Ο Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Ειρηναίος, με άρθρο του αποκλειστικά στην «Κ.τ.Ο.» και με αφορμή την εορτή των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, αναφέρεται στην σημερινή πραγματικότητα, που συνοδεύεται από την πρόοδο της τεχνολογίας και την περαιτέρω, ταυτόχρονα, αύξηση της μοναξιάς του ανθρώπου.
Ως τονίζει ο κ. Ειρηναίος, το πρόβλημα σήμερα του ανθρώπου δεν είναι ότι εξ αρχής απορρίπτει την πίστη, αλλά δεν την αναζητεί στην αληθινή σχέση με τον Χριστό, ξεχασμένος παντελώς στο θόρυβο και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας.
Ακολουθεί του άρθρο του κ. Ειρηναίου:
Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν γνώριζε τόσα πολλά και δεν δυσκολευόταν τόσο να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ζει. Η επιστήμη ερμηνεύει τα μυστήρια της φύσεως, η τεχνολογία καταργεί αποστάσεις και η πληροφορία ταξιδεύει με ταχύτητα που πριν από λίγες δεκαετίες θα φάνταζε αδιανόητο. Κι όμως, πίσω από αυτή τη θεαματική πρόοδο παραμένουν αναπάντητα τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα. Γιατί ζει ο άνθρωπος; Ποιος είναι ο προορισμός του; Ποιο νόημα έχουν οι αγώνες, οι θυσίες, οι χαρές και οι δοκιμασίες της ζωής; Το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι ότι απέρριψε την αλήθεια. Είναι ότι συνήθισε να ζει σαν να μην υπάρχει.
Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί μόνο θεολογική παρατήρηση. Η έρευνα του Pew Research Center κατέδειξε ότι σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης μεγάλα ποσοστά πολιτών εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως χριστιανοί, ενώ παράλληλα απομακρύνονται από τη λειτουργική και εκκλησιαστική ζωή¹. Το φαινόμενο αυτό φανερώνει ότι το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι πάντοτε η συνειδητή απόρριψη της πίστεως, αλλά η σταδιακή αποδυνάμωση της σχέσεως με αυτήν. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να αναζητεί νόημα, όμως συχνά το αναζητεί μακριά από την πηγή του. Ως ποιμένες της Εκκλησίας συναντούμε καθημερινά ανθρώπους που δεν έχουν απορρίψει τον Θεό, αλλά δυσκολεύονται να Τον αναζητήσουν μέσα στον θόρυβο και στην ταχύτητα της σύγχρονης ζωής.
Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν υπήρξε τόσο συνδεδεμένος τεχνολογικά και ταυτόχρονα τόσο μόνος υπαρξιακά. Διαθέτει αμέτρητα μέσα επικοινωνίας, αλλά δυσκολεύεται να οικοδομήσει βαθιές και ουσιαστικές σχέσεις. Γνωρίζει πολλά για τον κόσμο που τον περιβάλλει, αλλά λιγότερα για τον εσωτερικό του κόσμο. Μοιάζει συχνά με ταξιδιώτη που διαθέτει τον πιο σύγχρονο χάρτη, αλλά αγνοεί τον προορισμό του. Όταν όμως χάνεται ο προσανατολισμός της ζωής, τότε ακόμη και η πρόοδος αδυνατεί να προσφέρει πληρότητα.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η εορτή των Αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, δεν αποτελεί μια απλή ιστορική ανάμνηση. Η Εκκλησία δεν τιμά δύο μεγάλες προσωπικότητες επειδή άφησαν το αποτύπωμά τους στην ιστορία. Τους τιμά επειδή η ζωή τους συνεχίζει να φωτίζει τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Και το πρώτο μήνυμα που εκπέμπει η μαρτυρία τους είναι ότι η αλήθεια δεν είναι ιδέα, θεωρία ή ιδεολογία. Είναι πρόσωπο.
Αυτό είναι ίσως το πιο ανατρεπτικό μήνυμα του Ευαγγελίου. Ο Χριστός δεν είπε ότι απλώς διδάσκει την αλήθεια ούτε ότι γνωρίζει την αλήθεια καλύτερα από όλους. Δήλωσε: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή»². Η χριστιανική πίστη δεν καλεί τον άνθρωπο να προσχωρήσει σε ένα φιλοσοφικό σύστημα. Τον καλεί να συναντήσει ένα πρόσωπο.
Η αλήθεια αυτή αποκαλύπτεται με τρόπο συγκλονιστικό στη ζωή του Πέτρου. Ο μαθητής που διακήρυξε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα να Τον αρνείται τρεις φορές³. Η πτώση του ήταν πραγματική και επώδυνη. Ωστόσο, δεν υπήρξε το τέλος της πορείας του. Τα δάκρυα της μετάνοιας του άνοιξαν έναν νέο δρόμο. Η Εκκλησία δεν τον προβάλλει ως παράδειγμα ανθρώπινης τελειότητας, αλλά ως μία ζωντανή απόδειξη αληθινής επιστροφής.
Εξίσου συγκλονιστική είναι και η πορεία του Παύλου. Ο άνθρωπος που πίστευε ότι υπηρετούσε τον Θεό διώκοντας τους χριστιανούς συνάντησε τον Αναστημένο Κύριο στον δρόμο προς τη Δαμασκό⁴. Εκεί κατέρρευσαν οι βεβαιότητές του και γεννήθηκε ένας νέος άνθρωπος. Από διώκτης έγινε Απόστολος των Εθνών. Από πολέμιος έγινε κήρυκας της χάριτος. Η μεταστροφή του αποτελεί διαχρονική υπενθύμιση ότι η θεία αποκάλυψη υπερβαίνει τις ανθρώπινες βεβαιότητες και ότι η πραγματική σοφία αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η αλαζονεία της αυτάρκειας.
Οι δύο αυτοί μεγάλοι εργάτες του Ευαγγελίου δεν υπήρξαν όμοιοι χαρακτήρες. Είχαν διαφορετική πορεία, διαφορετική παιδεία και διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Ακόμη και η γνωστή διαφωνία τους στην Αντιόχεια⁵ φανερώνει ότι η ενότητα της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με την ομοιομορφία. Η διαφορά απόψεων δεν αποτελεί απειλή όταν υπάρχει κοινός προσανατολισμός προς τον Χριστό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εγκωμιάζοντας τις δύο αυτές κορυφαίες μορφές της αποστολικής ιστορίας, τονίζει ότι η πραγματική τους δύναμη δεν βρισκόταν στην εξουσία, στον πλούτο ή στη μόρφωση, αλλά στην ολοκληρωτική τους αγάπη προς τον Χριστό⁶. Γι’ αυτό και η επίδρασή τους ξεπέρασε τα όρια της εποχής τους. Αυτοκρατορίες γεννήθηκαν και κατέρρευσαν, πολιτικά συστήματα μεταβλήθηκαν και ιδεολογίες χάθηκαν. Η μαρτυρία τους όμως εξακολουθεί να εμπνέει, διότι θεμελιώθηκε πάνω στην αλήθεια, σε κάτι που δεν φθείρεται από τον χρόνο. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα κινείται και η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία. Ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου κυρός Ιωάννης επισημαίνει στα συγγράμματά του, ότι η αλήθεια δεν αποτελεί αντικείμενο που κατέχει ο άνθρωπος, αλλά γεγονός σχέσεως και κοινωνίας⁷. Η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά το πλήρες νόημά της, μέσα από την κοινωνία με τον Θεό και με τους άλλους αδελφούς. Όταν αυτή η κοινωνία διαρρηγνύεται, τότε δυστυχώς εμφανίζονται η μοναξιά, η ανασφάλεια και το υπαρξιακό κενό.
Η μνήμη των δύο κορυφαίων Αποστόλων δεν μας καλεί απλώς να θαυμάσουμε το παρελθόν. Μας προσκαλεί να επανεξετάσουμε τη δική μας πορεία. Να αναρωτηθούμε ποια είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομούμε τη ζωή μας, ποια φωνή καθορίζει τις επιλογές μας και ποιος είναι ο τελικός προορισμός των προσπαθειών μας. Από τη ζωή και το έργο αυτών των δύο μεγάλων μορφών της Εκκλησίας αναδεικνύονται δύο πολύτιμα διδάγματα:
Πρώτον, ότι η χριστιανική πίστη δεν θεμελιώνεται σε μια ιδέα ή σε μια ιδεολογία, αλλά στη ζωντανή σχέση με τον Ιησού Χριστό, ο οποίος παραμένει η οδός που οδηγεί τον άνθρωπο στην ελευθερία και στην πληρότητα της ζωής.
Δεύτερον, ότι καμία πτώση, κανένα λάθος και καμία πλάνη δεν είναι ισχυρότερα από τη χάρη του Θεού, όταν ο άνθρωπος έχει το θάρρος να μετανοήσει, να σηκωθεί και να συνεχίσει την πορεία του.
Η Αλήθεια δεν έχασε ποτέ τον άνθρωπο. Ο Χριστός εξακολουθεί να στέκεται διακριτικά στην πόρτα της ανθρώπινης καρδιάς και να κρούει. Ίσως τελικά το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου να μην είναι ότι έχασε την αλήθεια. Ίσως να είναι ότι συνήθισε να ζει σαν να μην υπάρχει. Κι όμως, η Αλήθεια εξακολουθεί να τον αναζητεί.
Παραπομπές:
¹ Pew Research Center, Being Christian in Western Europe, 2018.
² Ιω. 14,6.
³ Ματθ. 26,69-75.
⁴ Πράξ. 9,1-19.
⁵ Γαλ. 2,11-14.
⁶ Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους Πέτρον καὶ Παῦλον, PG 50, 723-730.
⁷ Ιωάννης Δ. Ζηζιούλας, Το Είναι ως Κοινωνία, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2005, σσ. 27-35.
