Αρχική » Το νομικό καθεστώς των «ιερών χώρων»

Το νομικό καθεστώς των «ιερών χώρων»

από kivotos

Του Βασιλείου.Κ. Μάρκου, διδάκτορα  Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών

 

Ο προσκυνηματικός τουρισμός είχε ανέκαθεν σημαντικές διαστάσεις στην Ελλάδα, λόγω των πολυάριθμων πανάρχαιων χριστιανικών μνημείων, τα οποία είναι εγκατεσπαρμένα απ’ άκρου εις άκρον της χώρας μας, καθώς και λόγω της βαθιάς ευλάβειας του ελληνικού λαού. Τα τελευταία ιδίως χρόνια, η Εκκλησία της Ελλάδος έχει ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια για την ανάδειξη των θρησκευτικών θησαυρών της, με προοπτική το εξωτερικό, οργανώνοντας μάλιστα προς τον σκοπό αυτόν και το Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων (Θρησκευτικού Τουρισμού), με πρωτοβουλία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστόδουλου, το οποίο κλείνει αισίως αυτές τις ημέρες 15 συναπτά έτη λειτουργίας από την ίδρυσή του, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου (23.11.2000).

Με αυτήν την αφορμή, θα ήταν σκόπιμο να παρουσιαστεί το ειδικό νομικό καθεστώς των καλούμενων «ιερών χώρων» της ελληνικής επικράτειας, οι οποίοι αποτελούν το απαύγασμα του ορθόδοξου πνευματικού πλούτου, απολαμβάνοντας παγκόσμια αναγνώριση.

Ένα πράγμα, κινητό ή ακίνητο, λαμβάνει τον χαρακτήρα του «ιερού» με σχετική εκκλησιαστική τελετή, όπως κατεξοχήν συμβαίνει με τους ιερούς ναούς, που ρητώς αναγνωρίζονται ως ιεροί στο Άρθρο 45 § 1 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι «ιεροί χώροι» διαφέρουν ουσιωδώς από τα «ιερά πράγματα», καθόσον πρόκειται για ευρύτερα γεωγραφικά σύνολα, τα οποία, με επίκεντρο σημαντικά χριστιανικά μνημεία, έχουν λάβει τον χαρακτηρισμό του «ιερού» δυνάμει ειδικών νομοθετικών διατάξεων. Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί τρεις «ιεροί χώροι» στην ελληνική επικράτεια: α) η Πάτμος (Ν. 1155/1981), β) τα Μετέωρα (Ν. 2351/1995) και γ) η Μήλος (Ν. 3801/2009), παρ’ ότι αναμφίβολα και πολλά άλλα μνημεία πληρούν τα κριτήρια για να αναγνωριστούν ως ιερά.

Τα ιδιαίτερα πολιτιστικά, θρησκευτικού-χριστιανικού περιεχομένου, χαρακτηριστικά των εν λόγω περιοχών κατέστησαν αναγκαία την επένδυσή τους με τη νομική προστασία του «ιερού χώρου», προκειμένου να διαφυλαχθεί ο από αιώνων κυρίαρχος θρησκευτικός τους χαρακτήρας: α) στη νήσο Πάτμο το Σπήλαιο της Αποκαλύψεως και η Ι. Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου με τα υποτελή μοναστικά καθιδρύματα, β) στα Μετέωρα το περιώνυμο μοναστικό συγκρότημα σε ένα όλως ιδιαίτερο από γεωλογικής απόψεως φυσικό τοπίο, και γ) στη νήσο Μήλο το εξέχον, παγκοσμίως, μνημείο των πρωτοχριστιανικών κατακομβών.

Η αναγκαιότητα της ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, και όχι απλώς της εκδόσεως μιας σχετικής κανονιστικής διατάξεως των αρμόδιων εκκλησιαστικών Αρχών, έγκειται στο γεγονός ότι η αναγνώριση των χωρικών αυτών συνόλων ως «ιερών» έχει ευρύτερες προεκτάσεις και συνοδεύεται από σημαντικούς περιορισμούς (πολεοδομικούς, ασκήσεως εμπορικών δραστηριοτήτων κ.λπ.), ήτοι από περιστολή των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, σε μια εκτεταμένη περιοχή, επίκεντρο της οποίας είναι τα οικεία χριστιανικά μνημεία.

 

Πρώτη η Πάτμος, το Νησί της Αποκάλυψης, το 1981

Η νήσος Πάτμος αναγνωρίστηκε το πρώτον στο σύνολό της ως «ιερός χώρος» με τον Ν. 1155/1981, σε συνέχεια των μέχρι τότε εκάστοτε ισχυουσών προστατευτικών διατάξεων. Η αναγνώριση αυτή αποσκοπεί, σύμφωνα με τον νόμο: α) εις την διασφάλισιν και έξαρσιν του ιδιαζόντος θρησκευτικού χαρακτήρος της νήσου, την προστασίαν των ιερών της χώρων μετά των εν αυτοίς κειμηλίων και θησαυρών και την κατάλληλον προβολήν και αξιολόγησιν αυτών· β) εις την δημιουργίαν καταλλήλων προϋποθέσεων διά την από ταύτης παγκόσμιον προβολήν του ορθοδόξου πνευματικού πλούτου και την ευρυτέραν μετοχήν παντός εφιεμένου εις την μετά της νήσου συνδεομένην πνευματικότητα, και γ) εις την καθιέρωσιν της νήσου ως παγκοσμίου προσκυνηματικού κέντρου και εστίας πανελληνίου και διεθνούς πνευματικής ακτινοβολίας.

Η ιερότητα της νήσου συνεπάγεται σημαντικούς περιορισμούς, κυρίως ως προς τις χρήσεις των ακινήτων, καθόσον απαιτείται ειδική άδεια του νομάρχη (πλέον του περιφερειάρχη Νοτίου Αιγαίου) για μία ευρύτατη κατηγορία εκμεταλλεύσεων, όπως λ.χ. κέντρων διασκεδάσεως και ψυχαγωγίας.

Με τον οικείο νόμο συστάθηκε και ειδική επιτροπή, υπό την προεδρία του εκάστοτε Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου και Καθηγουμένου της Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, καθόσον η Πάτμος εξακολουθεί ως Εξαρχία να υπάγεται απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με σκοπό την εισήγηση προς την Πολιτεία και την Εκκλησία της λήψεως κάθε μέτρου που ενδείκνυται για τη διασφάλιση της ιερότητας της νήσου και την προαγωγή της πνευματικής ακτινοβολίας αυτής, την παρακολούθηση της εφαρμογής του Ν. 1155/1981 και την ανάληψη κάθε δραστηριότητας που αποσκοπεί στην, κατά τον λυσιτελέστερο τρόπο, πραγματοποίηση του σκοπού του νόμου αυτού. Εφόσον, δε, για την ανάπτυξη πνευματικής ή θρησκευτικής δραστηριότητας απαιτείται άδεια των κρατικών αρχών, αυτή παρέχεται μόνο μετά από γνώμη της εκκλησιαστικής αρχής της νήσου.

Συγχρόνως, δυνάμει της κείμενης αρχαιολογικής νομοθεσίας, έχουν θεσπισθεί ευρύτατοι περιορισμοί στη δόμηση, με την καθιέρωση αδόμητων ζωνών απόλυτης προστασίας, καθώς και ζωνών περιορισμένης δομήσεως, για την προστασία των σημαντικών μνημείων της νήσου.

 

Το 1995 ακολούθησαν τα Μετέωρα, με ιδιαίτερο θρησκευτικό χαρακτήρα

Η περιοχή των Μετεώρων αναγνωρίστηκε ως «ιερός χώρος» με τον Ν. 2351/1995. Η αναγνώριση αυτή αποσκοπεί, σύμφωνα με τον νόμο, στην προστασία των μνημείων της περιοχής και των κειμηλίων που βρίσκονται σε αυτά, καθώς και στη διασφάλιση του ιδιαίτερου θρησκευτικού της χαρακτήρα.

Όπως στην περίπτωση της νήσου Πάτμου, έτσι και σε αυτήν των Μετεώρων η αναγνώριση της ιερότητας του χώρου επέφερε μία σειρά από περιορισμούς και δη έτι αυστηρότερους:

α) Την πλήρη απαγόρευση χρήσεως γης ή εκμεταλλεύσεως ή ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας που μπορεί να διαταράξει με οποιονδήποτε τρόπο τον ιερό χαρακτήρα της περιοχής ή να παρακωλύσει την άσκηση του μοναχικού βίου ή της θείας λατρείας

β) Την υπό περιορισμούς ως προς το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και τη διάρκειά τους άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, κατασκήνωση, διανυκτέρευση, εκτέλεση καλλιτεχνικών παραστάσεων ή εκδηλώσεων, καθώς και εκτέλεση ασκήσεων ή επιδείξεων αεροπτερισμού, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αδιακώλυτη άσκηση του μοναχικού βίου και της θείας λατρείας,

γ) Την απαγόρευση της κινηματογραφήσεως ή φωτογραφήσεως με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευση της εικόνας της ιερής περιοχής των Μετεώρων, χωρίς άδεια του υπουργείου Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη της Συνάξεως των Ι. Μονών Μετεώρων, και

δ) Την καθιέρωση πολεοδομικών περιορισμών εντός της ιεράς περιοχής των Μετεώρων, με την απαίτηση, εκτός από την τήρηση των γενικώς ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, και ειδικής άδειας του υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ως προς τους λατρευτικούς χώρους των Ιερών Μονών μετά από σύμφωνες αποφάσεις της Συνάξεως των Ιερών Μονών των Μετεώρων και του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, και για τα υπόλοιπα κτίρια, μετά από γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

Στην περίπτωση, μάλιστα, των Μετεώρων παρατηρείται και μία ακόμη μεγαλύτερη αυστηροποίηση των οικείων περιορισμών σε σχέση με τη νήσο Πάτμο, καθόσον η όποια παραβίαση του νόμου περί της ιερότητας συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, καθώς και με την παρεπόμενη ποινή του Άρθρου 67 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι της απαγορεύσεως ασκήσεως επαγγέλματος, εφόσον απαιτείται ειδική άδεια της Αρχής.

Η αναγνώριση της ιερότητας των Μετεώρων έχει και μία παρεπόμενη συνέπεια, καθόσον οι προβλεπόμενες εκ του νόμου γνωμοδοτικές αρμοδιότητες για την εφαρμογή του ανατίθενται στη Σύναξη των Ι. Μονών των Μετεώρων. Καίτοι ο νόμος δεν ορίζει ειδικώς περί της συγκροτήσεως και συγκλήσεως της Συνάξεως, εντούτοις αναδεικνύει, στο πλαίσιο της προστασίας της ιερότητας του οικείου χώρου, και έναν περιορισμένο βαθμό αυτοδιοικήτου του μοναστικού αυτού συγκροτήματος.

 

Η Μήλος με τις πρωτοχριστιανικές κατακόμβες αναγνωρίστηκε το 2009

Η νήσος Μήλος αναγνωρίστηκε ως «ιερός χώρος» με τον Ν. 3801/2009. Σκοπός της αναγνωρίσεως αυτής είναι, κατά τον νόμο: α) η διασφάλιση και ενίσχυση του ιδιαίτερου θρησκευτικού χαρακτήρα του νησιού, η προστασία των ιερών του χώρων, μαζί με τα κειμήλια και τους θησαυρούς που βρίσκονται σε αυτούς, καθώς και η κατάλληλη εκτίμηση, προβολή και αξιοποίησή τους, β) η δημιουργία κατάλληλων προϋποθέσεων για την παγκόσμια προβολή, με αφετηρία τους ως άνω ιερούς χώρους του ορθόδοξου πνευματικού πλούτου, και η διευκόλυνση της συμμετοχής σε αυτόν κάθε ενδιαφερομένου, και γ) η καθιέρωση του νησιού ως παγκόσμιου προσκυνηματικού κέντρου και εστίας πανελλήνιας, αλλά και διεθνούς πνευματικής ακτινοβολίας.

Σε αντίθεση με τους άλλους δύο «ιερούς χώρους», της Πάτμου και των Μετεώρων, η ανακήρυξη της νήσου Μήλου ως «ιεράς» δεν συνοδεύθηκε από την καθιέρωση αυστηρών περιορισμών. Πάντως, με το Π.Δ. 86/2014 «Περί της προβολής της νήσου Μήλου ως Ιεράς Νήσου», θεσμοθετήθηκε μια «χαλαρή» αρμοδιότητα των φορέων αυτοδιοικήσεως και της Ι. Μητροπόλεως Σύρου να συνεργάζονται με τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες για την αποτροπή, ιδίως στην περιοχή των κατακομβών, χρήσεων γης ή εκμεταλλεύσεως ή ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας που παραβλάπτει ή διαταράσσει με οποιονδήποτε τρόπο τον αρχαιολογικό και ιερό χαρακτήρα των μνημείων.

 

Δύο προσκυνήματα πανελλήνιας εμβέλειας

Άξια μνείας είναι, αναφορικά με τους ιερούς χώρους στην Ελλάδα, τα πανελλήνιας εμβέλειας προσκυνήματα της Παναγίας Ευαγγελιστρίας στην Τήνο και της Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά Ημαθίας, τα οποία αναμφισβήτητα στη συνείδηση κάθε Έλληνα έχουν τον χαρακτήρα του «ιερού» και τα οποία εν ευθέτω χρόνω θα μπορούσαν να αναγνωριστούν και αυτά διά της νομοθετικής οδού ως «ιεροί χώροι» – οψέποτε κριθεί σκόπιμο από την Εκκλησία και την Πολιτεία.

Άλλωστε, και στους μέχρι σήμερα νόμους περί της ιερότητας της Πάτμου, των Μετεώρων και της Μήλου γίνεται λόγος περί «αναγνωρίσεως» της ιερότητας και όχι «ανακηρύξεως», γεγονός που αναδεικνύει ότι τα χωρικά αυτά σύνολα εμπεριέχουν αυτοτελώς και άνευ ετέρου την «ιερότητα», την οποία η Πολιτεία απλώς αναγνωρίζει και ενισχύει μέσω συγκεκριμένων μέτρων.

Η μεν Τήνος έχει ανακηρυχθεί «Ιερά Νήσος» με το Ν.Δ. 948/1971. Η ανακήρυξη αυτή έχει, κατά γενική ομολογία, περισσότερο «εθνικό» παρά «θρησκευτικό» χαρακτήρα, ως εκ της συνδέσεως της ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας Ευαγγελιστρίας, το 1823, με την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, και συνεπάγεται πρώτιστα την καθιέρωση ειδικών εορταστικών εκδηλώσεων, κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, χωρίς να εμπεριέχει ειδικό νομικό καθεστώς ως προς την ίδια τη νήσο και την προστασία της ιερότητάς της.

Η πανελλήνιας εμβέλειας σημασία του οικείου προσκυνήματος έχει, πάντως, αναγνωριστεί και από την Πολιτεία, καθόσον με σειρά σχετικών νομοθετικών διατάξεων, με πιο πρόσφατη εκείνη του Ν. 946/1976, όπως ισχύει σήμερα, καθιέρωσε το «Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου», το οποίο διέπεται από ειδικό καθεστώς λειτουργίας και διαχειρίσεως.

Ομοίως θα πρέπει να εξαρθεί η σημασία του «Πανελληνίου Προσκυνήματος Παναγίας Σουμελά», το οποίο ιδρύθηκε, μετά τη γενοκτονία και τον ξεριζωμό του ποντιακού Ελληνισμού, στο όρος Βέρμιο στην Καστανιά Ημαθίας, όπου μεταφέρθηκε και η εικόνα της Παναγίας Σουμελά από την ομώνυμη Ιερά Μονή του Πόντου, προκειμένου να αποτελέσει το κέντρο του απανταχού ποντιακού Ελληνισμού. Η λειτουργία του επίσης διέπεται από το ειδικό καθεστώς του Β.Δ. 924/1966, που εξακολουθεί εν πολλοίς να ισχύει και μετά την έκδοση των οικείων Κανονισμών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (215/2010 και ήδη 262/2014), με τους οποίους υπήχθη σε καθεστώς Ιερού Προσκυνήματος.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ