Η εξέταση του προβλήματος που ονομάζεται ως το ΄΄κακό΄΄ προϋποθέτει τόσο την ανίχνευση του περιεχομένου του ρόλου υπό το φως της ορθόδοξης πατερικής και αγιογραφικής θεολογίας της Εκκλησίας μας, που είναι κοινή σε γενικές γραμμές σε Ανατολή και Δύση, όσο και των διαφόρων ερωτημάτων που φυσιολογικά γεννιούνται, όταν το κακό ως πραγματικότητα βιώνεται από το σύνολο των ανθρώπων στο σύγχρονο κόσμο σε όλες του τις εκφάνσεις και προεκτάσεις π. χ. αρρώστια, πόνος, φθορά, αδικία κ.λπ. Όλοι οι χριστιανοί έχουν αναρωτηθεί σε κάποια δύσκολη φάση της ζωής τους, ποια είναι η σχέση του Θεού με το κακό. Μιλάμε μόνο για τη θέαση και αντιμετώπιση του κακού, υπό το πρίσμα του χριστιανισμού και όχι των υπολοίπων αρχαίων ή σύγχρονων θρησκειών, ακραίων νεοφανών χριστιανικών αιρέσεων και παραθρησκευτικών ομάδων.
Η Ορθόδοξη Θεολογία προσπάθησε να δώσει τη δική της απάντηση στο ερώτημα περί προελεύσεως του κακού και κατά συνέπεια της θνητότητας του ανθρωπίνου γένους, ερμηνεύοντας τη διήγηση της Γενέσεως κατά τρόπο κυριολεκτικό. Κατ΄ αυτήν την ερμηνεία ο κόσμος, δημιουργήθηκε αθάνατος και μετά από την ανυπακοή του Αδάμ και της Εύας ήρθε στον κόσμο η φθορά και τελικά ο θάνατος. Ούτε η Ενσάρκωση του Χριστού, δεν κατάφερε να ανατρέψει αυτή την νέα πραγματικότητα που δημιούργησε το κακό με την ευθύνη των πρωτοπλάστων. Η απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα όλων των χριστιανών κάθε δόγματος για την προέλευση του κακού, που συνδέθηκε άμεσα με το ζήτημα της Θεοδικίας, αντιμετωπίστηκε υπό το πρίσμα της σχέσης του Θεού και του ίδιου του κακού μέσα στην ιστορική πορεία του χριστιανικού κόσμου από την αρχή μέχρι τα έσχατα. Όμως, ο εκτοπισμός του θελήματος του Θεού από τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου προς όφελος των πολλών υπολοίπων προτεραιοτήτων του, δεν άφησε ανοικτό το δρόμο για την αξιοποίηση της ορθόδοξης πατερικής και αγιογραφικής ερμηνείας του κακού, και της πρότασής της για την άμεση αντιμετώπισή του. Η ουσία της πτώσης των πρωτοπλάστων έγκειται στην παρακοή του θελήματος του Θεού και στην διάσπαση της απευθείας επικοινωνίας μαζί του. Η αυτονόμηση των πρωτοπλάστων και η διάθεσή τους να γίνουν οι ίδιοι θεοί, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Έτσι, έκανε την εμφάνισή του το κακό που ουσιαστικά είναι η απουσία του αγαθού που ταυτίζεται με το Θεό. Το ίδιο το ανθρώπινο σώμα που σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο είναι ο ναός του Θεού δεν ταυτίζεται διόλου με το κακό. Δεν έχει το κακό καμία σχέση ούτε με την φύση του ανθρώπου. Το κακό ήρθε στον κόσμο μέσα από τον διάβολο, ο οποίος είναι η αιτία του κακού. Με τη χρήση του αυτεξούσιου ο άνθρωπος επιλέγει ο ίδιος την αποδοχή του ή την άρνησή του. Με αυτές τις θέσεις συμφωνούν σε γενικές γραμμές όλοι οι χριστιανοί σε Ανατολή και Δύση, με εξαίρεση τόσο για τους ρωμαιοκαθολικούς όσο και για τους προτεστάντες η μεταξύ τους διαφοροποίηση στο μέγεθος της πτώσης και στις συνέπειές της για τον άνθρωπο[1].
Η έκταση του κακού τόσο στον 20ό αιώνα όσο και στον 21ο δεν επέτρεψε να ελεγχθεί συστηματικά, με τους ανθρώπους να γίνονται οι ίδιοι διαχειριστές της δικαιοσύνης, αφαιρώντας συστηματικά το δικαίωμα αυτό από το Θεό. Τελικά, ο άνθρωπος απονέμει δικαιοσύνη και αναλαμβάνει το ρόλο του Θεού. Ο Γρηγόριος Νύσσης όπως και ο ιερός Αυγουστίνος θεωρούν το κακό ως μη όν. Για την ύπαρξη της θείας Πρόνοιας το κακό παραμένει διαρκώς ένα σκάνδαλο. Ο κόσμος δυστυχώς είναι βυθισμένος στο κακό, το οποίο παραμορφώνει τον άνθρωπο. Για τον ιερό Αυγουστίνο ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να ενεργήσει προς την κατεύθυνση του κακού κάθε στιγμή. Το κακό μπορεί να καταργηθεί μόνο με τη θεία Χάρη. Η θεολογική προσέγγιση του ζητήματος από τον ιερό Αυγουστίνο, υπήρξε η αφετηρία της διαπραγμάτευσης των ζητημάτων της ελευθερίας και της χάριτος και για τα δύο κύρια ρεύματα του δυτικού χριστιανισμού: των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών[2].
Το κακό οντολογικά δεν υφίσταται. Είναι ανυπόστατο και δεν έχει ουσία όπως, ο άνθρωπος, τα ζώα, τα φυτά κλ. π. που δημιουργήθηκαν από το Θεό. Σύμφωνα με τον καθηγητή Ανδρέα Θεοδώρου είναι: «[…] μη όν απουσία και αναχώρηση του φωτός. Το κακό δεν μπορεί να υπάρχει στο Θεό ούτε ως ιδέα, γιατί τότε θα ήταν κακή η ουσία του Θεού ούτε προέρχεται από αυτόν ως κτιστή ουσία στην κλίμακα των φυσικών και πνευματικών όντων. Ούτε υπάρχει έξω από το Θεό ως οντότητα […] Είναι «συμβεβηκός» κάτι που επικάθεται εξωτερικά στη φύση του ανθρώπου δοσμένο σε αυτήν από το Θεό»[3].
Με την ενσάρκωσή του ο Χριστός αναλαμβάνει προσωπικά την ευθύνη για την υπέρβαση του κακού στον κόσμο. Γίνεται άνθρωπος για να λυτρώσει την κορωνίδα της δημιουργίας, τον ίδιο τον άνθρωπο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο κάθε άνθρωπος ανακαινισμένος προσπαθεί να πολεμήσει το κακό, που οι πρωτόπλαστοι με την επιλογή τους να παρακούσουν το Θεό το ενέταξαν στη ζωή τους διακόπτοντας τη σχέση τους και την άμεση καθημερινή τους επικοινωνία με τον Θεό. Η επιλογή του ιδίου του κακού είναι αμαρτία. Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν ότι οι πρωτόπλαστοι δημιουργήθηκαν αγαθοί καθολοκληρία από τον Θεό. Στο παράδεισο οι πρωτόπλαστοι ζούσαν ολοκληρωτικά στο αγαθό, αφού δεν γνώριζαν το κακό. Ο Jean Claude Larchet γράφει : «[…] ο πειρασμός του έδινε γνώση μόνο της δυνατότητας του κακού και μάλιστα όχι του κακού καθεαυτού. Η γνώση του ίδιου του κακού εμφανίσθηκε ως συνέπεια του αμαρτήματος (Γεν. 3,22) και όχι ως πρόξενος και αρχή του. Στον παράδεισο το κακό υπήρχε μόνο στον Όφι, την ενσάρκωση του Σατανά, ο οποίος με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να φθάσει την δημιουργία όσο ο Αδάμ παρέμενε άρχοντας και βασιλιάς της. Το κακό δε διέθετε καμιά εξουσία πάνω στον άνθρωπο, μη μπορώντας να κάνει κάτι περισσότερο από τον πειρασμό, ο οποίος δεν είχε καμία συνέπεια για τον άνθρωπο, όσο αυτός αρνιόταν να συγκατατεθεί» [4].
Η παρουσία του Χριστού εδώ στη γη είχε ως σκοπό και στόχο την καταπολέμηση της αιτίας του κακού δηλαδή της ίδιας της αμαρτίας. Ο Χριστός ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, προσέλαβε μόνο τα αδιάβλητα πάθη της ανθρώπινης φύσης, στην οποία περιλαμβανόταν ο πόνος η φθορά, για να τον σώσει ουσιαστικά από τον αιώνιο θάνατο. Με το κήρυγμά του ο Χριστός αποσκοπούσε στην αποκατάστασης της σχέσης του ανθρώπου με τον ίδιο το Θεό, οριοθετώντας το κακό μέσα σε μια καινούρια πορεία του ανθρώπινου γένους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ορίζουν το κακό πάντοτε σε συνάρτηση με την αυθεντική φύση του ανθρώπου. Όσες πράξεις των ανθρώπων είναι κακές τον απομακρύνουν από το Θεό και από το στόχο του που είναι η θεωσή του. Για την ορθόδοξη θεολογία η ύπαρξη του κακού στην καθημερινή ζωή του κάθε ανθρώπου είναι αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής. Ο Χριστός παρουσιάζεται μέσα στην ιστορία με σκοπό να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από το κακό και τις συνέπειές του[5].
Το κακό απασχόλησε πριν από τους χριστιανούς και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε αυτή η διάκριση μεταξύ καλού και κακού. Στον Πλάτωνα το κακό συνδέεται με τον ανθρώπινο γένος είτε ως ψυχική νόσος (Σοφιστ. 228e) είτε ως πτώση της ψυχής από το υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 246e) είτε ως κατά φύση κακότητα της ύλης (Τίμαιο 42e). Ο Αριστοτέλης λέει ότι το κακό είναι «μη ον» αφού δεν ανήκει στον κόσμο των πραγματικοτήτων (Μετ. VIII, 9, 1051 α). Στην θεολογία της Ανατολής αλλά και της Δύσης. Ο Ωριγένης αναφέρει ότι ο Θεός δεν ευθύνεται για τη δημιουργία του κακού. Ο ιερός Αυγουστίνος αναφέρει ότι το κακό είναι συνδεδεμένο με το «Προπατορικό αμάρτημα» το οποίο για τον ίδιο αποτελούσε ένα καθαρά ιστορικό γεγονός[6].
Όλα τα βιβλικά κείμενα περιγράφουν μια διαφορετική θεώρηση του κακού σε σχέση με τον κόσμο και τον άνθρωπο από ότι πίστευε ο άνθρωπος στην αρχαιότητα. Ο Θεός δημιουργεί τα πάντα εκ του μη όντως όπως τόνισαν οι Πατέρες όχι όμως από τη θεία ουσία, αλλά με τη βουλητική του ενέργεια. Δεν υπάρχει πουθενά στην ορθόδοξη θεολογία η διδασκαλία περί κακού ως μια μηχανικής ή νομοτελειακής διαδικασίας. Ο Νίκος Ματσούκας γράφει: «Η κτιστότητα των όντων σημαίνει δεκτικότητα για την τελειωτική ή την εκμηδενιστική τους αλλοίωση. Το κακό είναι ο αυτοεκμηδενισμός ή ο κίνδυνος αυτοεκμηδενισμού κάθε πραγματικότητας, αφού αυτή προήλθε από το μηδέν»[7].
Τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη ο Θεός ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στον άνθρωπο για όσες φορές αυτός συνειδητά επιλέγει το κακό έχοντας άμεσα αρνητικό αντίκτυπο στο συνάνθρωπό του. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος επιλέγει να παραβεί το νόμο του Θεού στρεφόμενος εναντίον του, ο Θεός είναι πολύ περισσότερο ανεκτικός. Όταν όμως ο άνθρωπος επιλέγει το κακό κατά του συνανθρώπου του (όπως στην περίπτωση του Κάιν και του Άβελ) ο Θεός γίνεται πολύ αυστηρός. Στο χώρο της Καινής Διαθήκης ο τρόπος αντιμετώπισης του κακού είναι πάλι ο ίδιος. Στην παραβολή του κακού δούλου, ο κύριος φωνάζει τους δούλους για να του αναφέρουν πως οι ίδιοι διαχειρίστηκαν το χρηματικό ποσό που τους είχε αφήσει όσο έλειπε. (Ματθ. 18, 23). Όταν ο δούλος που είχε ευεργετηθεί από έδειξε τόση ασπλαχνία στο συνάνθρωπό του που του χρωστούσε πολύ λιγότερα χρήματα ο κύριός του «παρέδωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτό» (Ματθ. 18, 34)[8].
Τελικά, ο οντολογικός ανακαινισμός κάθε χριστιανού μέσα από την ελεύθερη συμμετοχή του στα μυστήρια της Εκκλησίας, δεν είναι κάποια μόνιμη κατάσταση. Η πνευματική κατάσταση που βιώνει ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, όσο υψηλή και να είναι δεν τον θωρακίζει απόλυτα απέναντι στο κακό, αφού παραμένει πάντοτε ευάλωτος, με αυξημένο τον κίνδυνο της ροπής του προς το κακό σε κάθε στιγμή της ζωής τους. Έτσι, η απώλεια της κοινωνίας με τον Ιησού Χριστό είναι πάντοτε ορατή και ανοικτή σε κάθε περίσταση και άρα ο καθημερινός του αγώνας, πρέπει να συνδέεται με την πραγματική του διάθεση για έμπρακτη μετάνοια και συνέχιση του πνευματικού του αγώνα για να φωτίζεται από τη θεία χάρη. Η παράβαση της εντολής του Θεού και η απομάκρυνσή του από τον παράδεισο είχε αρνητικό αντίκτυπο όχι μόνο στον ίδιο αλλά και σε ολόκληρη τη κτίση, αφού το κακό δεν την άφησε ανεπηρέαστη. Η αρμονική σχέση που υπήρχε μεταξύ του ανθρώπου και της κτίσης, έπαψε πια να υπάρχει. Το κακό εισήλθε σε ολόκληρη τη κτιστή τάξη και την αναστάτωσε ολοκληρωτικά βιώνοντας και η ίδια τη φθορά. Έτσι, ο αγώνας δεν πρέπει να σταματάει για τον κάθε πιστό χριστιανό ποτέ στη ζωή του, αφού ο πειρασμός καραδοκεί σε κάθε στιγμή[9].
[1] Απ. Νικολαϊδης, Εξηγήσεις και παρεξηγήσεις στο χώρο της θεολογίας. Συμβολική με στοιχεία απολογητικής, Αθήνα 1990, χ. ε., σελ. 105 – 106.
[2] Νικόλαος Μπερτιάεφ, Δοκίμιο Χριστιανικής Μεταφυσικής, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Χρήστου Μαλεβίτση, εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1995, σελ. 238 – 246.
[3] Ανδρέας Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά. Εμβάθυνση στην Ορθόδοξη πίστη σε μορφή 173 ερωτοαποκρίσεων, εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2021(4), σελ. 38 – 39.
[4] Jean Claude Larchet, Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων. Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος Α΄, εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2009(2), σελ. 59 – 62.
[5] Γιάννης Μπέκος, «Το κακό σήμερα», στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 94 / 2005, σελ. 4 – 12.
[6] Νικόλαος Λουδοβίκος (πρωτ.), «Το πρόβλημα του κακού: από τον Αυγουστίνο στη σύγχρονη γενετική», στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 94 / 2005, σελ.63 – 73.
[7] Νίκος Ματσούκας, Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμιο πατερικής θεολογίας, εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009(3), σελ. 50 – 51.
[8] Ηλία Βουλγαράκη, Χριστιανισμός και Κόσμος. Αναζητώντας ένα σύγχρονο χριστιανικό λόγο, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1999, σελ. 105 – 107.
[9] Βασίλειος Τσίγκος, Άνθρωπος ο εν μικρώ μέγας. Όψεις ορθοδόξου ανθρωπολογίας, εκδόσεις Έννοια, Αθήνα 2019, σελ. 108 – 109.
