Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ 

 
Τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων συχνά καί σταθερά ἀναφέρεται στή θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων συχνά καί σταθερά ἀναφέρεται στή θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Αὐτόν πού δέ γνώρισε ἁμαρτία, τόν φόρτωσε ὁ Θεός μέ ὅλη τήν ἁμαρτία γιά χάρη μας, γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς μέσω ἐκείνου νά βροῦμε τή σωτηρία κοντά στό Θεό» (Πρός Κορινθίους Β΄, ε΄, 21). Ἐπίσης ἀναφέρεται ὅτι: 

«Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στό θάνατο τό μονογενῆ Του Υἱό γιά νά μή χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτόν ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια» (Ἰωάννου γ΄, 16) καθώς καί ὅτι: 

«Ὁ Θεός ὅμως ξεπερνώντας αὐτά τά ὅρια ἔδειξε τήν ἀγάπη του γιά μας, γιατί ἐνῶ ἐμεῖς ζούσαμε ἀκόμα στήν ἁμαρτία, ὁ Χριστός ἔδωσε τή ζωή του γιά μας. Τώρα, λοιπόν, ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τήν καταδίκη, μέ τή μεσολάβηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πολύ περισσότερο ὁ ἴδιος θά μᾶς σώσει κι ἀπό τή μέλλουσα ὀργή. Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροί μέ τό Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί του ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Υἱοῦ του·πολύ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε, ἡ ζωή του θά μᾶς χαρίσει τή σωτηρία» (Πρός Ρωμαίους ε΄, 8-10) καί 

«Και δέ ζῶ πιά ἐγώ, ἀλλά ζεῖ στό πρόσωπό μου ὁ Χριστός. Κι ἡ τωρινή σωματική μου ζωή εἶναι ζωή βασισμένη στήν πίστη μου στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἀγάπησε καί πέθανε ἑκούσια γιά χάρη μου» (Πρός Γαλάτας β΄, 20)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος πλημμυρισμένος ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τήν θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁμολογεῖ ὅτι ζεῖ ἕνεκα τῆς πίστεώς του στό Κύριο πού παρέδωκε τόν ἑαυτό Του γιά αὐτήν.  

 

Παρέδωκε τό κεφάλι Του, ν’ ἀγκαθοστεφανωθεῖ.

«Οἱ στρατιῶτες ἔπλεξαν ἕνα στεφάνι ἀπό ἀγκάθια καί τό ἔβαλαν στό κεφάλι του· τόν τύλιξαν μ’ ἕναν κατακόκκινο μανδύα» (Ἰωάννου ιθ΄, 2).


Παρέδωκε τά μάτια Του, νά κλάψουν

«Ὅταν πλησίασε καί εἶδε τήν πόλη, ἔκλαψε γι’ αὐτήν» (Λουκᾶ ιθ΄, 41).

 

Παρέδωκε τή σιαγόνα Του, νά ραπιστῆ

«Τότε οἱ στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου πῆραν τόν Ἰησοῦ στό διοικητήριο καί μάζεψαν γύρω του ὅλη τή φρουρά. Τοῦ ἔβγαλαν τά ροῦχα καί τόν ἕντυσαν μέ μία κόκκινη χλαίνη. Ἔπλεξαν ἕνα στεφάνι ἀπό ἀγκάθια καί τοῦ τό φόρεσαν στό κεφάλι σάν στέμμα, καί στό δεξί του χέρι τοῦ ἔβαλαν ἕνα καλάμι. Ὕστερα γονάτισαν μπροστά του καί τοῦ ἔλεγαν περιπαιχτικά: «Ζήτω ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων!» Ἔπειτα τόν ἔφτυσαν, τοῦ πῆραν τό καλάμι καί μ’ αὐτό τόν χτυποῦσαν στό κεφάλι. Κι ἀφοῦ τόν περιπαίξανε, τοῦ ἔβγαλαν τή χλαίνη, τόν ἕντυσαν μέ τά ροῦχα του καί τόν πῆγαν νά τόν σταυρώσουν» (Ματθαίου κζ΄, 27-31).

«Οἱ στρατιῶτες ἔπλεξαν ἕνα στεφάνι ἀπό ἀγκάθια καί τό ἔβαλαν στό κεφάλι του· τόν τύλιξαν μ’ ἕναν κατακόκκινο μανδύα, καί ἔλεγαν: «ζήτω ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων!» Καί τόν χτυποῦσαν στό πρόσωπο» (Ἰωάννου ιθ΄, 2-3).

 

Παρέδωκε τούς ὤμους Του, νά βαστάξουν τό Σταυρό

«Καί βγῆκε ἀπό τήν πόλη σηκώνοντας στούς ὤμους τοῦ τό σταυρό, μέχρι τόν λεγόμενο «τόπο τοῦ κρανίου» — στά ἑβραϊκά λέγεται «Γολγοθά».» (Ἰωάννου ιθ΄, 17).

 

Παρέδωκε τήν πλευρά Του, νά λογχιστῆ

«Ἕνας ὅμως ἀπό τούς στρατιῶτες τοῦ τρύπησε τήν πλευρά μέ τή λόγχη, κι ἀμέσως βγῆκε ἀπό τήν πληγή αἷμα καί νερό» (Ἰωάννου ιθ΄, 34). 

 

Παρέδωσε τά χέρια Του καί τά πόδια Του, νά καρφωθοῦν 

«Σκύλοι μέ κύκλωσαν, κακοποιῶν φατρία μ’ έβαλε στη μέση· ξεσκίσανε τα χέρια καί τά πόδια μου » (Ψαλμοῦ κα΄, 17).

 

Παρέδωκε τό πολύτιμο αἷμα Του 

«Προσέχετε, λοιπόν, τόν ἑαυτό σας καί ὅλο τό ποίμνιο, στό ὁποῖο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους γιά νά ποιμαίνετε τήν ἐκκλησία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, πού τήν ἔκανε δική του μέ τό αἷμα του» (Πράξεων κ΄, 28). 


Παρέδωκε τήν ψυχήν Αὐτοῦ σέ θάνατο 

«Γι’ αὐτό καί θά τοῦ δώσω θέση στούς μεγάλους ἀνάμεσα καί θά μοιράσει αὐτός τά λάφυρα στούς ἰσχυρούς. Ἐπειδή ὁ ἴδιος τή ζωή του στό θάνατο τήν ἔδωσε καί δέχτηκε νά συγκαταλεχθεῖ μέ τούς ἁμαρτωλούς. Αὐτός πολλῶν τίς ἁμαρτίες βάσταξε καί μεσιτεύει ὑπέρ τῶν ἁμαρτωλῶν» (Ἠσαΐου νγ΄, 12).

 

Παρέδωκε τή ζωή Του 

«Ἐγώ εἶμαι ὁ καλός ποιμένας. Ὁ καλός ποιμένας θυσιάζει τή ζωή του γιά χάρη τῶν προβάτων» (Ἰωάννου ι΄, 11).


 Παρέδωκε ὅλα τά πλούτη Του καί ἔγινε φτωχός 

«Γνωρίζετε βέβαια, τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἦταν πλούσιος κι ἔγινε γιά χάρη σας φτωχός, γιά νά μπορέσετε ἐσεῖς μέ τή φτώχεια τή δική του νά πλουτίσετε» (Πρός Κορινθίους Β΄, η΄, 9).


 

Μιά μέρα θά ἔλθει 

«Κι ὅταν πάω καί σᾶς ἑτοιμάσω τόπο, πάλι θά ’ρθῶ καί θά σᾶς πάρω κοντά μου, ὥστε ὅπου εἶμαι ἐγώ νά εἶστε κι ἐσεῖς» (Ἰωάννου ιδ΄, 3).

Γράφει ο Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης