νέα Ελλάς», ημερομηνία 24 – 05 – 1919. Βλέπε Εφημερίδα «Αστήρ», ημερομηνία 1 – 6 – 1919.

[11] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Τα δημοσιεύματα των ημερησίων αθηναϊκών εφημερίδων για τον Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη (1918 – 1920), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2018, σελ. 752 – 756.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close