Γράφει ο Γουμενίσσης, Γεφύρας, Αξιουπόλεως & Πολυκάστρου κ. Δημήτριος 

(τό δικαίωμα στήν ἐπιβίωση γιά τόν κάθε κυοφορούμενο ἄνθρωπο)

Τό 403 π.Χ. ἕνας ἀνάπηρος πολίτης δημηγόρησε στή Βουλή τῶν Ἀθηναίων μέ τόν περίφημο δικανικό λόγο “Ὑπέρ Ἀδυνάτου” (τοῦ Λυσία) ὑπερασπιζόμενος τό δικαίωμά του γιά οἰκονομική ἐπιβίωση.

Μετά ἀπό 24 αἰῶνες πολιτισμικῆς… ἀνέλιξης, μέ τίς πολλαπλάσιες ἰατρικές γνώσεις καί τεχνογνωσίες γιά τήν ἀνθρωπινότητα τῆς βιολογίας μας ἐξ ἄκρας συλλήψεως, ἐμεῖς οἱ ἀφάνταστα προηγμένοι καί οἰκουμενικά ἀνθρωπιστές ἄνθρωποι φθάσαμε στό σημεῖο νά ἀρνούμεθα στά ΕΜΒΡΥΑ τήν ἀνθρώπινη ὑπαρκτική τους ταυτότητα, τό στοιχειῶδες ἀνθρώπινο ὑπαρκτικό τους δικαίωμα, τό ὑπερφερές πρόταγμα τῆς ἀδυναμίας τους νά μιλήσουν “ὑπέρ ἀδυνάτου” ὄχι γιά οἰκονομική ἐπιβίωση, ἀλλά γι᾽ αὐτήν τήν ἴδια τήν ἐπιβίωση καί διαβίωσή τους.

Καταντήσαμε ὡς κοινωνία (καί δή προηγμένη! μετανεωτερική!) οἱ πιό ἀκραῖοι δικτάτορες ἐπιχειριαστές ὄχι ἁπλά ἐπί τῶν πολιτικῶν ἤ οἰκονομικῶν ἀγαθῶν τῶν συνανθρώπων μας, ἀλλά ἐπί τῆς ἴδιας τῆς ὑπαρκτικῆς ζωντάνιας καί ζωῆς τῶν πλέον ἀθώων συνανθρώπων μας.

Ὄχι κατά τῆς ζήσης, ἀλλά κατά τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς καί τῶν στοιχειωδῶν κοινῶν ὑπαρκτικῶν δικαιωμάτων, καί μάλιστα αὐτονόητων ὡς θεοδότων σέ ὅλους.

Καταφάσκουμε τήν ἀπεχθέστερη Γενοκτονία ἐπί χιλιάδων καί ἑκατομμυρίων συνανθρώπινων ὑπάρξεων, κι ἄς διαθέτουν τά αὐτά μέ μᾶς βιολογικά καί ὑπαρκτικά καί ἐπιβιωματικά θεόκτιστα δικαιώματα!

Καί ἀπορρίπτουμε τελικά τίς εὐθύνες μας γιά μιά συνανθρωπότητα, πού προτάσσει τόν ὁποιοδήποτε παραδεκτό φεμινισμό ὡς ἰνδαλματική ψευδαίσθηση τάχα ἀνθρωπιᾶς, ἐνῶ ἀποφάσκει τήν ἴδια τήν ἐλαχίστη ἀνθρωπιά πρός τά ἔμβρυα-ἀνθρώπους ὡς θεμέλιο ὑπαρκτικῆς κατάφασης.

Ἄν θέλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε δικαιοπράττες, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε ἀπολύτως ἀνθρωπιστές, τότε, πρίν τολμήσουμε νά ὑπερασπιστοῦμε (μέ αὐτονόητο σεβασμό) τή σωματικότητα καί τήν ψυχολογία τῆς κάθε (ἀκούσια ἤ ἑκούσια) μητροφέρουσας γυναίκας ὡς ἀτόμου, θά πρέπει νά ἀκούσουμε ὁπωσδήποτε καί τήν κραυγή τῆς ἀπόγνωσης κάθε ἐμβρύου στά δευτερόλεπτα πού μεσολαβοῦν μεταξύ τῆς ἀπειλῆς καί τῆς ἀποτελειωτικῆς ἐφαρμογῆς τῆς θανάτωσής του.

Ναί. Σέ μιάν ἐπικαιρότητα ἐπικαρπίας τῆς συλλογικῆς ἀήθειας καί παραηθικῆς, πού ἀρνεῖται τίς συλλογικές της εὐθύνες ἀντικοινωνικότητας καί καταδικάζει (δικαίως) μόνο τήν δημόσια κατεγνωσμένη παρατροπή της (τήν ψυχολογική καί σωματική κακοποίηση ἑτεροφύλων καί ὁμοφύλων παιδιῶν), ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἡ αὐτή ἐπικαιρότητα ἀνθρωπίνως “σκοτώνει ἀνθρώπους ἐπί ἀνθρώπων”.

Καί καταφάσκει τό δικαίωμα μιᾶς τέτοιας δολοφονίας τῶν πιό ἀθώων καί ἀνυπεράσπιστων ἀνθρώπων. Καί φθάνει στό σημεῖο νά φιμώνει μαζικά τό ἐλάχιστο ὑπερασπιστικό αὐτονόητο δικαίωμα τῶν δολοφονουμένων: ἔστω νά διαμαρτυρηθοῦν μέ τό στόμα κάποιων εὐαίσθητων ὑπερασπιστῶν τους ἀπέναντι στήν παρωθημένη ἀτομολάγνα βιολογική μάζα.

Μιᾶς μάζας πού συζητᾶ μόνο μέ κείνους πού ἀκούγονται, ἐνῶ κατακυριαρχεῖται ἀπό τίς ἀτομολατρικές ἐμμονές νά ἀγνοεῖ ἐκείνους (τίς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις) πού ἀκόμη δέν ἀκούγονται ἐκτός μήτρας.

Ἀγωνιᾶ (καί καλῶς) γιά τήν πολυειδή ταλαιπωρία τῶν γυναικῶν, ἀλλά τό μόνο τρόπο σεβασμοῦ πού καταφάσκει εἶναι ἡ νόμιμη καί ἐξασφαλισμένη ἀμβλωτική παρώθηση τῆς διακινδυνευόμενης ἀτομο-ακεραιότητάς τους.

«Δικαιώματα ἀπό τή στιγμή τῆς σύλληψης»

Ἀποδεχόμενοι ὁ καθένας τά δικά του ἀνθρώπινα δικαιώματα, μέσα κι ἀπό διεθνεῖς ρῆτρες, ἀναμφίβολα προασπίζει τό ἀφετηριακό “ξεκίνημα” κάθε ἀνθρώπου. Ἐκτός κι ἄν ἡ ἐπιβιωματικότητα ὅλης τῆς ἱστορικῆς ἀνθρωπότητας προέκυψε ἀπό ἄλλη ἀφετηριακή ἀρχή, κι ὄχι ὅπως τό ὑπεραπιστέο “ξεκίνημα τῶν ἀνθρώπων-ἐμβρύων”…

Πρόσφατα ὁ εὐρωβουλευτής Στέλιος Κυμπουρόπουλος συνυπερασπίστηκε καί συνενέκρινε τό Ψήφισμα τῆς Εὐρωβουλῆς (τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου) γιά τήν θεμελιώδη καί οὐσιώδη ὑπαρκτική ἀφετηρία τοῦ καθενός μας, τοῦ καθενός ἐμβρυώδους ἀνθρώπου: ἡ ἀνθρώπινη ζωή ἑνός παιδιοῦ «πρέπει να προστατεύεται, ξεκινώντας από τη στιγμή της σύλληψης».

Εἶναι μιά πανευρωπαϊκή ἐπιτέλους νομική προϋπόθεση ρεαλιστικῆς ὑπεράσπισης τοῦ Ἀνθρώπινου ὄντος.

Ὅπως ἔλεγε πρίν δύο χρόνια ὁ τ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κ. Προκόπης Παυλόπουλος σέ ἐπιστημονική ἡμερίδα (14.6.2019) τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς Βιοηθικῆς: «Η αξία του Ανθρώπου, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι έννοια αυτονοήτως ευρύτερη εκείνης της αξιοπρέπειας, γεγονός το οποίο συνεπάγεται και το ότι ο θεσμικός “προστατευτικός μανδύας” της αξίας του Ανθρώπου υπερκαλύπτει, κατά πολύ, το πεδίο της προσωπικότητας του Ανθρώπου και των μέσων της ελεύθερης ανάπτυξής της» (αὐτοτελές τεῦχος τοῦ Κέντρου Βιοϊατρικῆς Ἠθικῆς καί Δεοντολογίας, μέ τήν εἰσήγηση τοῦ τ. ΠτΔ ὑπό τίτλον “Η αξία του ανθρώπου ως θεμέλιο του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του συντάγματος (Οι θεσμικές επιπτώσεις στο πεδίο της Βιοηθικής)”, σ. 40).

Ἀπό τήν εἰσήγηση αὐτή εἰσαγωγικά ἀρυόμεθα πληροφορίες γιά τίς ἀπόψεις τοῦ εἰσηγητῆ τῆς τότε (καί νῦν) πλειοψηφίας Δ. Παπασπύρου στίς συζητήσεις γιά τήν ψήφιση τοῦ Συντάγματος τοῦ 1975, ὅπως καί τήν ἀπόκριση τοῦ Καθηγητῆ Γ.Α.Μαγκάκη (μετέπειτα Ὑπουργοῦ) σέ ἐρώτηση τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου (μετέπειτα ΠτΔ): «Προτιμώ τήν λέξη αξία και όχι αξιοπρέπεια, γιατί η αξιοπρέπεια σημαίνει μόνο την αξία σε σχέση με άλλους, ενώ η λέξη αξία εκφράζει την ουσία, που είναι δεδομένη χωρίς συσχετισμό με τρίτους» (Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών επί των συζητήσεων του Συντάγματος του 1975, Συνεδρίαση της Β΄ Υποεπιτροπής της 29ης Ιανουαρίου 1975, σελ. 418).

Πάμπολλες Συνταγματικές (Γερμανικό Σύνταγμα 1949, Ἰταλικό Σύνταγμα τοῦ 1947) ἤ Οἰκουμενικές καί Εὐρωπαϊκές Συμβάσεις (ἀπό τό 1948 μέχρι τό 2012) ἀναφέρονται θεματικά καί ὑπερασπιστικά στή ρήτρα τῆς “ανθρώπινης αξιοπρέπειας” (ἔνθ.ἀν. σσ. 8-9).

Ὅμως τό Ἑλληνικό Σύνταγμα προτάσσει ὡς θεμελιώδη ὑποχρέωση τήν ὑπεράσπιση τῆς “ἀξίας” τοῦ ἀνθρώπου, μέ ἄλλα λόγια ἀνάγεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τή βιολογική του ἀφετηρία μέχρι τό βιολογικό του τέρμα, ξεπερνώντας τά (πολύ στενότερα) πλαίσια μόνο τῆς κοινωνιολογικῆς του ἐξέτασης καί νομιμοποίησης.

Ἐπικροτοῦμε τήν τωρινή Εὐρωβουλευτική ὑπέρβαση τῆς νομικῆς ἀσφαλιστικῆς φόρμουλας πέρα κι ἀπό τόν ὅρο “ἀξιοπρέπεια” μέ τήν πρόταξη τοῦ ὅρου “ἀξία” τοῦ ἀνθρώπου, κι αὐτό ἐξ ἄκρας συλλήψεως.

Διαφορετικά, ἀλίμονό μας, ἄν ὑπολογίσουμε τήν πανανθρώπινη καί διανθρώπινη καί ἀνθρώπινη ὑπεραξία (δηλ. στήν ἀξία ὅλων μας τήν διακοινωνούμενη) μόνο μέ τήν ἠχοληπτική αἴσθηση τῆς πρώτης κραυγῆς ἐκτός τῆς μήτρας!

Ἀπό πότε ξεκινᾶ ἡ ἀνθρωπινή μας γενετική ὑπαρκτικότητα;

Ἀλίμονό μας, ἄν συνεχίσουμε νά παραδεχόμαστε μιά διαφορετική, στυγνή διαπιστωτική μεθοδολογία ἀνθρωπινότητος, πού νά ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα τῆς ὕπαρξης στήν κυοφοροῦσα ἀνθρώπινη ὑπόσταση καί νά ἀπορρίπτει τό ἴδιο αὐτό αὐτονόητο δικαίωμα τῆς ὕπαρξης στήν κυοφορούμενη ἀνθρώπινη ὑπόσταση.

Μέ ἐργαλεῖα: (α) τήν ἀτομική γενετιστική ἐπιλογή τῆς μιᾶς πλευρᾶς πάνω στήν ἀνυπεράσπιστη γεννώμενη ἀνθρωπινότητα τῆς ἄλλης πλευρᾶς· (β) τήν πρόταξη τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰσχυρῶν ἐπί τῶν ἀδυνάτων· καί τελικά (γ) τίς ἄκρως ἐπιλεκτικές νομορρυθμίσεις ὑπέρ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων ζωῆς, ὕπαρξης, ὀντότητας, ἀνθρωπινότητας μόνο τῆς γυναίκας (ἤ καί ἀμφοτέρων τῶν γενετῶν ἤ καί εὐρύτερα τῆς κρατικῆς κοινωνίας), μέ κάθετη ἀντίθεση πρός τά ἀντίστοιχα δικαιώματα τῶν ἀθωοτέρων ἀνθρώπων-ἐμβρύων!

Μιά τέτοια μονομερής ὑπεράσπιση μόνο τῶν προβλημάτων κάθε γυναίκας ἔναντι τῶν δικαιωμάτων τοῦ κάθε ἐμβρύου ξεκινᾶ ἀπό μιάν ἀλλοτριωτική θεώρηση ἀπέναντι καί στόν ἄνθρωπο καί στήν κτίση. Ἐλλείπει τότε καταλυτικά κάθε συναίσθηση τῶν ὑπαρκτικῶν μας ὅρων.

Κι αὐτό παρατηρεῖται, ὅταν λείπει ἡ δύναμη τῆς ἀληθινῆς πίστεως καί καταφρονεῖται ἡ ἐλαχίστη ἔστω ἀναζήτηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ, μέ ἀποδομητικές συνέπειες στήν ἴδια τήν αὐτογνωσία τῶν ἀνθρώπων.

Μέ τέτοιες συνθῆκες δυστυχῶς παρατηρεῖται στίς μέρες μας τό τραγικά ὀξύμωρο σχῆμα, στά σκυλιά νά ἀποδίδεται μεγαλύτερη ἀξία ἀπό ὅ,τι στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη!

Ὄχι νά ἔχουμε καί νά δείχνουμε λύπηση γιά τήν ἐπίσης δημιουργημένη ἄλογη κτίση ὅπως εἶχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀλλά νά ἀπαιτοῦμε ἀξιωματική νομοθετική εἰδική προτίμηση στήν ἄλογη κτίση περισσότερο κι ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Οἱ ζωόφιλοι π.χ. ἀγωνίζονται νά ὑπερασπίζονται “τά δικαιώματα” τῶν ἀλόγων ζώων, ὡς ὑπεραξιῶν, καί ἐπιβάλλουν ἀνάλογα νομοθετήματα, σέ μιάν ἐποχή πού παράγει κάθετη ἀπαξίωση τῶν ἀνθρώπων-ἐμβρύων!

Ποιός ὑπουργός καί ποιές ὁμαδοποιήσεις θά τολμοῦσαν νά παραγγείλουν ἀφαίρεση ἀφισσῶν ζωοφιλίας ἀπό τά μέσα μαζικῆς μεταφορᾶς μέ τήν ἴδια εὐκολία καί ἀμεσότητα σάν τίς ἀφίσες πού μιλοῦσαν γιά τήν προστασία τοῦ ἀγέννητου παιδιοῦ; 

Καί φθάνουμε συλλογικά στό μεθόριο τῆς ἀπόρριψης τῆς ἴδιας τῆς θεοκτισίας μας, σέ μιά μαζική αὐτο-απόρριψη!

Δέν θά χρησιμοποιήσω τή βαθειά θεολογική ἀνάλυση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν θεολογική ἑρμηνεία τῆς “ὀργῆς” τοῦ ἀπαθοῦς καί μόνον ἀγαπῶντος Θεοῦ, ἀλλά τήν ἁπλούστερη “νεοελληνική της μετάφραση” στήν παιδαγωγική ὁρολογία ἑνός ἀπό τούς πασίγνωστα φιλάνθρωπους νεότερους Ἁγίους μας, τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη: «Ὅταν παραβαίνη ἕνας ἄνθρωπος μιά ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου, εὐθύνεται μόνον αὐτός. Ὅταν ὅμως κάτι πού ἀντίκειται στίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου γίνεται ἀπό τό κράτος νόμος, τότε ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ σέ ὅλο τό ἔθνος, γιά νά παιδαγωγηθῆ» (ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Λόγοι, Δ΄ Οἰκογενειακή ζωή).

Κατά συνέπειαν, ἱστορικά τεκμηριωμένη μέ κραυγαλέα παραδείγματα, καί ὁ λαϊκίστικος “πνιγμός” τῶν δικαιωμάτων ζωῆς τῶν ἀνθρώπων-ἐμβρύων ἐπισύρει τήν αὐτοκαταδίκη μιᾶς τέτοιας ἀντι-κοινωνίας σέ ἀποστέρηση τῶν ἰδίων τῶν ὑπαρκτικῶν της προϋποθέσεων.

Θεολογική ἡ ἀποκάλυψη-θεμελίωση τῆς ἀνθρωπινῆς ὑπεραξίας

Ἡ ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας ἐξ ἀποκαλυπτικῆς (καί ἱστορικῆς) πείρας βλέπει τήν μεταβλητή ἀνεπάρκεια στά μερίσματα ὑπαρκτικῆς δικαιώσεως πού παρέχει ἡ ἀνθρωποβιολογία ἤ ἡ συνταγματική καί νομοθετική Ἑλλαδική δεοντολογία ἤ καί ὁ Εὐρωπαϊκός θεσμικός καί ὁ Οἰκουμενικός ἀνθρωπισμός.

Ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ καί ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προχωρεῖ πολύ οὐσιωδέστερα. Εἶναι ἐμπειρική κατάφαση στήν ἀνθρώπινη ὀντολογία, μέ κίνητρο τή θεολογική ἀποκάλυψη τῆς ἀνθρώπινης ὑπεραξίας.

Ἡ Ἐκκλησία καταφάσκει τήν ἱστορικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου ὄντος ὡς ὑπόστασης μοναδικῆς καί ἀνεπανάληπτης, ζώσας καί ὑπερβιολογικῆς, πού ὁ Τριαδικός Θεός δημιουργικά τήν θέλει νά ὑπάρξει.

Ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἡ ἀμβλωτική παρέμβαση εἶναι διττά καί πολλαπλά φρικώδης. Καταφάσκει τό θάνατο ὑπέρ τήν ζωή τοῦ συγκεκριμένου ἐμβρυϊκοῦ ἀνθρώπου πού ἀμβλώνεται.

Καταφάσκει κατ᾽ ἀναλογίαν σέ ὅλη τή συνανθρωπότητα τό θάνατο ἀντί τοῦ βίου ὡς πρός τόν ἕνα θανατούμενο ἐμβρυώδη ἄνθρωπο. Ἀποφάσκει τό ἴδιο τό δῶρο τῆς ἀνθρωπινῆς ὀντολογίας καί προτιμᾶ γιά πολλαπλάσιες περιπτώσεις τήν θανατερή ἀποδόμηση τῆς ὑπαρκτικῆς ὑπεραξίας πού ὁ Κύριος μᾶς χαρίζει ὡς “κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ” ὑπάρξεις.

Ὁπότε ἔχουμε μιά δαιμονιώδη προτίμηση αὐταρέσκειας, αὐτονομίας, αὐτοβουλίας, αὐτολατρείας, ἀποξένωσης ἀπό τό θεῖο δώρημα τῆς βιολογικῆς καί ὑποστατικῆς ὕπαρξης σέ σχέση καί κοινωνία μέ τό Θεό.

Διότι ἡ σχέση πρός τό Θεό (ἡ κατάφαση στήν ὑπαρκτική μας οὐσία καί στήν ὑπαρκτική προσωπική της παραδοχή) περνᾶ μέσα ἀπό τή σχέση καί τήν κοινωνία πρός τόν κάθε ἄνθρωπο, καί δή πρός τό κυοφορούμενο παιδί μας (προκειμένου περί τῶν γονέων ἤ ἔστω τῆς μητρός).

Μέ τέτοια ὅμως ἀντιδομικά στοιχεῖα (εἴτε δεδομένα ἀπό τή λαϊκή βάση ὡς “κοινωνικό”(;) ἔθος, εἴτε προκλητά στό λαό ὡς νομοθετούμενα ἀναγκαστικά πλαίσια), μιά πολιτεία καί μιά “κοινωνία” δείχνει νά προτιμᾶ ὡς πρωτεῦον ἰδανικό της τό θάνατο καί ὄχι τή ζωή.

Ἡ στατιστική ἀποτύπωση αὐτῆς τῆς συνεχοῦς προτίμησης πρός τό θάνατο καί ὄχι πρός τή ζωή μπορεῖ νά δείχνει μιάν ἐπιφανειακή πρόληψη βιοηθικῶν καί βιοκοινωνικῶν ἀκραίων ζητημάτων, ἀλλά ὁδηγεῖ στήν ἐθνομείωση καί τόν ἐθνομηδενισμό.

Ἀντί νά ἐπιδοτεῖται ἡ γέννηση ἑνός παιδιοῦ καί ἡ γονεϊκή ἰδιότητα ἤ ἡ μονογονεϊκή μητρότητα, ἐπιδοτεῖται ὁ νόμιμος θάνατός του. Καί αὐτό εἴτε συνειδητά εἴτε ὑποσυνείδητα κατατιτρώσκει τή βάση τῆς ὅλης κοινωνικῆς καί κρατικῆς δομῆς.

Ἀποφάσκει τόν ἄνθρωπο σέ τόσα καί τόσα θανατούμενα ἔμβρυα, καί καταφάσκει τόν ἄνθρωπο τῆς μεταποιημένης ἀτομικιστικῆς ὑφῆς σέ ἀριθμητικές ἀναλογίες καί ποσοστά θλιβερότατα.

Θεολογικός ὁ προβληματισμός ἀπέναντι στήν ἀντι-κοινωνία

Ἀναρίθμητα περιστατικά Ἁγίων καί Δικαίων, ἔστω κι ἄν γεννήθηκαν ἀπό Μητέρες μέ μιάν ἀθέλητη ἤ βίαια ἤ ἀναγκαστική ἐρωτική σχέση, δείχνουν περίτρανα τή μοναδικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πού δέν ἐπιτρέπεται νά θεωρεῖται καί νά ἀντιμετωπίζεται ὡς μηδενίσιμος καί παρορατέος, ἔναντι τῶν μητρικῶν βιολογικῶν ἤ ψυχολογικῶν ἤ ἐπιβιωματικῶν προτεραιοτήτων.

Ὅπως καί ἡ ἐντελῶς διάφορος, μοναδική καί ἀταύτιστη ψυχοβιολογικότητα ἀδελφῶν σέ πολύτεκνα ἤ ὀλιγότεκνα ζευγάρια πάλι διαλαλοῦν αὐτό πού προείπαμε: τήν καθοριστική βιολογική δημιουργική συνέργεια τοῦ ἀνθρώπινου γονεϊκοῦ ἤ ἐρωτικοῦ ζεύγους, σέ μιά πραγματικότητα ὅμως ἐντελῶς μοναδικῆς ὑπαρκτικῆς ὑπόστασης κάθε ἀνθρώπου.

Πῶς μποροῦμε νά ἀποκλείσουμε ἀπό ἕναν νέο ἄνθρωπο, ἐμβρυϊκά ὑφιστάμενο, τό δικαίωμα νά τοῦ ὑπερασπισθοῦμε τή ζωή, τήν ὑπαρκτική παρουσία, τήν γέννησή του στή συνανθρώπινη κοινωνία;

Ἐκτός κι ἄν (ὡς τέλεια ἐκσυγχρονισμένοι μετα-άνθρωποι τοῦ 21ου αἰώνα) καταφάσκουμε μόνο στήν ἀπόλυτα ἀτομικιστοποιημένη ἀντι-κοινωνία…

Αὐτές εἶναι οἱ οὐσιώδεις θεολογικές ἀνθρωπολογικές ὑπαρκτικές διαστάσεις τοῦ προβλήματος πού μᾶς προέκυψε μόλις χθές, σάν… ἐμπορεύσιμη ἐπικοινωνιακή καί πολιτική εἴδηση, ἑλκυστικοῦ ἐνδιαφέροντος.

Δευτερεύοντα ἐπιλογικά ἀντεπιχειρήματα

Ὅμως, ὑφίστανται καί ἄλλες παράμετροι, εἰδικά γιά τήν βίαιη καί φιμωτική ἀντίδραση φορέων καί παραγόντων ἀρνητικά ἀπέναντι στή στάση τοῦ εὐρωβουλευτῆ Στέλιου Κυμπουρόπουλου, ὡς πρός τήν στοιχειώδη ὑπεράσπιση τῶν ἀνθρώπων-ἐμβρύων.

Ἀπαξιώνοντας τήν ὑπεύθυνη καταφατική συμμετοχή του στό ψήφισμα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ζωή ἑνός παιδιοῦ «πρέπει πάντα να προστατεύεται, ξεκινώντας από τη στιγμή της σύλληψης». 

(α) Ἡ τωρινή ἀπαξίωση κατά τοῦ Εὐρωβουλευτῆ καί τῆς Εὐρωβουλῆς ἔρχεται ἀπόλυτα σύμφωνη μέ μιά ἐντελῶς διαφορετική εὐρω-απόφαση τό 2013 πού ἐπέτρεπε τή χρηματοδότηση μέ εὐρωπαϊκά κονδύλια γιά πειράματα (καί ἔμμεση ἐμπορία) σέ ἐμβρυακά βλαστοκύτταρα τῆς Ἀφρικανικῆς (κυρίως!) Ἠπείρου καί ἄλλων χωρῶν, μιά νέα μορφή ἔμμεσης ἀποικιοκρατίας πιό ἀπάνθρωπη. Ἐκείνη ὅμως ἡ νεοδουλεμπορική ἀπόπειρα σέ χῶρες τοῦ Τρίτου κόσμου δέν ἀποσοβήθηκε μέν, ἔστω κι ἄν συγκεντρώθηκαν ὑπογραφές διαμαρτυρίας 1.700.000 Εὐρωπαίων πολιτῶν. Ὅμως μέ τό τωρινό ψήφισμα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ἐπιτέλους βλέπουμε καί μιάν στοιχειώδη ἀνθρωπιστική ὑπέρβαση ὑπεράσπισης τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐμβρύων-ἀνθρώπων.

(β) Ἐάν καταφάσκουμε στίς σημερινές διαμαρτυρίες πολιτικῶν καί λοιπῶν παραγόντων ἐνάντια στή συναίνεση τοῦ εὐρωβουλευτῆ μας, κατ᾽ ἀναλογίαν θά ἔπρεπε νά ἀπαξιώνουμε κάθε δικαίωμα προάσπισης ἀνθρώπων στίς μονάδες ἐγκεφαλικά ἤ καρδιακά βεβαρημένων κ.τ.ὅ.

(γ) Ὅσοι διαφωνοῦν μέ τήν στάση Κυμπουρόπουλου (καί πέτυχαν τήν ἐπικοινωνιακή φραστική ὑπαναχώρησή του) πρέπει νά ἀντιληφθοῦν, ὅτι εἶναι στοιχειῶδες βουλευτικό καί εὐρωβουλευτικό δικαίωμα νά ἐκφράζει ἤ νά ἐπικουρεῖ κάποιος μιάν ὑπεύθυνη ἀνθρωπιστική ἄποψη, ἔστω κι ἄν δέν ἀρέσει στούς λοιπούς.

(δ) Δέν εἶναι πρέπον γιά τήν ἐλευθερία καί τήν ἰσορροπία τῆς κοινωνίας, νά ὑπερασπιζόμαστε ἐπιμόνως ἀκόμη καί ὁμάδες πολυμόρφως ἐγκληματούντων, καί νά ἀρνούμεθα τήν ὑπεράσπιση τῶν ἀθώων, ἀνυπεράσπιστων καί ἀδύναμων ἐμβρύων (στό μέλλον ἴσως καί βρεφῶν), μέ τό ἀπάνθρωπο καί ἀνέρειστο ἰδεολόγημα πώς τάχα δέν εἶναι σχηματισμένοι ἄνθρωποι (ἑπομένως οὔτε παιδιά μας, μέ φυσική ἀπαίτηση καί ἀναγνώριση τῶν ἐλαχίστων δικαιωμάτων ζωῆς, ἀπό μέρους τῆς φερούσης μητέρας τους καί τῆς φερούσης κοινωνίας).

(ε) Ἡ Ἐκκλησία μας (ὡς χριστοφόρο σῶμα πιστευόντων δι᾽ αἰώνων καί εἰς τούς αἰῶνας) τιμᾶ τό ἀνθρώπινο πρόσωπο θεολογικά καί ἀκαθαίρετα, ὅπως σέβεται καί τιμᾶ μέ τήν αὐτή μοναδικότητα θεόκτιστης ἀξίας κάθε ἀγέννητο παιδί, ὅπως ταυτόχρονα ἀποδέχεται τόν μετανοημένο ἁμαρτωλό, προσευχόμενη ἀκόμη καί γιά τόν ἰδιογνώμονα καί πείσμονα ἐγκληματία.

(ς) Στό συγκεκριμένο Εὐρωβουλευτή, λόγῳ καί τῶν προσωπικῶν του βιωμάτων (τά ὁποῖα ἐπικαλεῖται στήν ἐπικοινωνιακή του “δευτερολογία”), πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε οἱ πάντες ἀνεξαιρέτως αὐξημένη εὐαισθησία γιά τά δικαιώματα τῶν πονεμένων καί τῶν ἀβοηθήτων καί νά μήν τοῦ ἐπιτιθέμεθα μέ τέτοια μανία. Ἡ ἀνομολόγητη αὐθυπεράσπιση τραυματικῶν ἐμπειριῶν ἀπό γόνιμους ἐρωτισμούς ἄγονης καί ἀνώριμης καί ἀτομιστικῆς ὑπαρκτικότητας δέν νομιμοποιεῖ τήν καταφορά ἐναντίον τῆς στοιχειώδους ἀνθρωπιᾶς ἑνός δοκιμασμένου ἀνθρώπου, πού θέλησε νά προασπίσει μέ τήν εὐρωβουλευτική λαλιά του τό “συλλαλητήριο τῆς ἐπιβίωσης” στά ὁλοζώντανα, ἀθῶα καί ἄφωνα ἔμβρυα-ἀνθρώπους.

(ζ) Ἡ ἐλευθερία δέν ἔχει πολιτικό ἰδεόχρωμα, ἀλλά ἀναγνωρίζεται ἀδιακρίτως σέ ὅλους, καί στούς ἰσχύοντες καί στούς ἀδύναμους. Αὐτό πρέπει νά τό σεβασθοῦμε ἰδιαιτέρως τοῦτες τίς ἡμέρες τοῦ ἐπετειακοῦ πανεθνικοῦ μας συναγερμοῦ.