Γράφει ο Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ  ,Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

 

         Σε σχετικά πρόσφατο ρεπορτάζ για τον εορτασμό των Θεοφανίων του 2021 και τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην δημόσια ζωή της Ελλάδας, το γερμανικό κανάλι Deutsche Welle, αφού άσκησε κριτική στις θέσεις της Εκκλησίας κατέληξε σε ένα αξιοσυζήτητο συμπέρασμα: «Η Ιεραρχία θέλει να έχει λόγο όταν το ελληνικό κράτος λαμβάνει αποφάσεις. Ανεξάρτητα από το αν αυτές έχουν να κάνουν με την κρίση του κορονοϊού, με τους εορτασμούς για την 200η επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ή με τις σχέσεις με τη Βόρεια Μακεδονία». Και συμπέρανε ότι αυτό δεν είναι σύμφωνο με τα θέσμια ενός κοσμικού κράτους, όπως η Ελλάδα, προβαίνοντας έτσι σε έμμεσες αλλά σαφείς υποδείξεις προς την ελληνική κυβέρνηση.

           Είναι προφανές ότι στη βάση αυτών των διαπιστώσεων βρίσκονται δύο βασικές: πρώτον, ότι τα κράτη που συναπαρτίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, να είναι συμμορφωμένα προς ένα πρότυπο που έχει καλλιεργηθεί στη Δυτική Ευρώπη, σύμφωνα με το οποίο η θρησκεία είναι γεγονός που ανήκει απολύτως στην σφαίρα του ιδιωτικού βίου. Και δεύτερον, ότι στα πλαίσια ενός σύγχρονου κοσμικού κράτους η Εκκλησία οφείλει να υποτάσσεται στα κρατικά κελεύσματα, και να μην έχει δική της φωνή.

           Αμφότερες οι παραδοχές αυτές συναποτελούν τα αίτια εξαιτίας των οποίων η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ενοποίηση αποτελούν απλές ασκήσεις επί χάρτου, δεν έχουν γίνει ως πρακτικές και στόχοι αποδεκτές από μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της Ευρώπης και τελικά, κατ’ εμέ κριτή, οδηγούνται σε αδιέξοδο. Και ο λόγος είναι απλός: οι σχετικές κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές δεν λαμβάνουν υπόψη  τις πολιτισμικές, εθνικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες των επιμέρους λαών, αυτό δηλαδή που συνιστά την ιδιοπροσωπεία κάθε λαού, και  επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν την ενοποίηση στη βάση μιας ισοπέδωσης των ιδιαίτερων εθνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών των λαών, και όχι στηριζόμενες στην ανάδειξή τους, με σκοπό την αλληλογνωριμία, την αλληλοκατανόηση και εν τέλει την αρμονική συνύπαρξη των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης.

           Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι πολιτικές αρχές της Ευρώπης δεν κατανοούν ότι η παγκοσμιοποιημένη αυτή αντιμετώπιση των επιμέρους εθνικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών στοιχείων οδηγεί αφενός μεν στην ψυχολογική αποξένωση των λαών – ή τουλάχιστον σημαντικού μέρους τους – από την έννοια και την πρακτική που συνεπάγεται η ιδιότητα του πολίτη της Ενωμένης Ευρώπης, και αφετέρου δομεί την βάση για την ανάπτυξη αντιευρωπαϊκών αισθημάτων και πρακτικών, που στη συνέχεια γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από ακραία πολιτικά στοιχεία, οδηγώντας σε αντιλήψεις και πρακτικές ξενοφοβίας, εσωστρέφειας, ρατσισμού και εθνικισμού, που με τη σειρά τους απομακρύνουν την ουσιαστική επίτευξη του τελικού σκοπού τους.

            Εν προκειμένω, για τους Έλληνες η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι θεσμός που σχετίζεται με την εσώτατη ουσία της ατομικής, οικογενειακής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πνευματικής ύπαρξης και ιδιοσυγκρασίας τους. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Εκκλησία έδειξε όχι την δύναμή της, αλλά την ικανότητά της να κρατά τους πιστούς πειθαρχημένους και να τους εμπνέει, να τους στηρίζει, να τους δίνει ελπίδα και θάρρος. Άλλωστε εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε, νομίζω, όλη αυτή η λειτουργικότητα της εκκλησιαστικής ζωής στην καθημερινότητά μας, και εν μέσω της πανδημίας.

             Από την άλλη πλευρά, για λόγους που έχουν ήδη αρκούντως νομίζω αναδειχθεί, η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με τους εορτασμούς της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι πολύ πιο στενή και οπωσδήποτε πιο οργανική από αυτήν του κράτους, που στον τόπο μας κατά κανόνα διαφοροποιεί την στάση και τις επιλογές του αναλόγως των κομμάτων και των προσώπων που εκάστοτε είναι στην εξουσία, χωρίς να έχει καταφέρει σε ζητήματα μείζονος εθνικής σημασίας να έχει διαμορφώσει διαχρονικά ενιαία εθνικής εμβέλειας και διαχρονικής διάρκειας γραμμή και στάση. Ενός κράτους που βέβαια δεν είχε δημιουργηθεί όταν η Εκκλησία αναλάμβανε την πνευματική ηγεσία του αγώνα, και πολεμούσε, με τους κληρικούς και τα λαϊκά στελέχη της στην πρώτη γραμμή των μαχών. Ενός κράτους που προήλθε από την Επανάσταση αυτή, εν πολλοίς στηριζόμενο στις αρχές, τους θεσμούς  και τις πολιτισμικές και ηθικές αξίες που η εκκλησιαστική ζωή είχε επί αιώνες διαμορφώσει και συντηρήσει στο υπόδουλο έθνος, ώστε μέσω αυτών να διατηρηθεί και η ταυτότητά του, εθνική, θρησκευτική και πολιτισμική, έκφραση της οποίας υπήρξε η Επανάσταση.

            Καλό λοιπόν θα ήταν οι  Γερμανοί δημοσιογράφοι, ιδίως όταν αναφέρονται σε ζητήματα ιστορικά, να μην συγχέουν το σήμερα με το χθες, και να προσπαθούν να αντιληφθούν τα πράγματα στις μακρές διάρκειές τους. Κι αυτό δεδομένου ότι μπορεί στην πατρίδα και το λαό τους να μην υπήρξαν ανάλογες συνθήκες, στον ελληνικό λαό όμως τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά, οι συνθήκες και οι ιστορικές προϋποθέσεις διάφορες των γερμανικών, και οι σημερινές συνθήκες άλλες. Άλλωστε, αν μελετήσουν την ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θα δουν ότι στην Ελλάδα της Κατοχής, την οποία η ναζιστική Γερμανία είχε επιβάλλει, και πάλι η Ορθόδοξη Εκκλησία κράτησε μεγάλο βάρος της αντίστασης ενάντια στην φασιστική και ναζιστική βαρβαρότητα, αρχής γενομένης από τους Αρχιεπισκόπους Χρύσανθο και Δαμασκηνό, ως και τους ιερείς των πιο απομακρυσμένων ελληνικών χωριών.

            Η απροκατάληπτη μελέτη της ιστορίας και η κατανόηση της πολιτισμικής, εθνικής και θρησκευτικής ιδιοπροσωπείας των λαών της Ευρώπης λοιπόν, μπορεί να οδηγήσει τόσο τους δημοσιογράφους της Deutsche Welle σε πιο ανθεκτικά στην επιστημονική κριτική συμπεράσματα, όσο και την Ενωμένη Ευρώπη σε πολιτικές που θα εξυπηρετούν και δεν θα φαλκιδεύουν στην πράξη την προσπάθεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κάτι που φυσικά, αν γίνει με αποδεκτό από τους λαούς και μελετημένο τρόπο αποτελεί κοινό όραμα και επιδίωξη όλων μας.