Η Ορθόδοξος Εκκλησία, μέσα στο αγιοπνευματικό της θησαυροφυλάκιο, ανέδειξε διαχρονικά φωτεινές μορφές, που δεν υπήρξαν απλώς θεολόγοι, αλλά ζωντανά πρότυπα πίστεως, αγάπης και διακονίας.
Η Εκκλησία δεν θεμελιώνεται σε ιδέες ή φιλοσοφικά συστήματα, αλλά σε πρόσωπα αγιασμένα, που έγιναν «ζώσες εικόνες» του Ευαγγελίου.
Μία από τις κορυφαίες και πλέον οικουμενικές μορφές της Πατερικής Παραδόσεως είναι ο Μέγας Βασίλειος, Επίσκοπος Καισαρείας, στύλος της Ορθοδοξίας, διδάσκαλος της Εκκλησίας, θεολόγος της αληθείας, ποιμένας των ψυχών και πατέρας των πτωχών.
Ο Μέγας Βασίλειος συνδύασε με μοναδικό τρόπο την σπάνια διανοητική οξύτητα με την πνευματική ταπείνωση. Προικισμένος με εξαιρετική μόρφωση, σπούδασε στην Καισάρεια, την Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα, όπου διακρίθηκε για την ευρυμάθειά του στην φιλοσοφία, την ρητορική και τις επιστήμες.
Παρά ταύτα, δεν θεώρησε ποτέ την γνώση αυτοσκοπό, αλλά εργαλείο διακονίας της αλήθειας του Ευαγγελίου.
Η ασκητική του ζωή, η εγκράτεια, η ακτημοσύνη και η αδιάκοπη προσευχή τον κατέστησαν ζωντανό υπόδειγμα επισκόπου και ποιμένος, ο οποίος πρώτα βίωνε όσα δίδασκε.
Ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά: «Ἐματαιώθη μοι πᾶσα ἡ ἀνθρωπίνη σοφία, ὅτε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἐπέλαμψεν ἐν τῇ ψυχῇ μου.» (Επιστολή 223)
Το συγγραφικό έργο του Μεγάλου Βασιλείου είναι τεράστιο σε έκταση και ανεκτίμητο σε θεολογική αξία. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι δογματικοί του λόγοι, με κορυφαίο το έργο «Περί του Αγίου Πνεύματος», στο οποίο θεμελιώνει με ακρίβεια και σαφήνεια την θεότητα του Αγίου Πνεύματος, συμβάλλοντας καθοριστικά στην διαμόρφωση της Τριαδολογικής διδασκαλίας της Εκκλησίας.
Στο έργο «Περί του Αγίου Πνεύματος» γράφει: «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὔτε κτίσμα λέγομεν, οὔτε δοῦλον, ἀλλ’ ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ.»
Εξίσου σημαντικοί είναι οι λόγοι του στην «Εξαήμερο», όπου, ερμηνεύοντας το Βιβλίο της Γενέσεως, συνδυάζει την θεολογική σκέψη με παρατηρήσεις για την φύση και την δημιουργία, αποδεικνύοντας ότι η πίστη δεν αντιστρατεύεται την λογική, αλλά την υπερβαίνει και την φωτίζει.
Διδάσκοντας για την δημιουργία, τονίζει: «Ἐθαύμασον τὸν Δημιουργόν ἐκ τῶν δημιουργημάτων· ἐκ τῶν ὁρωμένων ἀνάβηθι ἐπὶ τὸν ἀόρατον καὶ ἐκ τῶν κτισμάτων νόησον τὸν Κτίστην.»
Ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας αργότερα θα πει: «Βασίλειος, κανὼν ὀρθοδοξίας καὶ ἀκρίβεια δογμάτων.»
Οι επιστολές του, ποιμαντικές και θεολογικές, αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο βαθιάς ευαισθησίας, ο οποίος αγωνίζεται για την ενότητα της Εκκλησίας, αντιμετωπίζοντας αιρέσεις, διοικητικές δυσκολίες και ανθρώπινες αδυναμίες, με διάκριση και αγάπη.
Ιδιαίτερη και διαχρονική είναι η προσφορά του Μεγάλου Βασιλείου στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, μέσω της Θείας Λειτουργίας που φέρει το όνομά του.
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, τελούμενη έως σήμερα σε συγκεκριμένες ημέρες του εκκλησιαστικού έτους, διακρίνεται για το βάθος των ευχών της, τον έντονα δογματικό και σωτηριολογικό της χαρακτήρα και την μεγαλοπρέπεια της θεολογικής της γλώσσας.
Η φιλανθρωπία του Μεγάλου Βασιλείου δεν υπήρξε θεωρητική, αλλά έμπρακτη. Το κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η περίφημη Βασιλειάδα, ένα πρωτοφανές για την εποχή του κοινωνικό συγκρότημα, που περιλάμβανε νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ξενώνες και χώρους φροντίδας για λεπρούς και ασθενείς.
Εκεί, η αγάπη του Χριστού γινόταν πράξη καθημερινή, αποδεικνύοντας ότι η Εκκλησία δεν υπάρχει μόνο για να διδάσκει, αλλά και για να θεραπεύει, να ανακουφίζει και να σώζει.
Οι ομιλίες του Μεγάλου Βασιλείου έχουν έντονο ποιμαντικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Ο λόγος του είναι παρρησιαστικός, προφητικός και ελεγκτικός απέναντι στην κοινωνική αδικία και την αδιαφορία προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο.
Σε έναν από τους κοινωνικούς του λόγους, λέγει με παρρησία: «Ὁ πλεονεκτῶν ἀδικεῖ· ὁ πλούσιος, ἐὰν μὴ μεταδιδῷ, λῃστὴς ἐστίν.» Και αλλού: «Τοῦ πεινῶντος τὸν ἄρτον κατέχεις· τοῦ γυμνοῦ τὸ ἱμάτιον φυλάσσεις.» Ο ίδιος διδάσκει: «Οὐδὲν οὕτως ἴδιον Χριστιανοῦ, ὡς τὸ ἐλεεῖν.»
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος χαρακτηρίζει τη Βασιλειάδα: «Πόλιν καινήν, φιλοπτωχίας ταμιεῖον, νόσων ἰατρεῖον καὶ πόνων καταφυγήν.»
Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μίλησαν με θαυμασμό για τον Μέγα Βασίλειο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στενός του φίλος, τον παρουσιάζει ως «στήλην αρετής» και «κανόνα επισκόπων», ενώ υπογραμμίζει ότι στο πρόσωπό του ενώθηκαν η θεωρία και η πράξη. Εγκωμιάζοντάς τον, σημειώνει: «Λόγος ἦν αὐτῷ πράξις καὶ πράξις λόγος· φιλοσοφία ἀληθινή, οὐ λόγων σκιᾷ, ἀλλ’ ἀρετῆς ἀκριβεῖᾳ.» (Επιτάφιος Λόγος εις Βασίλειον)
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί την γενναιότητά του απέναντι στην εξουσία και την ακλόνητη στάση του υπέρ της Ορθοδοξίας, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε διωγμούς και απειλές: «Οὐκ ἦν ἄνθρωπος χαριζόμενος καιροῖς, ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ δουλεύων.»
Ο Μέγας Βασίλειος δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν της Εκκλησίας, αλλά και στο παρόν και το μέλλον της. Το παράδειγμά του μάς καλεί να συνδυάσουμε την ορθή πίστη με την έμπρακτη αγάπη, την θεολογική γνώση με την ταπείνωση, την λατρεία με την διακονία του πλησίον.
Μας προτρέπει, να γίνουμε θεολόγοι, όχι μόνο με το στόμα, αλλά με την καρδιά και τα έργα. Μας υπενθυμίζει ότι η ορθή πίστη χωρίς αγάπη νεκρώνεται και η αγάπη χωρίς αλήθεια χάνει τον προσανατολισμό της.
Ως γνήσιος Πατήρ της Εκκλησίας, συνεχίζει να γεννά πνευματικά τέκνα, μέσα από το έργο και την διαχρονική μαρτυρία του.
Είθε, με τις πρεσβείες του Μεγάλου Βασιλείου, να αξιωθούμε κι εμείς να ζήσουμε το Ευαγγέλιο, όχι με λόγια, αλλά ως βίωμα, μιας και η μνήμη του είναι κλήση μιμήσεως!
