Του π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Πρόκειται για ημέρα που καθιερώθηκε με πρωτοβουλία της UNESCO, ήδη από το 1965, με σκοπό βεβαίως να τονιστεί η ανάγκη της μόρφωσης για τον άνθρωπο, ώστε να μπορεί να γίνεται μέτοχος των πολιτιστικών αγαθών της ανθρωπότητας. Κι αυτό σημαίνει ότι πέραν των μέσων του εικοστού αιώνα, δηλαδή ενός αιώνα που η ανθρώπινη γνώση είχε προχωρήσει αλματωδώς σε πολλούς τομείς της επιστήμης – ας θυμηθούμε ότι μόλις λίγα χρόνια μετέπειτα ο άνθρωπος πηγαίνει και στο φεγγάρι! – εκατομμύρια συνανθρώπων μας παγκοσμίως δεν μπορούσαν να διαβάσουν και να γράψουν! Και δυστυχώς αυτό υφίσταται, σε μικρότερο ποσοστό ασφαλώς, ακόμη και σήμερα, ακόμη και για κάποιους στην πατρίδα μας!

Από πλευράς θεολογικής βεβαίως, ο αναλφαβητισμός δεν θεωρείται αναγκαστικό πρόβλημα στη σωτηρία του ανθρώπου! Η σωτηρία ως ζωντανή σχέση με τον Θεό που έφερε ο ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός, δεν απαιτεί γνώση της αλφαβήτα. Υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι χωρίς γνώση των γραμμάτων και είναι άγιοι, ζουν το θέλημα του Θεού, είναι έτοιμοι να προσφέρουν και τον εαυτό τους για χάρη του συνανθρώπου τους. Όπως υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι που κυριολεκτικά είναι ανθρωπίνως σοφοί, που αποτελούν «κινητές εγκυκλοπαίδειες» και που το κεφάλι τους χωράει πολλά. Κι όμως τα γράμματα δεν τους βοήθησαν στο να βρουν τον Θεό και δεν έχουν καμία μεταφυσική λεγόμενη ανησυχία! Και δικαίως: η πίστη και η αγάπη δεν περνούν πρωτίστως μέσα από τη λογική και τα γράμματα, αλλά μέσα από την καρδιά. «Αν έχεις καρδιά, μπορείς να σωθείς» λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στην πραγματικότητα ακολουθούν τον ίδιο τον Κύριο, που τόνισε πως, όχι αν μάθουμε γράμματα, αλλά «αν Τον αγαπάμε και τηρούμε τις εντολές Του θα Τον δούμε να μας φανερώνεται μέσα μας»!

Παρ’ όλα αυτά! Μπορεί να μην είναι όρος απαραίτητος η μόρφωση  για τη σωτηρία μας, όμως καθίσταται τέτοιος μόλις σκεφτούμε ότι ακόμη και οι αναλφάβητοι πιστοί από τους γραμματισμένους κήρυκες του λόγου του Θεού έμαθαν τα της πίστεως, δηλαδή, έμμεσα ομολογείται η αναγκαιότητα των γραμμάτων. Μη ξεχνάμε ότι οι ίδιοι οι απόστολοι του Κυρίου ήταν γνώστες της Παλαιάς Διαθήκης, έστω και απλοί ψαράδες, φωτίστηκαν από το Πνεύμα του Θεού, ώστε να κηρύσσουν τον λόγο του Θεού, ήξεραν να γράφουν και μάλιστα να απολογούνται και να εκθέτουν τα της πίστεως με λογικά επιχειρήματα, πολλοί από αυτούς μας άφησαν τα λόγια του Κυρίου ή έγραψαν επιστολές καθοδηγητικές για τους χριστιανούς όλων των αιώνων, ο δε μέγιστος απόστολος Παύλος ήταν τόσο μορφωμένος, όχι μόνο θεολογικά, ώστε να φτάσει στο σημείο ο ηγεμόνας Φήστος, καθώς τον άκουσε απολογούμενο, να πει ότι «τα πολλά γράμματα που ξέρει τον έχουν τρελάνει!».

Από κει και πέρα όλοι γνωρίζουμε το πώς η θεολογία της Εκκλησίας μας αναπτύχθηκε και εμβαθύνθηκε με τους εγγράμματους πιστούς, τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας  Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο ιερός Χρυσόστομος κ.ά.π., όχι μόνο ξέρανε γράμματα, αλλά ξεπερνούσαν σε γνώση επιστημονική και τους περισσοτέρους της εποχής τους. Κι αυτό θα πει ότι τα γράμματα στην Εκκλησία βοηθούν στο «ευ είναι» αυτής, διαφορετικά είναι πολύ εύκολο να «βουλιάξει»αυτή, κατά το ανθρώπινό της εννοείται, λόγω της αγραμματοσύνης,σε αιρέσεις και σε δεισιδαιμονίες. Η σκέψη μας εν προκειμένω, πέραν άλλων περιπτώσεων, πηγαίνει στον μέγα νεομάρτυρα και ισαπόστολο άγιο πατρο-Κοσμά τον Αιτωλό, ο οποίος βγήκε κενωτικά από το μοναστήρι του για να βοηθήσει το σκλαβωμένο έθνος ώστε, να λυτρωθεί από την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία του! Προτιμούσε αντί Ναών να κτίζονται Σχολεία – τέτοια ήταν η πεποίθησή του για την αξία των γραμμάτων – γιατί, καθώς έλεγε, «με τα Σχολεία μαθαίνει κανείς τι είναι η Αγία Τριάδα, τι είναι ο Χριστός, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι η ψυχή, τι είναι οι άγγελοι, τι είναι οι δαίμονες». Κι ασφαλώς, όλων η εμπειρία επιβεβαιώνει την παραπάνω αλήθεια, αφού δεν υπάρχει χριστιανός που να θέλει ενσυνείδητα να μετέχει στα της Εκκλησίας χωρίς να μελετά την Αγία Γραφή, τους Πατέρες, τα υμνολογικά κείμενά της.

Δεν είναι όμως αναγκαία η μόρφωση για την ανάγκη των πιστών στη σχέση τους μόνο με τον Θεό. Είναι αναγκαία γιατί είμαστε άνθρωποι του κόσμου τούτου που απαιτείται να βλέπουμε τον κόσμο όχι μέσα από την τύφλωση της αγραμματοσύνης μας, αλλά με τα μάτια που διαστέλλονται από την ευλογία της επιστήμης. «Ο Θεός έδωσε επιστήμη στον άνθρωπο» βεβαιώνει η Γραφή, οπότε και από την άποψη αυτή τα γράμματα και η κάθε γνώση, ο ανθρώπινος πολιτισμός γενικά, είναι η αποδοχή του δώρου του Θεού στον άνθρωπο, είναι η συνέργειά του σ’  Εκείνου το χάρισμα για να ζει όσο είναι δυνατόν ανθρώπινα ο άνθρωπος. Άνθρωπος που αρνείται τον πολιτισμό και την επιστήμη, που επιλέγει τον αναλφαβητισμό, είτε για τον ίδιο είτε για τους άλλους, κινείται, δυστυχώς, από το σκότος των παθών του και φανερώνει ότι γίνεται έρμαιο Δυνάμεων που έχουν συμφέρον οι άνθρωποι να μη βρίσκονται στο φως. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο» δεν λέει και ο λαός μας;