«Σε κάθε Θεία Λειτουργία, η Παναγία γονατίζει και μετά δακρύων ικετεύει το Χριστό και Υιό Της, υπέρ σωτηρίας των ανθρώπων που λειτουργούνται, όλου του κόσμου και των κεκοιμημένων μας (σεσωσμένοι και μη), ώστε να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι! Και αυτό γίνεται κάθε μέρα και είναι ένα ιδιαίτερο και το πιο σημαντικό διακόνημα της Παναγίας. Αυτή είναι η τέλεια αγάπη της Παναγίας». Λόγια καρδιάς, σκέψεις και λογισμοί βιωματικοί του μακαριστού Γέροντός μας Αρχιμ. Εφραίμ, αοιδίμου Δικαίου της Σκήτης του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, στο Σεράι του Αγίου Όρους, πλησίον των Καρυών. Όσοι γνωρίσαμε τον Γέροντα, θυμόμαστε πως τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές, όχι ότι δεν ήταν τις άλλες ημέρες, αλλά ειδικά αυτές τις ημέρες, γινόταν σαν παιδάκι! Τα χαμόγελό του, η ιλαρότητα και πραότητα της μορφής του, η πηγαία χαρά του, το φως που αναδυόταν από το μειδίαμα και ιερό του πρόσωπο, όλα συνηγορούσαν πως ο Γέροντας αλλού εορτάζει, κάπου αλλού εγκαταβιώνει πνευματικά αυτές τις ημέρες, όχι δίπλα μας.
«Ό,τι λέει και ζητάει η Παναγία από το Χριστό, γίνεται! Ποτέ δεν αστόχησε η Παναγία, να ζήτησε δηλ. κάτι και να μην έγινε. Πάντα γίνεται! Και αυτό γιατί η Παναγία πριν ζητήσει κάτι, το δουλεύει καλά το θέμα, θα το σκεφτεί πολύ καλά πριν το ζητήσει από τον Υιό Της και Θεό Της, αρκεί εμείς να Την αναπαύσουμε, σε αυτό που θέλει να δει μέσα μας στο νου και στη καρδιά μας», έλεγε με χαρά.
Συνήθιζε να βάζει εξομολογητικό κανόνα, πέρα των αριθμό των επί 100 κομποσχοινίων στα πνευματικά του παιδιά και μερικά 100άρια κομποσχοίνι στην Κυρία Θεοτόκου. Έλεγε χαρακτηριστικά. Η αναλογία να είναι τρία προς ένα. Τρία 100άρια κομποσχοίνι στον Χριστό, ένα 100άρι στην Παναγία. Τρεις χιλιάδες η ευχή στον Κύριο, χίλιες φορές η ευχή στην Κυρία Θεοτόκο…
Ο Γέροντας έλεγε πως είναι πολύ μεγάλη τιμή να δει κάποιος την Παναγία μας! Το να δει κανείς την Παναγία μας, σχεδόν θεώνεται (όπως και όταν δει το Χριστό). Το να δει κανείς άγγελο, δεν θεώνεται. Στην Παναγία έγιναν από το Θεό ειδικές αποκαλύψεις, που δεν πρόκειται αυτές να αποκαλυφθούν σε κανέναν άνθρωπο και άγγελο. Είναι μια ειδική τιμή, που κάνει ο Χριστός στην Μητέρα Του. Γι΄αυτό, συμπλήρωνε, μετά το θάνατο, οι άγιοι κερδίζουν και αυξάνουν σε δόξα, ανάλογα με το πόσο τους αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ενώ η Παναγία, δε μπορεί να φθάσει άλλο πιο ψηλά. Είναι πιο ψηλά από κάθε άγιο.
«Η Παναγία είναι το τελευταίο δημιούργημα, που θα αποφασίσει κάτι για εμάς. Καθώς αποφασίζει ο Χριστός κάτι για εμάς, θα πρέπει και η Παναγία να το επικυρώσει. Και εάν οι θέσεις είναι αντίθετες, τότε η Παναγία κάμπτει τα γόνατα, εκλιπαρεί και δακρύζει, μπροστά στο Χριστό, έστω και για τη σωτηρία μιας Ορθοδόξου ψυχής. Το λέω αυτό, για να δείτε την παρρησία, το κύρος, την δύναμη και την αγάπη που έχει η Παναγία, τόσο στο Χριστό, όσο και στον καθένα από εμάς ξεχωριστά τους Ορθοδόξους. Όσοι λοιπόν την τίμησαν και την τιμούν, θα τους ανταποδώσει την τιμή», συμπλήρωνε όταν καθένας τον ρωτούσε για τις διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και ετεροθρήσκων.
Μάλιστα, έλεγε πως όσο περισσότερο τιμούμε την Παναγία, τόσο περισσότερη Χάρη Αγίου Πνεύματος λαμβάνουμε και τόσο περισσότερο πλησιάζουμε το Χριστό μας. Η τιμή αυτή πρώτα στο Χριστό πηγαίνει και μετά στην Παναγία. Γι΄αυτό το «δόξα Σοι» προς Εκείνην που ψάλλουμε σε θεομητορικούς ύμνους αναβαίνει και στρέφεται προς τον Υιό και Θεό Της, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
«Η Παναγία όσο ζούσε, δεν έκανε ποτέ συγκατάθεση σε καμμία αμαρτία! Μόνο ένα μόνο λογισμό είχε στη ζωή της η Παναγία, όπως αποκάλυψε στους Πατέρες: Να σκέφτεται, να υμνεί και να αγαπά στο μέγιστο κατά το ανθρώπινο, το Χριστό και να ποιεί το θέλημά Του. Δεύτερο λογισμό δεν είχε! Σύγκρινε διαρκώς τον εαυτόν της με το Χριστό και απέκτησε την αρετή της ταπείνωσης στο μέγιστο βαθμό, όπως και τις υπόλοιπες αρετές. Η Παναγία ουδέποτε ασθένησε, ούτε πάθη είχε, ούτε λογισμούς, ούτε όνειρα, αλλά και ούτε τα γυναικεία της. Δεν γεύτηκε σωματικό πόνο ποτέ και σε κανένα σημείο του σώματος, ενώ ψυχικό πόνο γεύτηκε κατά τη Σταύρωση του Χριστού. Η Παναγία λειτούργησε βιολογικά ως άγγελος μάλλον, παρά ως άνθρωπος», τόνιζε ταπεινά ο Γέροντας.
Τον θυμάμαι ωσάν και τώρα. Αρχές του 2000. Ήδη τον είχα γνωρίσει από τα τέλη του 1996, παιδί ακόμη, μαθητής στο τέλος του Λυκείου. Στα 2000 όμως καθόμασταν δίπλα δίπλα, σε ένα ξύλινο παγκάκι, δίπλα στο κοιμητήριο της Σκήτης, έξω από την παλαιά κουζίνα. Τότε η Σκήτη ήταν ερείπια. Ο Γέροντας, η συνοδεία του, έξι Μοναχοί και ένας προσκυνητής, η αναξιότητά μου. Τότε ο Γέροντας λειτουργούσε μόνος, έκανε όλες τις Ακολουθίες μόνος, κάποιες δε με κομποσχοίνι, καθώς ήταν ο μόνος Ιερομόναχος της συνοδείας…
Εκεί, τότε που δεν είχε πολλούς προσκυνητές – άλλωστε δεν ήταν τόσο γνωστός τότε – ο Γέροντας μού μίλησε πάλιν και πολλάκις για το Πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου, για την πνευματική ζωή, για όλα όσα τον ρωτούσα και μειδιώντας απαντούσε από εντροπή, ωσάν να ήταν σφάλμα που πετούσε τόσο υψηλά, ως άλλος υψιπετής αετός της Ορθοδοξίας.
Και, χωρίς αμφιβολία, αυτές τις στιγμές, και δεν είναι οι μόνες, τη μορφή αλλά και όσα μάς δίδαξε ο ταπεινός Γέροντας, δε μπορώ να τα ξεχάσω…!
