Του Δημητρίου Π. Λυκούδη

Θεολόγου - Φιλολόγου - Ιστορικού

            Έχουν να λένε για τον δύστροπο και ρακένδυτο Πολέμωνα. Ζούσε μια έκλυτη, ακόλαστη και τρυφηλή ζωή. Πήγαινε στην πλατωνική σχολή, όταν δίδασκε ο μαθητής του Πλάτωνα, Ξενοκράτης, και δεν είχε άλλη ασχολία από το να υβρίζει τον διδάσκαλο και να τον απειλεί με κάθε τρόπο. Όταν άλλοι μαθητές προέτρεψαν τον Ξενοκράτη να τον αποπέμψει βιαίως, καθώς ο Πολέμων δεν ήταν μαθητής της σχολής, ο Ξενοκράτης αρνήθηκε και παρέμεινε απαθής και μειλίχιος απέναντι στις ύβρεις. Λίγο καιρό αργότερα, ο Πολέμων έγινε ο πλέον πιστός και τακτικός μαθητής του Ξενοκράτη. Αποκήρυξε τον μέχρι  τότε τρόπο ζωής και τις ιδέες που είχαν εμφιλοχωρήσει εντός του και όχι μόνο ακολούθησε μια φρόνιμη και τακτική ζωή, αλλά διαδέχθηκε και τον διδάσκαλό του Ξενοκράτη, στη σχολαρχία της σχολής, από τα 315 π.Χ. έως στα 270 π.Χ.

            Δεν είναι υπερβολή, έχω την αίσθηση, να γράψω ότι πολλοί σημερινοί χριστιανοί θα ζήλευαν την πολιτεία και στάση του Ξενοκράτη. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι «αρκεί τα έργα φωνής λαμπρότερον διδάξαι», καθώς γνωρίζει όσο λίγοι ότι "η Θεολογία είναι λειτουργία του κεκαθαρμένου δια πράξεως νου". Επάνω σε αυτό, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπογραμμίζει ότι η Εκκλησία πάντοτε «ετίμα λόγον έμπρακτον και πράξιν ελλόγιμον», καθώς σε άλλη περίπτωση, βιώνουμε, από συνήθεια, μια ρηχή θεολογική εμπειρία και συνάμα άγευστη της θείας αγάπης και της μακαρίας συγχωρήσεως των άλλων.

            Χαρακτηριστική περίπτωση αληθούς θεολογικής εμπειρίας είναι η περίπτωση του αββά Ησυχίου, εκ του Γεροντικού. Πλησίασαν ληστές την καλύβη του και, αφού τον κτύπησαν και τον έδεσαν, τον λήστεψαν. Όταν δε λέμε ότι τον ελήστεψαν εννοούμε ότι πήραν τα ψαθιά που είχε ετοιμάσει, το εργόχειρό του δηλαδή, και μερικά βιβλία που είχε στο  έρημο και ταπεινό του σπήλαιο. Κάποιοι περαστικοί, όμως μοναχοί, κατόρθωσαν να τον λύσουν και τον βοήθησαν να σταθεί στα πόδια του. Και εκείνος ο μακάριος δεν εσκέφθη άλλο μέλημα, παρά ξεκίνησε να τρέχει εναγωνίως προς τους ληστές και τους εφώναζε να περιμένουν έως τους φθάσει: ήθελε να τους δώσει και μερικά ακόμη βιβλία που εκείνοι δεν πρόφτασαν να κλέψουν!

            Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ως γνωστόν, εγκατέλειψε την αθωνική ησυχία και ξεκίνησε τις ιεραποστολικές περιοδείες σε όλο τον ελλαδικό χώρο, σχεδόν, με μοναδικό γνώμονα τον ευαγγελισμό του λαού και την αναχαίτιση της προσπάθειας εξισλαμισμού των χριστιανών. Σε μια από τις διδαχές του τονίζει ότι είναι οξύμωρο, άτοπο και υποκριτικό να αποκαλούμε τον Θεό ως "Πατέρα". όταν την ίδια στιγμή πράττουμε έργα διαβόλου! Και κάπου που δεν άκουγαν και δεν τηρούσαν τα αποστολικό του κήρυγμα, θύμωσε, απογοητεύθηκε, επόνεσε υπέρμετρα: «Σας λυπάμαι για την περηφάνια που έχετε» τούς είπε, και αφού συμμάζεψε τα τριμμένο και πτωχό ρασάκι του, συμπλήρωσε: «Φεύγω, και το ποδάρι μου εδώ δεν θα ξαναπατήσει».

            Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι «καιρός κοινωνίας ουχί εορτή και πανήγυρις, αλλά συνειδός καθαρόν και βίος εγκλήματος απηλλαγμένος». Συνελόντ᾿ ειπείν, ο τρόπος σκέψης σου καθορίζει και την ποιότητα της πίστης σου. Τρία είναι τα κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους και καθορίζουν τη σχέση τους με τον Θεό: ο φόβος, ο μισθός και η αγάπη! Σε αυτές τις κατηγορίες χριστιανών αναφέρεται ο ορθόδοξος λειτουργός κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, όταν λίγο πριν κοινωνήσει ο πιστός λαός, προσκαλεί στο Άγιο Ποτήριο με τη φράση «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».

            Αναφορικά με τη νιτσεϊκή φιλοσοφία και την αφιλάδελφη απόρροιά της, στη φράση του Νίτσε ότι «η προσωπική ηθική δομή του φιλοσόφου υπαγορεύει το είδος της φιλοσοφίας που δημιουργεί», η ορθόδοξη θεολογική εμπειρία, δια του ταπεινού αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτου, του και "μύσαντος τας αισθήσεις" ως θα έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, απαντά απλά, απέριττα, μοναχικά, αγιαστικά, πεπνυμένα: «Μπροστά σε κάθε προσωπικό σου αδιέξοδο, μην τα παρατάς, μη δειλιάζεις, μην απελπίζεσαι! Βρες μια ήσυχη γωνιά στο σπιτάκι σου και μεταμόρφωσέ την σε χώρο προσευχής, σε παλαίστρα πνευματική, σε στίβο "μάχης". Γονάτισε και προσευχήσου στον Πανάγιο Θεό. Μίλησε απλά, κλάψε με εμπιστοσύνη και ελπίδα στη Θεία Του Πρόνοια, στην άφατη συγχωρητικότητά Του. Βρες έναν πνευματικό εξομολόγο και βάλε σε τάξη τις ημέρες και νύχτες της ζωής σου. Και τότε, όλα θ᾿αλλάξουν, θα μεταμορφωθούν και αγιαστικά θα "πνιγείς", θα λουστείς μέσα στη θεία χάρη και στην ουράνια αγάπη!».

            Είναι γνωστή η διήγηση από τον Ευεργετινό! Ζούσε στην έρημο της Αιγύπτου ένας ταπεινός και αγαθός μοναχός. Κανείς δεν άκουσε ποτέ άσχημο λόγο του. Κανέναν δεν ελύπησε, δεν εστενοχώρησε. Έφθασαν τα εγκωμιαστικά γι᾿ αυτόν λόγια στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Ο Πατριάρχης, άνδρας με πνευματικό αισθητήριο ανεπτυγμένο, έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του να οδηγήσουν τον ταπεινό μοναχό εμπρός του, να τον γνωρίσει και να λάβει την ευχή του από κοντά! Έτσι και έγινε. Έφθασαν οι πατριαρχικοί αγγελιοφόροι και κοινοποίησαν  στον ησύχιο ερημίτη την επιθυμία του Πατριάρχου. Η ώρα όμως περνούσε. Στις διαδοχικές ερωτήσεις και παρατηρἠσεις των απεσταλμένων προς τον μοναχό να βιαστεί διότι θα καθυστερήσουν, ο ασκητής απαντούσε μονοδιάστατα: «Λίγο ακόμη και έρχομαι, λίγο ακόμη!». Κάποιος εκ της πατριαρχικής αποστολής δεν άντεξε! Σκαρφάλωσε σε μία κρύπτη, τρόπον τινά, εκ της οποίας μπορούσε να παρατηρεί εντός του καλύβης του μοναχού. Και αντίκρισε τον μακάριο εκείνο άνδρα, τον ένσαρκο άγγελο του Θεού, να προσπαθεί απεγνωσμένα να στεγνώσει και να συμμαζέψει το βρεγμένο και λιωμένο σχεδόν ρασάκι του, διότι ντρεπόταν να εμφανισθεί έμπροσθεν του Πατριάρχου σε αυτό το χάλι! Όταν δε ο Πατριάρχης ενημερώθηκε για τον ακριβή λόγο της καθυστέρησης και αργοπορίας, θαύμασε και εμακάρισε τον άνθρωπο του Θεού.

            Στο σημείο αυτό κλείνω το παρόν άρθρο και σταματώ να γράφω περισσότερα. Άλλωστε, ο κάτωθι λόγος εκ του Γεροντικού, ομιλεί και τρανώς διαγορεύει τα πρέποντα και σωτήρια: Ρώτησαν τον αββά Παμβώ: «Γέροντα, πες μας λόγο σωτήριο και παραμυθητικό. Και ο αββάς, αφού έκαμνε αργά το σημείο του Σταυρού, δάκρυσε, γονάτισε και έκλαιγε με λυγμούς...».