Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

            Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 επέδρασε άμεσα πάνω στην θεματολογία της ελληνικής λαϊκής τέχνης, ιδιαίτερα σε αυτή της λαϊκής ζωγραφικής, η οποία έδωσε αρκετές δημιουργίες, εμπνευσμένες από την επανάσταση, τις μάχες και τις σημαντικές προσωπικότητές της. Χαρακτηριστική είναι λ.χ. η περίπτωση του λαϊκού ζωγράφου Παναγιώτη Ζωγράφου, γεννημένου στις αρχές του 19ου αιώνα στα Βορδόνια της Λακωνίας, παλαίμαχου αγωνιστή της επανάστασης και αυτοδίδακτου λαϊκού ζωγράφου και αγιογράφου της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, στον οποίο ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης ανέθεσε, με τη βοήθεια των δύο γιών του, να εικονογραφήσει τις σημαντικές στιγμές της επανάστασης, ενώ προηγουμένως είχε αναθέσει το ίδιο έργο σε κάποιον Ευρωπαίο ζωγράφο, χωρίς να μείνει ικανοποιημένος.

         Όπως ο ίδιος ο Μακρυγιάννης διηγείται, συνέλαβε την ιδέα της ζωγραφικής απεικόνισης των σπουδαίων μαχών της επανάστασης την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει ανταρσία κατά του Όθωνα, και ευρισκόμενος πάλι στα πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, λόγω και των ανακριβειών που διάβαζε στα αφειδώς δημοσιευόμενα κατά την οθωνική περίοδο απομνημονεύματα διαφόρων αγωνιστών, οι οποίοι, κατά την κρίση του, πρόβαλλαν τον εαυτό τους χωρίς να αποτυπώνουν την αλήθεια των γεγονότων.

         Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο, καθώς δημιουργήθηκαν είκοσι πέντε πίνακες σε ξύλο, διαστάσεων 0,565 x 0,40 ζωγραφισμένοι με την βυζαντινή τεχνική, που αποτελούσαν προϊόντα της λαϊκής καλλιτεχνικής έκφρασης, καθώς είχαν ζωγραφιστεί από έναν λαϊκό καλλιτέχνη, γι’ αυτό και ικανοποιούσαν τον Μακρυγιάννη, ο οποίος πλήρωσε για την κατασκευή τεσσάρων σειρών, από τις οποίες χάρισε τις τρεις στους πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. 

          Από την άλλη πλευρά, οι μάχες και οι προσωπικότητες της επανάστασης τροφοδότησαν σταθερά την έμπνευση των λαϊκών ζωγράφων, τουλάχιστον ως και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Αναφέρω χαρακτηριστικά την περίπτωση του ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, ο οποίος σε σειρά τοιχογραφιών του, κατά κύριο λόγο στο Πήλιο και στη Λέσβο, απέδωσε σκηνές μαχών και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του αγώνα του 1821, σε δικές του συνθέσεις, οπότε η δομή και η σύλληψη του εκάστοτε θέματος μοιάζει με εκείνες του Ζωγράφου. 

           Είναι απολύτως χαρακτηριστικός, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο ο Θεόφιλος ζωγράφισε την προσωπογραφία του Ρήγα Βελεστινλή, ως λαϊκού ήρωα. Η προσωπογραφία μάλιστα αυτή αποτέλεσε πρότυπο για την απεικόνιση του Ρήγα στη νεοελληνική λαϊκή τέχνη, δεδομένου ότι η μορφή του ενέπνευσε διαχρονικά μια σειρά λαϊκών καλλιτεχνών, και υπήρξε βάση για τη δημιουργία λιθογραφιών και χαλκογραφιών, που γνώρισαν μεγάλη λαϊκή διάδοση, τμήμα της οποίας είχε και πολιτική βάση, ιδίως κατά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και του ελληνικού εμφυλίου πολέμου που επακολούθησε.

           Άλλοτε πάλι ο Θεόφιλος δημιούργησε δικές του εκδοχές συνθέσεων επώνυμων ζωγράφων της εποχής, οι οποίες είχαν ωστόσο πλατιά λαϊκή διάδοση. Εν προκειμένω, η χαρακτηριστικότερη ίσως περίπτωση είναι εκείνη των έργων του Βαυαρού καλλιτέχνη PetervonHess, ο οποίος φιλοτέχνησε το 1839 σαράντα σχέδια με θέμα τον αγώνα των Ελλήνων, από τα οποία προήλθαν αντίστοιχες μεγάλες τοιχογραφίες που στόλιζαν τα ανάκτορα του Όθωνα, στην Αθήνα. Τα σχέδια μάλιστα του vonHess χρησιμοποίησε αργότερα ο Κόχλερ το 1852, για να δημιουργήσει μία σειρά λιθογραφιών, μέσω των οποίων οι συνθέσεις αυτές γνώρισαν μεγάλη διάδοση και ανάλογη λαϊκή απήχηση, δεδομένης και της ευρύτατης χρήσης της για τον στολισμό διδακτικών αιθουσών και κοινόχρηστων χώρων στα σχολεία του ελληνικού κράτους. Η σχετική λαογραφική βιβλιογραφία έχει δείξει ότι οι Έλληνες λαϊκοί και λαϊκότροποι ζωγράφοι που απεικόνισαν θέματα, μάχες και πρόσωπα από την επανάσταση του 1821 κατά κανόνα χρησιμοποίησαν ως πρότυπα για τις συνθέσεις τους ανάλογης θεματολογίας λιθογραφίες και χαλκογραφίες Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, τις οποίες αντέγραψαν, προσθέτοντας όμως τα δικά τους ναΐφ στοιχεία, ανάμεσα στα οποία κυριότερο το χρώμα, με την εντελώς ιδιότυπη, κατά περίπτωση, χρήση.

             Όπως υποστηρίζει η σχετική βιβλιογραφία, πολλά από τα έργα αυτά έγιναν ευρύτερα γνωστά μέσα από λιθογραφίες και σπανιότερα χαλκογραφίες, συνήθως επιχρωματισμένες, που κοσμούσαν δημόσιους χώρους, σχολεία, καφενεία κ.λπ., κάνοντας εικόνες όσα οι άνθρωποι του λαού μάθαιναν από το σχολείο ή από αφηγήσεις της λαϊκής συλλογικής μνήμης. Είναι μάλιστα απολύτως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μέχρι το γύρισμα και την προβολή ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου με θέματα από την επανάσταση του 1821, πρακτική η οποία κατά κύριο λόγο εμφανίζεται στη δεκαετία του ’70, αυτές ήταν οι κύριες πηγές δια των οποίων ο λαός σχημάτιζε άποψη για την επανάσταση, τις μάχες και τους πρωταγωνιστές τους. Υπό μία έννοια πρόκειται για δύο λαϊκές τέχνες με ευρεία διάδοση, καθώς οι εικόνες των λιθογραφιών και οι σκηνές του κινηματογράφου τροφοδοτούσαν επί δεκαετίες τη λαϊκή φαντασία και συνέβαλαν στο σχηματισμό ανάλογων εικόνων και εντυπώσεων.