Του Δημητρίου Π. Λυκούδη,Θεολόγου, Φιλολόγου, Ιστορικού

Είναι κοινά αποδεκτό σήμερα, πως οι άνθρωποι δύσκολα μπορούμε ν’ αρκεστούμε στα λίγα, στα απαραίτητα, στα αναγκαία. Ακόρεστα, ανικανοποίητα, με περισσή βουλιμία, ακολουθούμε ως δεσμώτες το άρμα του υπερκαταναλωτισμού και της αγκίστρωσης της ψυχής μας σε όσα φθαρτά και γήινα και, τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, λησμονούμε τα επουράνια και άφθαρτα, τον αγιαστικό, σωτηριολογικό και θείο προορισμό μας. Η άκριτη επίδειξη κοινωνικής ευμάρειας, η πρόταξη μιας υπολανθάνουσας οικονομικής ισχύος, η συστηματική προσπάθεια απόκτησης όλο και περισσότερο υλικών και περιουσιακών στοιχείων και μέσων, είναι αλήθεια, κάθε άλλο παρά προϊδεάζει ότι αναφερόμαστε σε χρισμένους και βαπτισμένους, στ᾿ όνομα της Παναγίας Τριάδος, Ορθόδοξους Χριστιανούς, που προσδοκούν ανάσταση νεκρών και ζωή αιώνια.

            Στον Ευεργετινό διαβάζουμε για τον αββά Σιλουανό που αγάπησε την ακτημοσύνη. Ο μαθητής του Ζαχαρίας, με τη σύμπραξη άλλων αδελφών, γκρέμισε το μεσότοιχο του φράχτη της καλύβης του αββά Σιλουανού και μεγάλωσε τη χωρητικότητά του. Και αυτό για να μπορούν οι ασκητές της Σκήτης να καλλιεργούν περισσότερα λαχανικά και φρούτα για τις ανάγκες τους. Όταν, όμως, είδε ο Σιλουανός αυτή την εικόνα, αντέδρασε ως τού υποδείκνυε η πατρική και πνευματική του ιδιότητα: ως αββάς! Εφόρεσε το εξώρασό του και απειλούσε να φύγει οριστικά από την καλύβη, εάν δεν τακτοποιούσαν το φράχτη ως είχε, επαναφέροντας, δηλαδή, αυτόν στα αρχικά του όρια. Οι Μοναχοί, από φόβο μήπως στερηθούν στ᾿ αλήθεια, τον πνευματικό τους πατέρα, έσπευσαν να ικανοποιήσουν αμέσως το αίτημά του και η ειρήνη του Θεού επανήλθε στη φιλακόλουθη και φίλεργη Σκήτη τους (τόμος Δ', Υπόθεσις Α', ιζ' 4, σελ. 33).

            Πολλά, όμως, έχει να μας διδάξει και η απλότητα και άκρα ακτημοσύνη του αββά Μεγεθίου. Συνήθιζε να αφήνει το κελί του και να εγκαθίσταται σε νέο, αρκετά μακριά από πριν, σε νέους τόπους, για νέες πνευματικές μάχες και αγωνίσματα. Όταν δε, τον ρωτούσαν πώς, πού αφήνει τα υπάρχοντά του, εκείνος, με αρκετή δόση απορίας στο πρόσωπό του, απαντούσε: «Μα δεν τ᾿ άφησα, εδώ, μαζί μου τα έχω! Και έβγαζε από το ράσο του τη ραφίδα, τη βελόνα με την οποία έκαμνε το εργόχειρό του και έσκιζε κλάδους φοινίκων! Μόνο αυτό είχε περιουσία επί της γης, εκείνος ο μακάριος!

            Την ίδια πάλι στιγμή, χωρίς υπερβολή στα γραφόμενά μου, εμφανίζουμε και την αναίσχυντη συνήθεια να τρέμουμε την ελεημοσύνη! Ναι, και όμως, να τρέμουμε! Οικειοποιούμαστε τοιαύτης κλίμακας σπουδή και την ακάματη προσπάθεια να συγκεντρώσουμε όσα περισσότερα επί της γης, αλλά ούτε να ακούσουμε περί ελεημοσύνης. Αδέκαστοι, ανάλγητοι, αδιάφοροι, ασυγκίνητοι, αλλαχού πάντοτε τυρβάζοντες και μ᾿ άλλα ασχολούμενοι.

            Ρώτησε κάποιος τον αββά Σεραπίωνα: «Αββά, ειπέ μοι ωφέλιμον λόγον ». Ο Σεραπίων ζήτησε να επισκεφθεί το κελί του, σχεδόν απέναντι από τον δικό του τόπο ασκήσεως. Τότε ο αββάς τού υπέδειξε το ράφι του κελιού, που ήταν γεμάτο βιβλία, και είπε: «Τί ημπορώ να σου είπω; Συ επήρες τα χρήματα των ορφανών και των χηρών και τα ετοποθέτησες εδώ. Εις τον ασκητήν δεν χρειάζονται τόσα πολλά βιβλία» (Ευεργετινός, τόμος Δ', Υπόθεσις Α', ιζ' 5, σελ. 33).

            Ο Επίσκοπος Κερνίτζης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714), σχετικά με την ανάλγητη συμπεριφορά κάποιων Χριστιανών της περιφέρειάς του, κάμνει λόγο "περί της ατελούς πίστεως", που χαρακτηρίζει πολλούς και σήμερα! Αρχικά, υποστηρίζει ότι αγνοούμε πολλά από εκείνα που πιστεύουμε, με αποτέλεσμα να διαμορφώνουμε μια προσωπική κοντόθωρη εικόνα και φίλαυτη γνώμη περί των πνευματικών ζητημάτων και η οποία, τις περισσότερες φορές, συγκρούεται με αυτό το ιερό Ευαγγέλιο, και, ακολούθως, το οποίο και θεωρεί σοβαρότερο και πλέον επικίνδυνο, συστηματικά και αυτοθέλητα απέχουμε από το να ζούμε ως πιστεύουμε! Απόσταση δηλαδή, έργων και λόγων, θελημένα, εκούσια, αυτενέργητα, υποκριτικά!

            Υπάρχει, όμως, ένας οδοδείχτης, μια πνευματική πυξίδα που μάς υπομνηματίζει την ορθή πορεία του θείου προορισμού μας; Ο Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, εξόχως παρατηρεί: «Τα σημεία που θα σου δείχνουν ότι βαδίζεις την στενή οδό είναι: η θλίψις της κοιλίας, η ολονύκτιος στάσις στην προσευχή, το μετρημένο νερό, το λιγοστό ψωμί [...] οι χλευασμοί, οι περιγέλωτες, οι εμπαιγμοί, η εκκοπή του ιδίου θελήματος, η υπομονή στις συγκρούσεις με τους άλλους, το να μη γογγύζης όταν σε περιφρονούν, να βιάζης τον εαυτό σου να υπομένη τις ύβρεις, να υπομένεις γενναία όταν οι άλλοι σε αδικούν, να μην αγανακτής όταν καταλαλούν εις βάρος σου, να μην οργίζεσαι όταν σε εξευτελίζουν, να ταπεινώνεσαι όταν σε κατακρίνουν...» (Κλίμαξ, περί Απροσπαθείας, 13).

            Πολλοί ήσαν εκείνοι που λοιδορούσαν και περιγελούσαν τον Διογένη, τον κυνικό φιλόσοφο. Ένας, στην προσπάθειά του να καταδείξει την περιφρόνηση του φιλοσόφου προς κάθε υλική εξάρτηση, τον ρώτησε: «Διογένη, έτσι μόνος που διαμένεις στην οικία σου...! Αλήθεια, όταν πεθάνεις, πες μας, ποιος θα σε βρει, έτσι που διαμένεις μόνος σου;». Και ο φιλόσοφος των Αθηνών, ακριβώς επειδή εγνώριζε την αθεράπευτη και άνευ ορίων προσκόλληση πολλών, στα υλικά κτίσματα και αγαθά, αφοπλιστικά απάντησε: «Ποιός θα με βρει; Μα αυτός που θα ενδιαφερθεί  ν᾿ αποκτήσει την οικία μου».

            Ας προσέξουμε, λοιπόν, και ας αναλογιστούμε το μέγεθος, το σχήμα της κλίσης που φέρει ο ανήφορος που ακολουθούμε, εάν βέβαια είναι οδός ανηφορική, στενή και τεθλιμμένη και ας αποκηρύξουμε κάθε πλατεία, ευρύχωρο και μετά πολλών ανέσεων οδό, που οδηγεί στην ανθρώπινη απομόνωση,  στην πνευματική απώλεια και σε ψυχικό σκοταδισμό.

            Άφησα για το τέλος το χαριτωμένο παράδειγμα από την οσιακή ζωή του αββά Ιουλιανού. Σκοπίμως, καθώς επιθυμώ ταπεινά, αν μπορείς και θέλεις κάτι να κρατήσεις απ᾿ όσα λίγα εδιάβασες εδώ, έχω ταπεινά την αίσθηση, ετούτος ο λόγος είναι ο πλέον κατάλληλος: «Ο αββάς Ιουλιανός, εβδομήντα ολόκληρα χρόνια στην καλύβη του, μή κτησάμενος τι πλην στιχαρίου τριχίνου (τρίχινο ένδυμα), και σαγίου (τρίχινη στρωμνή) ή καυκίου ξυλίνου (πιάτο ξύλινο) ή βαυκαλίου (στάμνα για βρόχινο νερό).

            Και εμείς (υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις λαμπρές), ακολουθούμε ως δεσμώτες το άρμα του υπερκαταναλωτισμού και της αγκίστρωσης της ψυχής μας σε όσα φθαρτά και γήινα και, τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, λησμονούμε τα επουράνια και άφθαρτα, τον αγιαστικό, σωτηριολογικό και θείο προορισμό μας!