Ο Ορθόδοξος κόσμος στηρίζει το Φανάρι, στηρίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στηρίζει το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου, του εκάστοτε εν πολλοίς, του κ. Βαρθολομαίου ειδικότερα, άσχετα αν υπάρχουν στιγμές που διαφωνούμε με συγκεκριμένες ενέργειες (βλ.σχ. τη συμπροσευχή τελευταίως με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, στο Φανάρι). Ο θεσμός του Οικ. Πατριαρχείου είναι ιερός, ιστορικά δομημένος, πνευματικά αδιαπραγμάτευτος, ομοίως και ο Οικ. Πατριάρχης, ο Πρώτος του Γένους και Πνευματικός Πατέρας όλων μας.
Η «Κ.τ.Ο.», σεβόμενη το πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου, δεν θα αναπαράξει εδώ τις ύβρεις που τόλμησαν ρωσικά στοιχεία εκ του Πατριαρχείου Μόσχας προς το Φανάρι, αλλά και προσωπικά κατά του Οικουμενικού μας Πατριάρχου. ‘Αλλωστε, αυτή η τακτική δεν είναι πρόσφατη, μετράει χρόνια και καιρούς, απλώς μεταβάλει κατά διαστήματα τους τρόπους και τις εκφάνσεις αντίδρασης. Αυτό, όμως, που δεν αλλάζει, δεν μεταβάλλεται και παραμένει εσαεί ανόθευτο και ασάλευτο είναι η κατάθεση του υιικού σεβασμού και της άδολης τιμής όλο του Ορθόδοξου κόσμου, σχεδόν όλου, προς το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο. Η Μόσχα, άλλωστε, κινείται προσεχτικά για να δυνηθεί, έτσι προσμένει, στο μέλλον να αποδομήσει το διεθνές κύρος του Πατριάρχη του Γένους, παρά ταύτα όμως, κάθε προσπάθειά της, άλλοτε πλέον διακριτική, άλλοτε, όπως τώρα αδιάντροπη, καταλήγει στο κενό.
Ας θυμηθούμε, όμως, ας προσθέσουμε στη μνήμη μας μερικές σκέψεις για τον εν γένει ρωσικό επεκτατισμό, ο οποίος, στην ουσία, υποδαυλίζει κάθε τέτοια ενέργεια κατά του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.
Ο ρωσικός επεκτατισμός με την εισβολή στην Ουκρανία, ο γενικότερος αναβρασμός στα Βαλκάνια, με το Πατριαρχείο της Σερβίας να υποστηρίζει απροκάλυπτα τη Μόσχα – φθάνοντας ακόμη να κάνει και εράνους στο Βελιγράδι υπέρ ενισχύσεως του αγώνος των ρώσων κατά των Ουκρανών! – η ρωσική εισπήδηση στην αφρικανική γη, προκαλώντας την αντίδραση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, και η άνευ όρων και προσχημάτων ευθεία αμφισβήτηση και υπονόμευση της οικουμενικής ισχύς του Φαναρίου από τη Μόσχα, σε συνδυασμό με την επαπειλούμενη εξάπλωση του πανσλαβισμού εντός του Όρους, είναι γεγονότα που, πλέον, έχουν κατά κάποιο τρόπο καθιερωθεί, δυστυχώς εδραιωθεί και παγιωθεί.
Ταυτόχρονα, τα διεθνή δημοσιεύματα για διακίνηση «γκρίζου» χρἠματος στο Όρος, σε μονές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τη Μόσχα, η αναθέρμανση του ζηλωτικού κινήματος που βάλει δημοσίως κατά του Φαναρίου και «υμνεί» τον Πατριάρχη Μόσχας, αλλά και η προσπάθεια εκμετάλλευσης των αγιορειτών από πολιτικά κόμματα με διόλου ξεκάθαρες επιδιώξεις και προθέσεις, παρά τις Ανακοινώσεις κατά καιρούς της Ιεράς Κοινότητας πως απέχει απ᾿ όλα αυτά και τα καταδικάζει, εντούτοις, δε μπορεί παρά να ανησυχούν την Πολιτεία αλλά και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η καρδιά του οποίου χτυπάει στην Αγιώνυμο Πολιτεία του Άθω.
Ας μην ξεχνάμε πως ο Πανσλαβισμός (πολιτική κίνηση που είχε απώτερο στόνο την ένωση όλων των Σλάβων της Ευρώπης, ώστε να κυριαρχήσουν υπό έναν κοινό πολιτιστικό και πολιτικό σκοπό), αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα το μέσο, τη δίοδο, μέσω της οποίας ο ρωσικός επεκτατισμός εισχώρησε στην Ευρώπη, κυρίως, και ασφαλώς έθεσε και ως επίκεντρο των επιδιώξεών του και αυτό το Άγιον Όρος.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο Πανσλαβισμός παρεισφρύει στο Άγιον Όρος τόσο έντονα όσο ποτέ. Βούλγαροι, Σέρβοι, κυρίως όμως Ρώσοι, μιας και η ίδρυση νέας Μονής απαγορεύεται κατηγορηματικά στο Καταστατικό του Αγίου Όρους, αγόρασαν πολλά κελιά, τα οποία με την πάροδο του χρόνου επέκτειναν, αποβλέποντας στην κτιριακή και διοικητική ενίσχυσή τους, ως εν δυνάμει Σκήτες ή και Μονές. Χαρακτηριστική περίπτωση η Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, το γνωστό «Σεράι» στις Καρυές, που ανήκει στη Μονή Βατοπεδίου και η Σκήτη του Προφήτη Ηλία, λίγο παρακάτω, που ανήκει στη Μονή Παντοκράτορος.
Κυρίως δε, στο τελευταίο τέταρτο του 19 ου αιώνα, η αθρόα προσέλευση ρώσων, κυρίως μοναχών στο ρωσικό μοναστήρι και η όλη προσπάθειά τους να συμβάλουν στη δημογραφική αλλαγή και αλλοίωση του αγιορείτικου πληθυσμού, δεν πέρασε απαρατήρητη από τους Αγιορείτες, που φρόντισαν να διεκδικήσουν και να διαφυλάξουν με πολλές θυσίες, όσα κεκτημένα είχαν περιέλθει στη δικαιοδοσία τους.
Ο Πανσλαβισμός και η ρωσική προπαγάνδα, όμως, κορυφώθηκαν στην περίπτωση της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, στο γνωστό και ως «ρωσικό» μοναστήρι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1870, οι Ρώσοι προσπαθούν να ελέγξουν διοικητικά τη Μονή, χωρίς όμως αποτέλεσμα, έστω αρχικά, μιας και οι εντάσεις και οι έριδες που δημιουργήθηκαν επέφεραν την άρση της μοναχικής ευρυθμίας και κανονικότητας της μοναχικής ζωής.
Αυτή η προσπάθεια, βέβαια, συνεχίστηκε και έως τις ημέρες μας. Δεν είναι τυχαίες, άλλωστε, οι κατά καιρούς «υψηλές» αφίξεις ισχυρών πολιτικά και οικονομικά ανδρών της Ρωσίας στη Μονή, με αποκορύφωμα αυτή την επίσκεψη του Ρώσου Προέδρου Πούτιν (αρχικά στις 9/9/2005 και, αργότερα, την περίοδο του Μαΐου, στα 2016,). Επισκέψεις με ισχυρούς συμβολισμούς που επιχειρούν την ανάδυση μιας ισχυρής ρωσικής κυριαρχίας και επιβολής σε κάθετι γύρω τους.
Άλλωστε, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν μονές που δεν έχουν καταδικάσει τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, που επέφερε και συνεχίζει να προσθέτει χιλιάδες νεκρούς στον μακρύ κατάλογο των απωλειών.
Όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται, η ρωσική προπαγάνδα αποκαλύπτεται, αποδομείται, καταρρέει και απογυμνώνεται και, ταυτόχρονα, εγείρει πλείστα ερωτηματικά για την όλη θέση του ορθόδοξου μοναχισμού – εν προκειμένω κάποιων ιερών Μονών και όχι όλων, ασφαλώς – απέναντι στην ιερότητα και αξία του ανθρωπίνου προσώπου, κάθε ανθρωπίνου προσώπου, ξεχωριστά και ιδιαίτερα.
