Αρχική » Πατριαρχική Εξαρχία και Ιερά Μονή Πάτμου – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Πατριαρχική Εξαρχία και Ιερά Μονή Πάτμου – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος Θεολογίας Αρχιμ. π. Αντίπα Νικητάρα

από ikivotos

«Στο επιστημονικό απόσπασμα που ακολουθεί, εξετάζεται η ιστορική διαδρομή, η σύμπτωση και η σταδιακή διοικητική και λειτουργική διάκριση των ιδιοτήτων του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου και του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιωάννου του Θεολόγου, αναδεικνύοντας τις μοναδικές προνομιακές και εκκλησιαστικές ιδιοτυπίες του συγκεκριμένου θεσμού».

– Σύμπτωση και διάκριση των ιδιοτήτων Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου και Καθηγουμένου της Μονής Ιωάννου του Θεολόγου

α) Οι δύο ιδιότητες ιστορικά

Ο Όσιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός υπήρξε κτίτορας και πρώτος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου σύμφωνα, μεταξύ άλλων, και με τον χρυσόβουλλο λόγο του Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού:

«Καθέξει ούν την τοιαύτην νήσον αυτός τε ο πολλάκις μνημονευθείς ευλαβέστατος ανήρ μετά των υπ’ αυτόν Μοναχών, των τε νυν όντων και των ες ύστερον εσομένων…»

Η παρακολούθηση της ιστορικής διαδρομής από την αρχικά εθιμική και βαθμιαία καθιέρωση του τοπικού εξαρχικού καθεστώτος της Πάτμου, ως την πολύ μεταγενέστερη και επισημότερη αναγνώριση της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, που έγινε με το πατριαρχικό συνοδικό επιβεβαιωτήριο γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Κοσμά του Γ΄ (Ιούλιος του έτους 1715), αλλά και το καθεστώς που στις ημέρες μας επικράτησε σχετικά με τον θεσμό του Εξάρχου Πάτμου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ο εκάστοτε Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ήταν και ο αυτονόητος Πατριαρχικός Έξαρχος.

Σημειώνουμε ότι η ταύτιση αυτή των δύο ιδιοτήτων δεν είναι ιστορικά πρωτότυπη, καθώς ανάγει την ιστορική της καταβολή στον θεσμό του Πρώτου Αρχιμανδρίτη των παλαιφάτων ιστορικών Μονών του Λάτρους. Το οφφίκιο εκείνο είχε περιεχόμενο και αρμοδιότητες ανάλογες με αυτά του Εξάρχου των Μοναστηρίων, του οποίου η ιστορική εμφάνιση τοποθετείται τον 11ο αιώνα (1076), με πρώτό του φορέα, όπως αναφέραμε προηγουμένως, τον Όσιο Χριστόδουλο, ως ηγούμενο της Μονής του Στύλου. Ήταν λοιπόν στην φυσική ιστορική πορεία των πραγμάτων να ταυτισθεί και στην Πάτμο η ιδιότητα του Εξάρχου με τον εκάστοτε φορέα της ηγουμενικής ιδιότητας. Για τον λόγο αυτό και στο ανωτέρω πατριαρχικό γράμμα, διαβάζουμε:

«… συνήθεια επεκράτησεν αυτόθι παλαιά την επιτροπήν της πατριαρχικής εξαρχίας της ρηθείσης νήσου Πάτμου λαμβάνειν παρά της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας τον κατά καιρούς ηγούμενον του διαληφθέντος μοναστηρίου… αυτόν είναι και λογίζεσθαι επίτροπον της ημετέρας ταύτης πατριαρχικής εξαρχίας και μήτε άλλον τινά πέμπεσθαι έξαρχον αυτόθι, ούτε δίδοσθαι ετέρω τινί το της εξαρχίας γράμμα, αλλ᾽ ή τω κατά καιρούς ηγουμένω … μηδένα τε έτερον ιερωμένον ή λαικόν έχειν άδειαν λαμβάνειν την εξαρχίαν ταύτην παρά της μεγάλης εκκλησίας και ζητείν συγχέειν και ανατρέπειν την παλαιάν αυτών συνήθειαν και το προνόμιον του κατά καιρούς ηγουμενεύοντος…» (1).

Από όσα αναφέρονται, βλέπουμε ότι ο Καθηγούμενος της Μονής της Πάτμου, λόγω της ιδιότητάς του ως Πατριαρχικού Εξάρχου, ήταν και είναι ο απευθείας αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη και υποστηρίζει την άσκηση των πατριαρχικών δικαίων στα όρια της Εξαρχίας του. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί εδώ, ότι ο Πατριαρχικός Έξαρχος διέφερε σε ορισμένο βαθμό από τον Έξαρχο των Μοναστηρίων, διότι ο δεύτερος αποκλειστικήν ευθύνην είχε να τηρείται στην περιοχή του η κανονική τάξη στις Μονές από πλευράς ηγουμένων και μοναχών, να επιβάλλει επιτίμια στους ατακτούντες μοναχούς και κυρίως, να εισπράττει τα οφειλόμενα στον Πατριάρχη «συνήθη κανονικά» λεγόμενα χρέη. Αντίθετα, στον Έξαρχο Πάτμου, πέραν των άλλων εκτεταμένων δικαιοδοσιών που είχε, αναγνωρίσθηκε βαθμιαία η ιδιαίτερη τιμή να λαμβάνει μέρος στις Συνόδους, έχοντας ισότιμη ψήφο με τους Συνοδικούς Μητροπολίτες.

Να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό, ότι η σύμφωνα με τα ανωτέρω μόνιμη επί αιώνες σύμπτωση των ιδιοτήτων Καθηγουμένου της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου δεν αναιρείται από περιστασιακές Εξαρχικές αποστολές, πρόσωπα δηλαδή που αποστέλλονταν εκ μέρους της Μητρός Εκκλησίας με εντολή να διεκπεραιώσουν μία συγκεκριμένη υπόθεση, όπως για παράδειγμα να επιληφθούν και να λύσουν επί τόπου κάποια διαφορά, να φροντίσουν για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων του Πατριαρχείου κ.λπ. Το γεγονός αυτό πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του πατριαρχικού μολυβδοβούλλου, το οποίο απολύθηκε τον Αύγουστο του 1132 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωάννη Θ΄ τον Αγαπητό, και πρόσταζε:

«…το ανεπηρέαστον από τε των κατά τόπον παρ’ ημών αποστελλομένων εξάρχων και παντός ετέρου προσώπου…».

Προκύπτουν, λοιπόν, από αυτό ερμηνευτικά δύο συμπεράσματα:

(α) Ότι υφίσταται διαφοροποίηση μεταξύ:

– του μόνιμου τοπικού Πατριαρχικού Εξάρχου, εκκλησιαστικού οργάνου με διαρκή χαρακτήρα ως προς την εκπροσώπηση των πατριαρχικών δικαίων, αξίωμα το οποίο αναλάμβανε αυτόχρημα ο εκάστοτε Καθηγούμενος της Μονής του Αγίου Θεολόγου, και

– των κατά καιρούς περιστασιακών Εξαρχικών αποστολών, που αποστέλλονταν με την εντολή να διεκπεραιώσουν ορισμένη υπόθεση.

(β) Τα δικαιώματα και τα προνόμια του μονίμου Εξάρχου δεν αναιρούντο από τις προσωρινής διάρκειας εξουσίες των περιστασιακά αποστελλομένων, αν και αναστέλλοντο προσωρινά και για όσο χρόνο διαρκούσαν οι εξουσίες των δευτέρων (2).

Έγγραφες μαρτυρίες για την διοικητική αυτή πρακτική, την οποία ακολούθησε το Πατριαρχείο με σκοπό την καλύτερη διευθέτηση των υποθέσεων του, αποτελούν δύο έγγραφα της συλλογής Acta et Diplomata των Miklosich – Müller:

1.- Έγγραφο του Οικουμενικού Πατριάρχη Παισίου, χρονολογούμενο από τον Νοέμβριο του 1727. Με το έγγραφο αυτό ο Πατριάρχης, απευθυνόμενος ρητά προς τους «εντιμοτάτους κληρικούς της πατριαρχικής εξαρχίας της εν τη νήσω Πάτμω», τους γνωστοποιεί ότι:

«ο καθολικός ημών έξαρχος, εντιμότατος και λογιώτατος πρώτος οστιάριος της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας, Κυρίτζη Μιχαλάκης, υιός κατά πνεύμα αγαπητός της ημών μετριότητος, δέδωκε και αύθις την επιστασίαν και διοίκησιν της εξαρχίας αυτού ταύτης προς τον οσιώτατον καθηγούμενον της αυτόθι ιεράς και σεβασμίας πατριαρχικής και βασιλικής μονής του αγίου, ενδόξου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου επί τω επιστατείν και διοικείν εν αυτή από της ήδη πρώτης του Σεπτεμβρίου μηνός της νυν τρεχούσης έκτης ινδικτιώνος μέχρι της συμπληρώσεως αυτής, εις χρόνον δηλονότι ολόκληρον ένα, και συνάγειν και παραλαμβάνειν τα εμπίπτοντα συνήθη εκκλησιαστικά εισοδήματα και δικαιώματα. Διό και γράφοντες εντελλόμεθα υμίν, ίνα τον αυτόν οσιώτατον καθηγούμενον, εν ιερομονάχοις και πνευματικοίς κυρ Αθανάσιον, γινώσκοντες και πάλιν έξαρχον και επίτροπον του καθολικού ημών εξάρχου τιμάτε και αγαπάτε και ευλαβήσθε και πείθησθε και υποτάσσησθε αυτώ κατά το πρέπον, και δίκαιον, άδειαν έχοντι και εξουσίαν παρ’ ημών κρίνειν και θεωρείν πάσαν εκκλησιαστικήν κρίσιν τε και υπόθεσιν και εις τον του δικαίου τόπον αποκαθιστάν και αργείν και αφορίζειν πάντα άτακτον και απειθή φαινόμενον προς αυτόν, ιερωμένον και λαικόν. Και παρέχητε αυτώ ειρηνικώς και ευγνωμόνως πάντα τα συνήθη εκκλησιαστικά εισοδήματα» (3) και δικαιώματα, κανονικά, φημί, συνοικέσια, πανηγύρεις, ζητείας, εμβατίκια και ει τι άλλο τω τόπω σύνηθες κατ’ ουδένα αντιλέγοντες ή αντιφερόμενοι … τω εξάρχω τούτω…».

2.- Έγγραφο του Οικουμενικού Πατριάρχη Νεοφύτου, χρονολογούμενο από τον Σεπτέμβριο του 1736, με δομή πανομοιότυπη με αυτήν του προηγουμένου γράμματος και με την διαφορά ότι εδώ ο λαικός Έξαρχος ήταν ο «κυρ Αυγουστής», ενώ Ηγούμενος της Μονής ο «κυρ Θεοφύλακτος».

Τα συμπεράσματα που αντλούμε από την μελέτη των δύο κειμένων συγκλίνουν στο ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1727-1736, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε στην Πάτμο τους δύο προαναφερθέντες λαικούς ως «καθολικούς εξάρχους», όρος ο οποίος εν προκειμένω σημαίνει την προσωρινή υπαγωγή όλων των δικαιοδοσιών των Πατριαρχικών Εξάρχων και Ηγουμένων στους δύο λαικούς. Τα ίδια έγγραφα μάλιστα, πιστοποιούν και το πέρας της χρονικής δικαιοδοσίας των δύο λαικών Εξάρχων και την επανυπαγωγή του περιεχομένου της εξαρχικής ιδιότητας στον Ηγούμενο της Μονής, τον μόνιμο δηλαδή φορέα της (4).

 

β) Οι δύο ιδιότητες σήμερα

Μέχρι το 1951, οι ιδιότητες Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου και Καθηγουμένου της Μονής του Θεολόγου δεν διαχωρίζονταν με ιδιαίτερη σαφήνεια. Μέχρι τότε, ο Έξαρχος Πάτμου ενεργούσε μετά από γνώμη της Αδελφότητος της Μονής του Θεολόγου και γι’ αυτό οι πράξεις του καταγράφονταν στα πρακτικά συνεδριάσεων.

Αποφασιστική καμπή στην εξέλιξη του θεσμού του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου στην σημερινή του μορφή αποτέλεσε το γεγονός ότι την 16η Αυγούστου 1951, με απόφαση του τότε Καθηγουμένου και Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου Μελετίου Μαργιόλου, ιδρύθηκε στην Πάτμο ιδιαίτερο γραφείο της Πατριαρχικής Εξαρχίας. Αυτό έγινε με σκοπό την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της Εξαρχικής υπηρεσίας και μάλιστα συνοδεύτηκε και από την χρήση διαφορετικής σφραγίδας, με τις λέξεις «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΕΞΑΡΧΙΑ ΠΑΤΜΟΥ». Από το χρονικό σημείο αυτό και έπειτα, τις πράξεις του Εξάρχου χαρακτηρίζει σαφέστερη και μεγαλύτερη διοικητική αυτοτέλεια έναντι των αποφάσεων της Αδελφότητας, δεδομένου ότι πλέον ο Έξαρχος εκδίδει ιδιαίτερες πράξεις, χωρίς την προηγούμενη διαδικασία, το δε αξίωμά του ως Εξάρχου έχει καταστεί διακριτότερο από την ιδιότητά του ως Ηγουμένου της Μονής.

Πέρα όμως από αυτό, σήμερα πλέον διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό οι εξαρχικές εξουσίες από τις δικαιοδοσίες του Καθηγουμένου της Μονής, οι οποίες ασκούνται μόνον ως προς την Αδελφότητα της Μονής. Πιο συγκεκριμένα, ο Ηγούμενος:

– Έχει την πνευματική επιστασία των αδελφών της Μονής Θεολόγου και την εποπτεία της τέλεσης του λειτουργικού τυπικού.

– Προσκαλεί τακτικά και έκτακτα σε συνεδρίαση την Γεροντική Σύναξη.

– Συγκαλεί σε συνεδρίαση την Γεροντική Σύναξη της Μονής, αλλά και την Αδελφότητα, των οποίων και προεδρεύει. Στις συνεδριάσεις εισηγείται ως πρόεδρος τα προς συζήτηση θέματα, δίνει και αφαιρεί τον λόγο και εποπτεύει για την κόσμια διεξαγωγή τους.

– Εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την Μονή, μετά από σύμφωνη γνώμη της Γεροντικής Σύναξης.

– Περιφρουρεί τα δικαιώματα της Μονής, υπογράφοντας κάθε σχετική πράξη και προβαίνοντας σε κάθε ενέργεια, μετά από ανάλογη εξουσιοδότηση της Γεροντικής Σύναξης.

– Συνεργάζεται με την Γεροντική Σύναξη για κάθε θέμα διοίκησης και διαχείρισης που αφορά την Μονή.

– Υπογράφει τα έγγραφα της Μονής με την σχετική σφραγίδα της, η οποία έχει τον τύπο «Ο ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΠΑΤΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΕΜΟΙ».

Σε αντίθεση με τις αρμοδιότητες του Ηγουμένου, που εξαντλούνται στον χώρο και στα σχετικά με την Μονή, η δικαιοδοσία του Εξάρχου εκτείνεται σε όλη την γεωγραφική περιφέρεια της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου και περιλαμβάνει αρμοδιότητες και εξουσίες, τις οποίες περιγράψαμε στο οικείο κεφάλαιο. Αν και δεν μπορούμε να χαράξουμε με απόλυτη σαφήνεια μία επακριβή διαχωριστική γραμμή, συμπεραίνουμε ότι οι δύο ιδιότητες συμπίπτουν, στον βαθμό που η Αδελφότητα της Μονής αποτελεί μέρος του ευρυτέρου συνόλου της Εξαρχίας, και διακρίνονται, όταν η δικαιοδοσία του Εξάρχου εκτείνεται πέρα από τα όρια της Μονής, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την Εξαρχία.

γ) Οι δύο ιδιότητες στην λειτουργική παράδοση

Η τοπική ιστορικοκανονική παράδοση, η οποία οδήγησε στην διαμόρφωση του θεσμού του Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου, δεν άφησε ανεπηρέαστη και την λειτουργική παρουσία και χοροστασία του. Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, να διαμορφωθεί συνακολούθως και μία ιδιαίτερη τοπική λειτουργική τάξη, η οποία προέκυψε από την ανάγκη να περιβληθεί με ιδιαίτερη λαμπρότητα κατά τις ακολουθίες η παρουσία του Εξάρχου. Η διπλή ιδιότητα του Καθηγουμένου και Πατριαρχικού Εξάρχου είναι σήμερα ιδιαίτερα εμφανής στην λειτουργική παράδοση, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την επισημοποίηση της απονομής της εξαρχικής ιδιότητας.

Έτσι, ενώ αρχικά η ιερατική στολή του Καθηγουμένου ήταν απλή και έμοιαζε με αυτήν των ιερέων, στην συνέχεια και μετά από πατριαρχική άδεια, ο Έξαρχος άρχισε να φέρει επιγονάτιο, ράβδο ποιμαντορική (αρχιερατική), επανωκαλύμμαυχο, τίμιο σταυρό επί του στήθους, να υποβοηθείται από ιεροδιακόνους, οι οποίοι εκφωνούν τις σχετικές δαυιτικές ρήσεις σε κάθε άμφιο την στιγμή που το φοράει, και να καθιερώνει ναούς (5). Αλλά, επίσης, καθιερώθηκαν και ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδιοτυπίες στο λειτουργικό τυπικό των ακολουθιών και λειτουργιών, στις οποίες χοροστατεί ο Πατριαρχικός Έξαρχος.

 

Συγκεκριμένα, ο Έξαρχος:

(Α) Χοροστατεί στην Μονή

Από το παραθρόνιο:

– σε όλους τους εσπερινούς του Σαββάτου, τις Κυριακές, κατά τις εορτές που συνοδεύονται με κωδωνοκρουσίες και σε όλες τις Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες.

Από τον θρόνο, κατά:

– την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (26 Σεπτεμβρίου και 8 Μαίου),

– την εορτή του Οσίου Χριστοδούλου (21 Οκτωβρίου και 16 Μαρτίου),

– την ακολουθία των Ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου),

– την ακολουθία των Χριστουγέννων (25 Δεκεμβρίου),

– την ακολουθία των Ωρών της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου),

– την εορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου),

– την 6η Οκτωβρίου, εορτή του Αποστόλου Θωμά,

– το Σάββατο της Τυρινής, κατά τον εσπερινό αλλά και την παννυχίδα που γίνεται στο κοιμητήριο της Μονής,

– κατά την Μ. Εβδομάδα, ειδικώς στο Ευχέλαιο της Μ. Τετάρτης, στην Θ. Λειτουργία (συλλείτουργο) και στον Ιερό Νιπτήρα της Μ. Πέμπτης, στον εσπερινό και όρθρο της Μ. Παρασκευής, στο Συλλείτουργο του Μ. Σαββάτου, στο Συλλείτουργο του Πάσχα και στον εσπερινό της Αγάπης,

– τον εσπερινό του Αγίου Πνεύματος.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει εδώ στην ονομαστή «Τελετή του Νιπτήρος», η οποία τελείται την Μεγάλη Πέμπτη και έχει καθιερωθεί στο νησί ως λειτουργικό γεγονός μείζονος σημασίας (6). Η βυζαντινής προέλευσης αυτή ακολουθία συνιστά τελετουργική αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου, όπως διασώζεται στην Καινή Διαθήκη. Τον Κύριο και τους Μαθητές του υποδύονται ο Καθηγούμενος και αδελφοί της Μονής, και απευθύνουν μεταξύ τους τις ερωταποκρίσεις που αναφέρονται στο Ευαγγέλιο. Ειδικώτερα, αναγιγνώσκεται η αναφερόμενη στο γεγονός αυτό περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και κατά την διάρκεια της αναγνώσεώς της διαδραματίζεται η κυρίως τελετή, η οποία όμως συνοδεύεται και από άλλες περικοπές και τροπάρια, που δίνουν ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της Μ. Πέμπτης και κρατούν την όλη τελετή στο ύψος των εκκλησιαστικών ακολουθιών, όπως αρμόζει σε μοναστηριακά τυπικά (7).

(Β) Χοροστατεί στις Ενορίες:

Σε όλες τις εορτές των Ενοριών, σε μνημόσυνα, σε μυστήρια καθώς και όταν εκείνος κρίνει. Εισέρχεται στον ναό και ενδύεται τον μανδύα, λαμβάνει την πατερίτσα και ανέρχεται στον θρόνο περιστοιχιζόμενος από δύο ιεροδιακόνους. Ψάλλει την αρχή των καταβασιών, την θ΄ ωδή, τα εξαποστειλάρια, ενώ συγχρόνως κανοναρχεί ο α΄ διάκονος. Στην αρχή των Αίνων κατέρχεται από τον θρόνο και λαμβάνει καιρό με τους ιερείς και τους ιεροδιακόνους.

(1) Συλλειτουργεί:

Πάντοτε με δύο πρεσβυτέρους και δύο διακόνους, ενώ κατά το συλλείτουργο κανείς οφφικιάλιος δεν φέρει τα διακριτικά του, παρά μόνον ο ίδιος.

Επίσης, στο συλλείτουργο εκφωνεί το «Ευλογημένη η Βασιλεία…» και την πρώτη εκφώνηση, ενώ τις εκφωνήσεις δίδει όπως και ο αρχιερέας. Εισοδεύει κατά την μικρή είσοδο, λέγοντας το «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…», και στο απολυτίκιο θυμιατίζει, λέει το κοντάκιο και το Άγιος ο Θεός (γ΄ και ε΄).

Στις φήμες πρώτη λέγεται αυτή του Οικουμενικού Πατριάρχη και δεύτερη του Καθηγουμένου, ως εξής:

«Σώσον, Χριστέ ο Θεός, και τον πανοσιώτατον Πατέρα ημών Κύριον, Κύριον [δείνα] ιερομόναχον και καθηγούμενον της Ιεράς και Βασιλικής Μονής ταύτης, συν πάση τη εν Χριστώ ημών αδελφότητι, πολλά τα έτη».

Και την φήμη ακολουθεί η ευλογία του Καθηγουμένου προς τον λαό.

Μετά το Χερουβικό προσκυνεί μόνος πρώτος την Αγία Τράπεζα και ζητεί συγχώρηση από όλο τον λαό ευλογώντας. Επίσης, κατά την Μεγάλη Είσοδο μνημονεύει μόνος αυτός, ενώ κατά την απαγγελία του Πιστεύω υποκλίνεται στην Αγία Τράπεζα, οι δε συλλειτουργοί σείουν τον αέρα επάνω από τα Τίμια Δώρα και την κεφαλή του Καθηγουμένου. Το «Εν πρώτοις μνήσθητι…» το λέει μόνος του ο Ηγούμενος και έπειτα οι συλλειτουργούντες.

Στο πλαίσιο των λειτουργικών ιδιαιτεροτήτων που έχουν καθιερωθεί, πρέπει να προστεθεί ότι ο Πατριαρχικός Έξαρχος Πάτμου:

– Εγκαινιάζει ναούς,

– Παρέχει την ευλογία του για να ιερουργήσουν οι κληρικοί στα όρια της Εξαρχίας,

– Εγκαθιστά τον διάδοχό του Καθηγούμενο και Έξαρχο,

– Δεν συλλειτουργεί με Μητροπολίτη ή Επίσκοπο παρά μόνο με τον Οικουμενικό Πατριάρχη,

– Είναι ο πρώτος τη τάξει μεταξύ όλων των οφφικιαλίων και Ηγουμένων της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ακόμη και του Αρχιγραμματέα της Αγίας Συνόδου, λόγω του ιδιαίτερου αξιώματός του ως μονίμου Εξάρχου και Ποιμενάρχου.

– Μνημονεύεται στις ακολουθίες μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Από όσα εκτέθηκαν στο σημείο αυτό, παρατηρούμε και στο λατρευτικό τυπικό μία ταυτόχρονη «συμπόρευση» των ιδιοτήτων Ηγουμένου και Πατριαρχικού Εξάρχου, που αποτελούν πιά λειτουργικά ένα αδιάσπαστο σύνολο.

Παραπομπές:

  1. Miklosich-Müller, Acta 6, σ. 315.
  2. Miklosich-Müller, Acta 6, σ. 102.
  3. Miklosich-Müller, Acta 6, σσ. 334-335.
  4. Miklosich-Müller, Acta 6, σ. 337.
  5. Σμυρνάκης, Εμμανουήλ, Το Άγιον Νησί της Αποκαλύψεως (Πάτμος), Αθήναι.
  6. Βλ. «εν Πάτμω τελετή του Ιερού Νιπτήρος», εκδ. Ι. Μονής
  7. Για τις ερωταποκρίσεις και το λοιπό τυπικό της ακολουθίας του Νιπτήρος, βλ. «Η εν Πάτμω τελετή του Ιερού Νιπτήρος», ο.π., σσ. 23-25.

Σημείωση:

«Απόσπασμα από το βιβλίο του Αντίπα – Παύλου Νικητάρα (Δρ. Θ., Καθηγουμένου και Πατριαρχικού Εξάρχου Πάτμου), με τίτλο “Πατριαρχική Εξαρχία και Ιερά Μονή Πάτμου”, Νομοκανονική Βιβλιοθήκη 8, Εκδόσεις Επέκταση».

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

close