Toυ Σταύρου Γουλούλη

 

Η ελληνική μετάφραση του πολιτικού όρου «Radical» ως «ριζοσπαστικός» παρουσιάζει προβλήματα. Radical είναι ο ‘ριζικός’, πολιτικά σημαίνει ‘ριζική αναδόμηση’, όχι ‘σπάσιμο’ ριζών. (Οι ρίζες δεν είναι αλυσίδες. Εξαρτάται). Ένα Ριζοσπαστικό Κόμμα (Radical Party) αναφέρεται σε μία ‘προοδευτική’ (progressive) ή φιλελεύθερη (liberal) ιδεολογία, γνωστή ως Radicalism (=Ριζοσπαστισμός). [Βλ. Google: «Ριζοσπαστισμός, έννοια» και Θ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν]. Tον ‘ριζοσπαστισμό’ διεκδικούν ως πολιτικό πρόγραμμα Αριστερά και Δεξιά από τον 19o αι., σε Ευρώπη και Ελλάδα. Η ‘Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση’ του Κων/νου Καραμανλή (δεκαετία 1950) διαδέχθηκε ομώνυμο προπολεμικό κόμμα (Γ. Κονδύλη), αλλά και έδωσε (λεκτικά μόνον, ευτυχώς!) αλλαγή σκυτάλης: ‘Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς’ (και Προόδου, πρώην ΚΚΕ Εσωτερικού, 1968). Απέχουν 40 χρόνια αλλά στον φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό μία δεκαετία. 

   Το χάσιμο (απώλεια) της αρχικής σημασίας στη μετάφραση δημιουργεί δυναμική προς παρεξήγηση, παρερμηνεία όρων, τρόπου σκέπτεσθαι. Ή τουλάχιστον ‘βολεύονται’ μερικοί να κρύβονται πίσω από τα παράγωγα μιας λέξεως. Όπως και να ’ναι στην πράξη λειτουργούσαν υπόγειες δυνάμεις, γεγονός που συνιστά τη ρίζα μιας πολιτικής ακαταστασίας με το να αναδεικνύονται κάποιοι ‘προοδευτικοί’ κολλώντας σε άλλους ρετσινιές. Τα ιστορικά κατάλοιπα την επαυξάνουν. Η ‘Πολιτική ορθότητα’ θέλει σοβαρούς ανθρώπους, διάφοροι πεινασμένοι για εξουσία και χρήμα τη μεταστρέφουν για πελατεία, άλλοι μειονεκτικοί σε μπούλιν. Η ίδρυση του ελληνικού κράτους έδωσε έναυσμα για πολλούς υποτίμησης της ελληνικής πραγματικότητας, πρωτίστως από κύκλους που ερχόταν σε επαφή με τα «πεπολιτισμένα έθνη της Δύσεως». 

   Ήταν σίγουρα εθνικόφρων ο μεγάλος πολιτικός ανήρ, ο Κ. Καραμανλής, αλλά ίσως ο ίδιος δεν μπορούσε να φανταστεί την ελληνική ιδιαιτερότητα στα 200 χρόνια με πρόβλημα εθνικής ταυτότητας ή ότι θα δημιουργούσε δικά της αυτονόητα. Θύμα υπήρξε ο πατριωτισμός, η φυσική αγάπη για τον τόπο που ζει κανείς, για τους ανθρώπους του, το Έθνος. Στην Δύση όμως το εθνικό κεκτημένο δεν τίθεται σε αμφισβήτηση. Είναι αρχή κοινωνικοποιήσεως, διεθνοποιήσεως, ο πολίτης, αγαπώντας την πατρίδα του, μαθαίνει να αγαπά όλες τις πατρίδες του κόσμου, όλους τους ανθρώπους με πατρίδα, Έθνος. Υποπτεύονται δε όποιον μιλά περιφρονητικά για την πατρίδα του. Αν κανείς δεν αγαπά τη μάνα του, θα αγαπήσει άλλη…; 

   Σημασία έχει ότι στηρίχθηκε στην φιλοευρωπαϊκή αστική τάξη που τη βρήκε έτοιμη, αλλά ταυτόχρονα και τόσα ακατάστατα πράγματα. Όμως δεν υπήρξε καλός ισορροπιστής. Δεν αντέταξε την ιστορική επιστήμη στον παραδοσιακό πατριωτικό βερμπαλισμό, τους πατριδοκάπηλους. Τέτοιοι άλλωστε, προερχόμενοι από ανεξέλεγκτα κέντρα αποφάσεων, είχαν δικό τους έργο, αδέσποτο. Ο ρεαλιστής Καραμανλής δεν πρόβαλε εθνική ιδεολογία στο κόμμα του -ίσως από αντίδραση στο προηγηθέν καθεστώς- ούτε καν συγκεκριμένη πολιτική-οικονομική θεωρία (π.χ. έναν καθαρό οικονομικό φιλελευθερισμό), έχοντας να αντιμετωπίσει την κοινωνική πίεση, ή και την τότε Αριστερά. Ανέχθηκε χάρη στην ακτινοβολούσα προσωπικότητά του την προσωπολατρία ως στοιχείο κομματικής συνοχής. Κι όταν τα βρόντηξε (1963) ήλθε το χάος. Υπήρξε ο πιο δημοφιλής πολιτικός στην Ελλάδα, δωρικός και με πυγμή, συναινετικός περιορίζοντας τον λαϊκισμό αλλά και περιθωριοποιώντας τα λαϊκά πρότυπα, για να έχει τον λαό σε απόσταση. Έκανε «την καρδιά του πέτρα», εξομολογήθηκε μετά, αλλά και αισθανόταν εξαρτημένος: «Ανήκομεν εις την Δύσιν» είπε επίσης. Ας έλεγε τουλάχιστον «Ανήκομε στη Δύση, επειδή μας ανήκει, ιστορικά». Είπαμε, δεν χρησιμοποιούσε τον λόγο της Ιστορίας, ιδίως της σύγχρονης, ως πολιτικό όπλο, πέρα από κάποια ρητά σοφών ανδρών, πρόταξε της έξοδο της χώρας από την εξαθλίωση που έζησε. Άφησε έτσι την παράταξή του «γυμνή» απέναντι στην κυριαρχία της αριστερής (;) ιστορικής ερμηνείας, σε συνδυασμό δε με βαρέα ατοπήματα του ευρύτερου δεξιού χώρου, δεν της κληροδότησε ηθικό πλεονέκτημα. Με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για δεκαετίες. 

   To κενό αξιοποίησε η «Ριζοσπαστική Αριστερά» (Σύριζα). Κατ’ αρχήν μια και ο ελληνικός λαός έχει έντονη ιστορική συνείδηση, οι Συριζαίοι, που ασχολούνται μόνον με τη Νεώτερη ελληνική Ιστορία, εντοπίζουν όλα τα ‘μαύρα κουτιά’ της, για να μειώσουν τους υπόλοιπους, όχι μόνον εγνωσμένους πατριδοκάπηλους. Κάνουν την Ιστορία πολιτικό όπλο, μπούλιν. Εν ολίγοις παίζουν τον ρόλο του διαβόλου Ιστορικού στη θέση δικηγόρου. Βέβαια για να γίνονται καθεστώς έχουν δίκτυο επικοινωνίας με δεξαμενές ιστορικής σκέψεως από τη φιλελεύθερη παράταξη (Ν.Δ.), όπου σήμερα ευτυχώς υπάρχουν Ιστορικοί και για τη Νεώτερη περίοδο. Τώρα μάλλον τέτοιοι Αριστεροί δεν ενδιαφέρονται για την ιστορική αλήθεια αλλά για την κατάκτηση της εξουσίας. Είμαστε όλοι μάρτυρες πως μία παλαιά πολιτική παράταξη που είχε δώσει αίμα πατριωτών μεταλλάχτηκε σε όργανο κατάργησης της εθνικής μνήμης των Ελλήνων (π.χ. εξαφάνισε τον ‘Ρήγα Φεραίο’, τη Νεολαία του ΚΚΕ Εσωτ.). Προχώρησε στην υποτίμηση της εθνικής μας ταυτότητας, προέβη σε πώληση εθνικών κεφαλαίων αντί ‘πινακίου φακής’ (;), λ,χ, της Μακεδονίας. Κομματικοί της είναι από αυτούς που μετατρέπουν την Πολιτική Ορθότητα σε μπούλιν. Τί να πρωτοπεί κανείς! Αλλάζουν τεχνηέντως τη σημασία των λέξεων, μεταφράζουν τη Χώρα μας ως Χώρο, για να γίνει χωρίς αντίδραση ζώνη υποδοχής (buffer zone) των μεταναστών. Με το αζημίωτο βέβαια. Η ‘νομενκλατούρα’ του στενού πυρήνα του Σύριζα βαθιά μηδενιστική, αλαζονική και αντιδιαλεκτική, ποτέ δεν κάνει λάθος, δεν ζητά συγγνώμη, κατανόηση! Κατευθείαν στη μοιρασιά.