Του Ιώβ αρχιεπισκόπου Τελμησού*
Το έτος 2025 θα σηματοδοτήσει τη 1700η επέτειο της πρώτης οικουμενικής συνόδου, της συνόδου της Νίκαιας (325), με την οποία ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του Χριστιανισμού. Με την ευκαιρία αυτή, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών σχεδιάζει να διοργανώσει Παγκόσμια Διάσκεψη εκ μέρους της Επιτροπής Πίστεως και Τάξεως προκειμένου να εορτάσει αυτήν την επέτειο, θέτοντας προβληματισμούς επί της διάδοσης της αποστολικής πίστης σήμερα. Σκοπός του συνεδρίου δεν είναι η μελέτη της ιστορίας ή/και θεολογίας των κειμένων της συνόδου, αλλά μάλλον η ανάδειξη του ζητήματος περί του τι σημαίνει «ορατή ενότητα» σήμερα σε διαφορετικές χριστιανικές Εκκλησίες και του πώς οι Χριστιανοί μπορούν συλλογικά να προωθήσουν, να κηρύξουν και να ζήσουν την αποστολική πίστη σήμερα στο πλαίσιο τόσων σύγχρονων προκλήσεων, όπως της εκκοσμίκευσης και του θρησκευτικού πλουραλισμού.
Συχνά ξεχνάμε ότι η σύνοδος της Νίκαιας όχι μόνο δημοσίευσε ένα σύμβολο της πίστεως που έπρεπε να γίνει οικουμενικό, δηλαδή παγκόσμιο, αλλά εξασφάλισε επίσης έναν κοινό εορτασμό του Πάσχα για ολόκληρο το Χριστιανισμό
.
Μπροστά στη διαίρεση που προκαλείται από σχίσματα και αιρέσεις, ήταν τότε απαραίτητο να εξασφαλιστεί ένας κοινός εορτασμός της Ανάστασης, προκειμένου να εκδηλωθεί ενότητα στην πίστη. Όπως γνωρίζουμε, κατά την προ-Νικαιανή περίοδο, δεν υπήρχε τέτοια κοινή ημερομηνία, αφού ορισμένοι Χριστιανοί γιόρταζαν το Πάσχα μαζί με το Εβραϊκό Πάσχα, και άλλοι το γιόρτασαν την επόμενη Κυριακή. Ο κανόνας που θεσπίστηκε στη Νίκαια ήταν να τηρείται ο εορτασμός του Πάσχα κατά την πρώτη Κυριακή, μετά την πανσέληνο,  και μετά την εαρινή ισημερία. Ως εκ τούτου, η σύνοδος αναφέρθηκε σε αστρονομικά δεδομένα – την ισημερία και την πανσέληνο – για να καθορίσει την ημερομηνία, αντί για ένα συγκεκριμένο ημερολόγιο ή μια συγκεκριμένη εορτή, όπως το εβραϊκό Πάσχα.
 
Παρόλο που η Νίκαια καθιέρωσε αυτόν τον κανόνα διασφαλίζοντας μια κοινή ημερομηνία του Πάσχα για ολόκληρο το Χριστιανισμό, δυστυχώς, σήμερα, οι χριστιανικές Εκκλησίες διχογνωμούν αναφορικά με τον εορτασμό αυτής της μεγάλης εορτής. Ο λόγος είναι ότι δεν χρησιμοποιούν όλοι τα ίδια εργαλεία. Πράγματι, οι Ορθόδοξοι εξακολουθούν, από τη μια πλευρά, να χρησιμοποιούν το Ιουλιανό ημερολόγιο, που εισήγαγε ο Ιούλιος Καίσαρας το 46 π.Χ., και το οποίο είναι προς το παρόν δεκατρείς ημέρες πίσω από την αστρονομική πραγματικότητα, και από την άλλη, να ανατρέχουν στους παλαιούς πίνακες, όπως δίνονται στο Πασχαλιον Ημερολόγιον, γεγονός που οδηγεί σε μια καθυστερημένη ημερομηνία του Πάσχα, μία εβδομάδα ή ακόμα και ένα μήνα μετά την αντίστοιχη Δυτική ημερομηνία εορτασμού.
 
Όπως καθορίζεται από το Ιουλιανό ημερολόγιο, η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας (21 Μαρτίου) αντιστοιχεί στην 3η Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο και χρησιμοποιείται παγκοσμίως σήμερα. Επομένως, εάν η πανσέληνος εμφανιστεί πριν από αυτήν την ημερομηνία, οι Ορθόδοξοι πρέπει να περιμένουν την επόμενη πανσέληνο και, στην περίπτωση αυτή, θα υπάρχει διαφορά ενός μήνα μεταξύ της Δυτικής και της Ορθόδοξης ημερομηνίας του Πάσχα, όπως συμβαίνει φέτος. Σύμφωνα με τα αστρονομικά δεδομένα, οι Ορθόδοξοι στη συνέχεια εορτάζουν το Πάσχα την Κυριακή μετά τη δεύτερη πανσέληνο της άνοιξης, που έρχεται σε αντίθεση με τον κανόνα της Νίκαιας. Εάν η πανσέληνος της άνοιξης εμφανιστεί μετά τις 3 Απριλίου, οι Χριστιανοί υποτίθεται ότι εορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα, όπως δηλαδή συμβαίνει πράγματι κατά καιρούς. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι Ορθόδοξοι χρησιμοποιούν παλαιούς πίνακες από το Πασχάλιον για να προσδιορίσουν την ημερομηνία της πανσελήνου, που είναι λίγες ημέρες πίσω από τα τρέχοντα αστρονομικά δεδομένα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι Ορθόδοξοι πρέπει να περιμένουν την επόμενη Κυριακή για να εορτάσουν το Πάσχα, γεγονός που εξηγεί το γιατί μπορεί να υπάρξει διαφορά μιας εβδομάδας μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής ημερομηνίας του Πάσχα. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση, σύμφωνα με τα αστρονομικά δεδομένα, οι Ορθόδοξοι εορτάζουν το Πάσχα τη δεύτερη Κυριακή μετά την πανσέληνο της άνοιξης, κάτι που έρχεται επίσης σε αντίθεση με τον κανόνα που υιοθετήθηκε στη Νίκαια.
 
Μετά τους λόγους αυτούς, το ζήτημα της αναθεώρησης του ημερολογίου και της κοινής ημερομηνίας του Πάσχα τέθηκε σε αρκετές περιπτώσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα: πρώτα από την πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ που απευθύνθηκε το 1902 σε όλους τους προκαθήμενους των τοπικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, και για άλλη μια φορά από τον συνοδική εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1920, απευθυνόμενη «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», ζητώντας την παραδοχή «ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών.» Η μεταρρύθμιση του ημερολογίου συζητήθηκε στη συνέχεια στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης του 1923, που συγκλήθηκε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο Δ΄, το οποίο οδήγησε σε μερική αναθεώρηση του ημερολογίου: αντιμετωπίζοντας την απροθυμία κάποιων Ορθόδοξων να υιοθετήσουν το «Ρωμαιοκαθολικό» Γρηγοριανό ημερολόγιο, ένας Σέρβος αστρονόμος, ο Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς, πρότεινε ένα αναθεωρημένο ημερολόγιο Ιουλιανού, το οποίο ήταν στην πραγματικότητα πιο ακριβές από το Γρηγοριανό, και έγινε αποδεκτό από ορισμένες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, μόνο για τις ημερολογιακά σταθερές εορτές (όπως Χριστούγεννα), αλλά όχι για το Πάσχα.
 
Το ζήτημα του ημερολογίου και της κοινής ημερομηνίας του Πάσχα κατατάχθηκε μεταξύ των 17 θεμάτων για την μελλοντική Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τη προκαταρκτική διορθόδοξη επιτροπή που συνεδρίασε το 1930 στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Διατηρήθηκε και στον κατάλογο θεμάτων που καθιερώθηκε από η πρώτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου το 1961, η οποία ξεκίνησε τη διαδικασία προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και παρέμεινε μεταξύ των δέκα θεμάτων της ημερήσιας διάταξης που καθορίστηκαν στην πρώτη Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στη Σαμπεζύ της Γενέυης το 1976. Κατά την προετοιμασία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, ένα συγκεκριμένο συνέδριο των Ορθόδοξων αστρονόμων συναντήθηκε στη Σαμπεζύ τον Ιούνιο του 1977 για να προετοιμάσει ένα αναθεωρημένο ημερολόγιο, ακόμη πιο ακριβές από το Γρηγοριανό, και να επανεξετάσει τους πίνακες του Πασχαλίου, σύμφωνα με πιο ακριβή αστρονομικά δεδομένα. Δυστυχώς, η Σύναξη των Πρωκαθήμενων των Ορθοδόξων Εκκλησιών που πραγματοποιήθηκε στην Σαμπεζύ τον Ιανουάριο του 2016, αποφάσισε (υπό την πρόταση της Εκκλησίας της Ρωσίας) να αποκλείσει αυτό το ερώτημα από την ημερήσια διάταξη της Συνόδου, φοβούμενοι ότι μια μεταρρύθμιση του ημερολογίου θα δημιουργούσε ένα νέο σχίσμα εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επομένως, μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί απόφαση για αυτό το ζήτημα από τους Ορθόδοξους.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1997, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών διενήργησε διαβουλεύσεις περί το κοινό εορτασμό του Πάσχα και συνέστησε να τηρηθεί ο κανόνας της Νίκαιας (το Πάσχα να συμπίπτει με την πρώτη Κυριακή, μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης), να καθορισθούν τα αστρονομικά δεδομένα (η ισημερία της άνοιξης και η πανσέληνος) με τα πιο ακριβή επιστημονικά μέσα, χρησιμοποιώντας ως βάση υπολογισμού τον μεσημβρινό των Ιεροσολύμων, του τόπου θανάτου και ανάστασης του Χριστού.
Ίσως, ο εορτασμός της 1700ης επετείου της συνόδου της Νίκαιας το 2025 να ήταν μια καλή ευκαιρία υπενθύμισης προς τους Χριστιανούς σχετικά με την ανάγκη περί ημερολογιακής μεταρρύθμισης και κοινής ημερομηνίας του Πάσχα, προκειμένου οι ίδιοι να παραμείνουν πραγματικά πιστοί στις αποφάσεις της πρώτης οικουμενικής συνόδου. Το γεγονός ότι οι ανατολικές και δυτικές ημερομηνίες του Πάσχα θα συμπίπτουν εκείνο το έτος πρέπει να ληφθεί ως ενθάρρυνση προς αυτήν την κατεύθυνση!
*Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιώβ, είναι ο μόνιμος Αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην έδρα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Γενεύη