Αρχική » Οι Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτειοκρατίας την περίοδο του Μελετίου Μεταξάκη – Αφιέρωμα στην “ΚΙβωτό της Ορθοδοξίας”

Οι Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτειοκρατίας την περίοδο του Μελετίου Μεταξάκη – Αφιέρωμα στην “ΚΙβωτό της Ορθοδοξίας”

 Του π. Αθανασίου Καρυάμη, Δρος Θεολογίας, στην "Κιβωτό της Ορθοδοξίας"

από ikivotos

Η μόνιμη επιθυμία όλων των προκαθημένων της Εκκλησίας της Ελλάδος από τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους ήταν η απαλλαγή του εκκλησιαστικού οργανισμού από τα δεσμά της πολιτειοκρατίας, που επιβλήθηκε με την μονομερή ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας στην Ελλάδα το 1833. Μετά από την έκδοση του Συνοδικού Τόμου του 1850 από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το κράτος για να απαλλαγεί μονομερώς από τους όρους που αναγκαστικά συνόδευαν τον Συνοδικό Τόμο, επιβλήθηκε με την έκδοση δύο καινούριων νόμων τους Σ΄ / 1852 και ΣΑ΄ /1852, επιβάλλοντας ξανά την πολιτειοκρατία.   Χαρακτηριστικό παράδειγμα της όλης αυτής της προσπάθειας απεγκλωβισμού της Εκκλησίας στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, είναι οι κινήσεις των δύο προκαθημένων Θεόκλητου Μηνόπουλου και Μελετίου Μεταξάκη, που προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι ένα απτό παράδειγμα για όλους τους εμπλεκομένους στα εκκλησιαστικά πράγματα μέχρι σήμερα. Οι δύο αυτοί μητροπολίτες Αθηνών, παρόλο που ως προκαθήμενοι υπήρξαν  επιτυχημένες επιλογές της πολιτειακής ηγεσίας ο πρώτος και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου ο δεύτερος, εγκλωβίστηκαν από τους πολιτικούς σχηματισμούς της περιόδου του εθνικού διχασμού που είχε τις ρίζες του στο ξέσπασμα του κινήματος στο Γουδί το 1909. Όμως, έδωσαν ο καθένας τους ξεχωριστά μεγάλες μάχες, για την απαλλαγή της Εκκλησίας στη Ελλάδα από το στυγνό πολιτειοκρατικό σύστημα. Παρόλο που η ύπαρξη τους στο μητροπολιτικό θώκο των Αθηνών, αξιοποιήθηκε στο έπακρο από την εκάστοτε πολιτική και πολιτειακή ηγεσία στη νεότερη Ελλάδα για εκπλήρωση μικροκομματικών συμφερόντων, σέρνοντας τον εκκλησιαστικό οργανισμό να υιοθετήσει την πολιτική του εθνικού διχασμού μετατρέποντάς τον και σε εκκλησιαστικό διχασμό, που πλήρωσε με πολλούς τρόπους η Εκκλησία μειώνοντας το κύρος της στα μάτια του απλού λαού. Η χρήση της Εκκλησίας της Ελλάδος για πολιτικούς καθαρά λόγους ήταν και είναι ένα αδιαμφισβήτητο φαινόμενο στην νεότερη ιστορία της και με διαφορετικές σκληρότερες μορφές στη σύγχρονη ιστορία της[1].

Ο από Μονεμβασίας και Σπάρτης μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος (1902 – 1917 και 1920 – 1922) διάδοχος του παραιτηθέντος εξαιτίας των γεγονότων που έμειναν γνωστά στην Εκκλησιαστική Ιστορία ως Ευαγγελικά ή Ευαγγελιακά μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου Β΄, ανέβηκε στον μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών με ασυνήθιστα ομαλό τρόπο για τα δεδομένα του Νεοελληνικού κράτους. Ο Θεόκλητος υπήρξε αφοσιωμένος στο βασιλικό θεσμό ως ανάστημα της Παλαιάς Ελλάδας, όμως, ποτέ δεν κατάφερε να ξεφύγει και αυτός από το πολιτειοκρατικό σύστημα παρά τις συντονισμένες προσπάθειές του. Το έτος 1903 εισηγήθηκε για να αναπνεύσει η Εκκλησία στην  κυβέρνηση, τα νομοσχέδια «Περί ενοριών και προσόντων εφημερίων και προσόντων των εφημερίων και μισθοδοσίας αυτών» και «Περί ιερατικών ταμείων», χωρίς να γίνουν αποδεκτά από την κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη. Ο Αθηνών Θεόκλητος δεν παρέδωσε τα όπλα, και δύο χρόνια μετά αποφάσισε την επαναδραστηριοποίηση του «Ιερού Συνδέσμου», ώστε, το δημοσιογραφικό του όργανο να ασκεί πιέσεις στους πολιτικούς σχηματισμούς και παράλληλα να ενημερώνει υπεύθυνα την κοινή γνώμη για τα εκκλησιαστικά[2].

Με την συμπαράσταση των πολιτικών ανδρών Αθανάσιου Ευταξία, Χαρ. Βοζίκη και Αντ. Μομφεράτου, θεσπίστηκε με απόφαση του αρμόδιου υπουργού με το υπ’ αριθ. 11376 / 2 – 7 – 1902 το αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρίς όμως και αυτός επί των ημερών του να καταφέρει την αξιοποίησή της. Στη συνέχεια, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1905, εισηγείται στην κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη πέντε νέα νομοσχέδια για να περιορίσει τις ωμές επεμβάσεις του κράτους στα εσωτερικά ζητήματα του εκκλησιαστικού οργανισμού. Το ένα από τα πέντε αφορούσε τον τρόπο διοίκησης των ελληνόφωνων Ορθόδοξων κοινοτήτων της Διασποράς. Ένα ακόμα από τα πολλά αγκάθια στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, ήταν η διαφωνία τους στα ζητήματα του τρόπου και των αρμοδιοτήτων του διορισμού στους ναούς της ελληνικής επικράτειας νεωκόρων και ψαλτών. Μέχρι τότε ίσχυαν οι διατάξεις της Βαυαρικής Αντιβασιλείας, που ανέθετε στους δήμαρχους την διοίκηση των ενοριακών ναών. Σύμφωνα με το άρθρο 114, τα εκκλησιαστικά συμβούλια συγκροτούσαν ο δήμαρχος, ο εφημέριος και όπως ήταν αυτονόητο για το δικό τους κομματικό συμφέρον οι εκκλησιαστικοί σύμβουλοι ήταν της δικής του παραταξιακής ομάδας, με αποτέλεσμα την επιλογή πολιτικών του φίλων  ως κατάλληλων προσώπων για τις θέσεις νεωκόρων και ιεροψαλτών, που άλλαζαν συχνά συνήθως με την αλλαγή δήμαρχου. Στις 2 Μαρτίου 1906 η Ιερά Σύνοδος απείλησε να κηρύξει την Εκκλησία της Ελλάδος «εν διωγμώ» και να ενημερώσει τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες για τις ωμές επεμβάσεις του κράτους στο διοικητικό και ποιμαντικό της έργο. Το 1907 ο Δημητριάδος Γερμανός, που έμεινε μεταξύ άλλων γνωστός στην Ιστορία για την διαμάχη του με τον παιδαγωγό Αλέξανδρο Δελμούζο και της δίκης για τα «Αθεϊκά» του Βόλου, και αργότερα με την προσχώρησή του στην παράταξη των Παλαιοημερολογιτών, αποφάσισε  να ελέγχει ο ίδιος ως αρμόδιος για την επαρχία του ως επίσκοπος, όλους τους διορισμούς του προσωπικού των ναών. Οι αντιδράσεις των τοπικών παραγόντων που διαφώνησαν με την απόφασή του αυτή ήταν σφοδρότατες[3].

Ο Αθηνών Θεόκλητος το 1914 ξανά ανάλαβε πρωτοβουλία για την αναδιοργάνωση της εκκλησιαστικής νομοθεσίας. Μέσα στο έργο της νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής που συνέταξε οκτώ νέα νομοσχέδια, ήταν και η προσπάθεια σύνταξης νέου Καταστατικού Χάρτη για να καταφέρει η Εκκλησία να μείνει ελεύθερη από κρατικές επεμβάσεις. Όμως, δεν πέρασαν ως νόμοι του κράτους αφού ο Μεγάλος Πόλεμος (1914 – 1918) και ο εθνικός διχασμός περιέπλεξαν αφάνταστα τον εκκλησιαστικό οργανισμό. Η σπουδαιότερη πρόνοια του Καταστατικού Χάρτη, ήταν η απαλλαγή από το βραχνά της παρουσίας του βασιλικού επιτρόπου ως θεσμού και η ύπαρξη δωδεκαμελούς Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ως «ύπατης Εκκλησιαστικής Αρχής»[4].

Η εμπλοκή του Αθηνών Θεόκλητου Μηνόπουλου στο ανάθεμα του Βενιζέλου στο πεδίο του Άρεως το 1916 με τη συμμετοχή ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος, έγινε αναγκαστικά και πιεστικά από τους Επίστρατους και τους προέδρους των επαγγελματικών σωματείων της πρωτεύουσας που πίεσαν αφάνταστα τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης της Αθήνας  Σπυρίδωνα Λάμπρο, να δεχθεί την παρουσία τους στην τελετή του αναθέματος, στον απόηχο των αιματηρών γεγονότων που έμειναν στην Ιστορία γνωστά ως «Νοεμβριανά» το 1916. Η  αποχή της Εκκλησίας, ίσως ήταν ανασταλτικός παράγοντας για τη συμμετοχή του λαού. Η επανένωση του κράτους που εκείνη την περίοδο είχε δύο ξεχωριστές κυβερνήσεις αυτή της Αθήνας και την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης υπό την τριανδρία Βενιζέλου, ναυάρχου Κουντουριώτη και στρατηγού Δαγκλή, θα έκανε στο εγγύς μέλλον αφόρητη την συνεργασία των δύο αρχαιότερων θεσμών της χώρας. Η αλλαγή προκαθημένου ήταν μονόδρομος για το κόμμα των Φιλελευθέρων. Παρότι ο κομματικός μηχανισμός τους ευνοούσε το πρόσωπο του Πέτρας Τίτου Ζωγραφίδη, ο οποίος του  είχε σταθεί στην Κρήτη,  ο Βενιζέλος επέλεξε τον από Κυτίου της Κύπρου μητροπολίτη Μελέτιο Μεταξάκη για τον θρόνο της Αθήνας[5].

Ο Αθηνών Μελέτιος παρότι ήταν η προσωπική  επιλογή του Βενιζέλου και τον βοήθησε αφάνταστα σε όλες τις δύσκολες στιγμές του, δεν έπαψε να συγκρούεται με το κόμμα των Φιλελευθέρων για πολλές από τις κομματικές τους επιλογές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα το ζήτημα των διαζυγίων, το ζήτημα της χρήσης της δημοτικής γλώσσας στα σχολεία και στα διδακτικά εγχειρίδια, το ζήτημα του διορισμού των προϊστάμενων  σε ναούς της Αθήνας με γνώμονα τις σπουδές του προτιμώντας πάντα τους εγγάμους παρά τους αγάμους, χωρίς να εξετάζει αν ήταν βασιλόφρονες ή οπαδοί του κόμματος των Φιλελευθέρων κ.α. Όμως, η μεγαλύτερη προσπάθεια του Μεταξάκη για ελεύθερη διοικητικά Εκκλησία, φάνηκε από την αγωνιώδη προσπάθειά του για την άμεση απεμπλοκή της Εκκλησίας από τα πολιτειοκρατικά δεσμά[6].

Ο Μελέτιος αποφάσισε μετά από ώριμη σκέψη επιστρέφοντας από την Αμερική που είχε πάει για να αναδιοργανώσει τις Ορθόδοξες Ελληνόφωνες κοινότητες, εγκαινιάζοντας ταυτόχρονα την θρησκευτική διπλωματία πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, και σε αυτό το σημείο είναι αξιομνημόνευτη, αφού κατάφερε να συναντηθεί με υπουργούς, πρωθυπουργούς και αρχηγούς κρατών, αλλά και να συναντήσει εκκλησιαστικούς  ηγέτες με στόχο την προώθηση των εθνικών συμφερόντων. Μετά από την επιστροφή του από τις ΗΠΑ ο Μελέτιος όπως διέρρευσε στον φιλοβενιζελικό Τύπο, ήταν εμπνευσμένος από τον τρόπο συνεργασίας των χριστιανικών ομολογιών με τις κυβερνήσεις τους και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ετοιμαζόταν να ξεκινήσει διαδικασίες ώστε, η Εκκλησία της Ελλάδος να κινηθεί πάνω σε αυτό  το εκσυγχρονισμένο πλαίσιο. Έτσι, αποφάσισε να ανοίξει ξανά και ο ίδιος το ζήτημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα[7].

Βέβαια, τα πρώτα σημάδια προσπάθειας ανακαίνισης του φλέγοντος θέματος φάνηκαν στον ενθρονιστήριο λόγο του. Όλοι οι επίσκοποι του βασιλείου όπως αναγκαστικά και ο ίδιος έδιναν την διαβεβαίωσή τους ενώπιον του άνακτος ορκιζόταν πίστη στο Σύνταγμα και τους νόμους, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στους Θείους και Ιερούς Κανόνες. Ο Μεταξάκης οραματιζόταν έναν ζωντανό εκκλησιαστικό οργανισμό, πιστεύοντας «ότι η εκκλησιαστική νομοθεσία απορρέει εκ της εκκλησιαστικής αρχής». Ο ίδιος δήλωνε με αφορμή το νέο υπό μελέτη σχέδιο νόμου για τις ενορίες ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει η να ισχύει «το σύστημα της νομοθεσίας δια λογαριασμό της Εκκλησίας άνευ της γνώσεως αυτής». Ο Μελέτιος δεν επιθυμούσε ο κάθε καινούριος υπουργός να αλλάζει τους νόμους που είχε νομοθετήσει για λογαριασμό της Εκκλησίας ο προηγούμενος, άνευ συνεννοήσεως με την Ιερά Σύνοδο. Το νέο νομοσχέδιο που εμπνεύστηκε ο Αθηνών Μελέτιος για την εσωτερική αυτοτέλεια της Εκκλησίας περιείχε 210 διατάξεις, με απώτερο στόχο η Εκκλησία να εκδίδει η ίδια τις διατάσεις που αφορούσαν τα εσωτερικά της ζητήματα. Ένα από τα ανοικτά ζητήματα για την Εκκλησία και έθιγε ο Μεταξάκης ήταν ο τρόπος εκλογής των επισκόπων. Η υιοθέτηση του τρόπου που ο τσάρος Μ. Πέτρος της Ρωσίας επέβαλε στο Πατριαρχείο Μόσχας, δηλαδή η εκλογή τριπρόσωπου και η αποστολή του καταλόγου στην κυβέρνηση για την επιλογή του ενός ήταν για τον ίδιο αδιανόητη. Ο Μελέτιος υποστήριζε ότι ήταν καλύτερα η έγκριση από τον άνακτα της επιλογής της Ιεράς Συνόδου ενός από το τριπρόσωπο, γιατί έτσι, ασκούσε με την έγκριση μόνο την εποπτεία ο βασιλιάς και δεν ανακατευόταν με την εκλογική διαδικασία. Ένα νέο καινοτόμο στοιχείο ήταν η σύνταξη ενός καταλόγου εκλόγιμων προς αρχιερατεία. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που εκκρεμούσε, αφορούσε την αφαίρεση από τον τοπικό επίσκοπο σύμφωνα με τη νομοθεσία του 1852 του δικαιώματός του που απέρρεε από τους Ιερούς Κανόνες, να αποφασίζει την απομάκρυνση ενός πρεσβυτέρου από τα ενοριακά του καθήκοντα εάν πρώτα το θέμα δεν είχε λυθεί οριστικά στα πολιτικά δικαστήρια. Βέβαια, φρόντισε να οι ιερείς να έχουν το δικαίωμα να λάβουν γνώση από πριν των κατηγοριών που τους βάραιναν. Η γνώση εκ των προτέρων της δικογραφίας τους έδινε την δυνατότητα να προετοιμαστούν για την υπεράσπισή τους. Όμως η εκλογική ήττα του Βενιζέλου την 1η Νοεμβρίου του 1920 σταμάτησε όλη αυτήν την προσπάθεια[8].

Η ανάγκη απελευθέρωσης από τα πολιτειοκρατικά δεσμά της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Νεοελληνικό κράτος ήταν πάντοτε στις πρώτες προτεραιότητες όλων των προκαθημένων. Ακόμα και όταν αυτές οι παρεμβάσεις έφθαναν στο απροχώρητο όπως της υιοθέτησης του εθνικού διχασμού και μετατροπής του σε εκκλησιαστικό που οδήγησε σε δραματικές εξελίξεις στα εκκλησιαστικά πράγματα, οι εκκλησιαστικοί άνδρες ποτέ δεν υπέστειλαν τη σημαία του αγώνα απεμπλοκής από ένα σύστημα που τους επιβλήθηκε από την Επανάσταση του 1821 με στόχο η Ελλάδα να αποτελέσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος μέσα στην ευρύτερη οικογένεια των χωρών της γηραιάς ηπείρου. Έτσι, η Ελλάδα θα αποκλειόταν από τον πειρασμό να παραμείνει ένα ακόμα Ορθόδοξο κράτος στη Βαλκανική Χερσόνησο, που θα ποδηγετούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως εθναρχούσα Εκκλησία με άλλες προτεραιότητες διαφορετικές από το εθνικό κέντρο δηλαδή την κυβέρνηση της Αθήνας[9].

 

[1] Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1994, σελ. 52 – 53.

[2] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν, ήτοι Επίτομος Ιστορία της εν Ελλάδι Εκκλησίας κυρίως ως θυγατρός του Οικουμενικού Πατριαρχείου,  τόμος Β΄, Αθήνισι 2009, εκδοθέν Τύποις Επταλόφου, σελ. 289 – 290.

[3] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν, ό. π., σελ. 312 – 313.

[4] Αθανάσιου Αν. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εικοστός αιώνας), Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2010(4), σελ. 38 – 41.

[5] Εφημερίδα «Αστήρ», ημερομηνία 20 – 02 – 1918.

[6] Εμμανουήλ Καραγεωργούδης, Πτυχές της Εθνικής και Κοινωνικής Προσφοράς της Εκκλησίας, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 546 – 550. Βλέπε, Χάρης Αθανασιάδης, Τα αποσυρθέντα βιβλία: Έθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα 1858 – 2008, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015,   σελ. 198 – 202.

[7] Εφημερίδα «Νέα Ελλάς», ημερομηνία 30 – 12 – 1918.

[8] Ευάγγελος Ματζουνέας (πρωτ.), «Ο οραματιστής ζώσης και ελευθέρας Εκκλησίας Μελέτιος Μεταξάκης. (Εξ΄ απόψεως Κανονικής Διοικήσεως)», Αθήναι 1972, σελ. 13 – 15, (Ανάτυπο).

[9] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Εκφάνσεις πολιτειοκρατίας. Οι ωμές επεμβάσεις της πολιτείας στις εκλογές των προκαθημένων της Εκκλησιας της Ελλάδος (1833 – 1974), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2020, σελ. 171 – 173.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close