Ευάγγελος Βενέτης*.

Με χριστιανικούς όρους, πραγματοποιήθηκε κυρίως μέσω του κυρίως ελληνικού ορθόδοξου χριστιανικού κοινωνικού δικτύου της Φιλικής Εταιρείας στη Βλαχία και τον Μοριά σε συνδυασμό με τον διαχρονικό ρωσικό ιμπεριαλισμό στην παραμεθόρια περιοχή του Δούναβη, την εξέγερση του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου στη Βλαχία, καθώς κι εκείνη των Μαυροβουνίων στην κοιλάδα Ζέτα.

 

Η Επανάσταση του 1821 των Ελλήνων και άλλων ορθόδοξων χριστιανικών λαών στα Βαλκάνια κατά της οθωμανικής κυριαρχίας συνδυάσθηκε με εξεγέρσεις τόσο σε χριστιανικό όσο και σε μουσουλμανικό πλαίσιο

Αυτές οι εξεγέρσεις συνέπεσαν με τις ταυτόχρονες μουσουλμανικές εξεγέρσεις του Οθωμανού Αλή Πασά των Ιωαννίνων και των Βοσνίων μουσουλμάνων σε συνδυασμό με μια διφορούμενη στάση του Μοχάμεντ Αλι Μπάσα της Αιγύπτου απέναντι στον Οθωμανό σουλτάνο Μαχμούντ Β΄ σε μια εποχή που η μεταναπολεόντεια Αίγυπτος είχε εισέλθει στην αγγλο-γαλλική σφαίρα επιρροής ενώ τύποις αποτελούσε μέρος του Οθωμανικού Σουλτανάτου.

Ωστόσο, αυτό που σήμερα είναι ευρέως άγνωστο είναι η σημασία του Πολέμου των Σουνιτών Οθωμανών με το σιιτικό Ιράν της δυναστείας των Κατζάρ ταυτόχρονα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο τριετής Οθωμανο-ιρανικός Πόλεμος (1820-1823) στα ανατολικά σύνορα των Οθωμανών κατά την περίοδο της ρωσικής επέκτασης στον Καύκασο χρονικά μεταξύ ρωσο-ιρανικών Συνθηκών του Γκολεστάν (1813) και του Τορκεμάντσαϊ (1828) ανάγκασε τους Οθωμανούς να δεσμεύσουν ένα μέρος του στρατού τους στις μάχες με τους Κατζάρ του Ιράν.

Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να διατηρήσουν σημαντική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή του Δούναβη λόγω της μεγάλης παρουσίας ρωσικών στρατευμάτων εκεί, ο Οθωμανο-ιρανικός Πόλεμος στέρησε από τους Οθωμανούς τη δυνατότητα να έχουν πιο πολυάριθμη στρατιωτική παρουσία στην Κεντρική Ελλάδα και την Πελοπόννησο τα κρίσιμα πρώτα δύο και πλέον χρόνια από την εκδήλωση της Ελληνικής Επανάστασης.

Ενθαρρυμένος από τους Αγγλους και τους Ρώσους, ο Οθωμανο-Ιρανικός Πόλεμος αποτέλεσε συνέχεια προηγούμενων συγκρούσεων στα ανατολικά σύνορα των Οθωμανών με τους Κατζάρ. Εκμεταλλευόμενοι οι Κατζάρ την εκδήλωση της Ελληνικής Επανάστασης σε συνδυασμό με τα άλλα κινήματα κατά του Οθωμανού σουλτάνου, επεδίωξαν να αναπληρώσουν την απώλεια του Καυκάσου στους προηγούμενους ρωσο-ιρανικούς πολέμους με την κατάκτηση παρακείμενων οθωμανικών κτήσεων.

Το κύριο σώμα των συγκρούσεων είχε αρχίσει ήδη τον Οκτώβριο του 1820, ταυτόχρονα με την Εξέγερση του Αλή Πασά στα Γιάννινα, έξι μήνες πριν από τη διάβαση του ποταμού Προύθου από τον Ιερό Λόχο υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη κι επτά μήνες πριν από την 25η Μαρτίου 1821. Μετά τις πρώτες αψιμαχίες και αμφίρροπες συγκρούσεις οι Ιρανοί εισέβαλαν συστηματικά στα οθωμανικά εδάφη τον Σεπτέμβριο του 1821, δύο εβδομάδες πριν από την Αλωση της Τριπολιτσάς. Την ίδια περίοδο, οι Οθωμανοί έπρεπε να δεσμεύσουν 50.000 άντρες στη Μάχη του Ερζερούμ (Νοέμβριος 1821).

Παρότι οι Κατζάρ είχαν το τακτικό πλεονέκτημα έναντι των Οθωμανών στον τριετή αυτό πόλεμο, δεν κατόρθωσαν να τον κερδίσουν διότι τόσο στην πολιορκία της Βαγδάτης όσο και σε άλλες μάχες χτυπήθηκαν από την ασιατική πανδημία χολέρας που επιλεκτικά αποδεκάτισε το ιρανικό στράτευμα. Επίσης, ενώ οι Κατζάρ κέρδισαν τις μάχες, δεν κέρδισαν τον πόλεμο λόγω ανεπαρκών γραμμών ανεφοδιασμού. Ο εν λόγω πόλεμος έληξε χωρίς νικητή, αναγκάζοντας τις δύο πλευρές να επιστρέψουν στους όρους των Συμφωνιών του Ζοχάμπ του 1639 και του 1746.

Ωστόσο, η αποδυνάμωση των δύο ισλαμικών στρατών ανέδειξε ουσιαστικό νικητή τη Ρωσία και την Αγγλία που αύξησαν την γεωπολιτική τους επιρροή στον Καύκασο και τον Περσικό Κόλπο αντίστοιχα. Ο αμφίρροπος αυτός πόλεμος είχε επίσης ως κερδισμένο την Ελληνική Επανάσταση αφού ευνόησε, με έμμεσο τρόπο, τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, δίνοντάς τους πολύτιμο χρόνο να ανασυγκροτηθούν οργανωτικά και να ξεπεράσουν τον εμφύλιο σπαραγμό πριν από την έλευση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

* ειδικός σε θέματα Ισλάμ και Μέσης Ανατολής