Του Αρχιμ. Φωτίου Ιωακείμ

Ὁ ἅγιος Σώζων1 καταγόταν ἀπὸ τὴν κώμη Μιζαρδέων τῆς Λυκαονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων τῆς Ἀνατολῆς Διοκλητιανοῦ καὶ Γαλερίου Μαξιμιανοῦ (284-305). Τὸ ὄνομά του προτοῦ βαπτισθεῖ ἦταν Ταράσιος. Βρισκόμενος σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἔγινε ποιμένας προβάτων καί, ὅπου ὁδηγοῦσε τὸ κοπάδι του γιὰ βοσκή, κήρυσσε καὶ στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, ὁδηγώντας μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴ γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Εἶχε ἤδη ξεσπάσει ὁ Μεγάλος Διωγμὸς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ στὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία (23 Φεβρουαρίου 303), ὅταν κάποια ἡμέρα, ἐνῶ ἔβοσκε τὸ ποίμνιό του σὲ ἕνα ὡραῖο μέρος, ὅπου ὑπῆρχε πηγὴ καθαροῦ νεροῦ καὶ μία μεγάλη δρῦς, θέλησε νὰ ξεκουραστεῖ γιὰ λίγο ἐκεῖ. Ἀποκοιμήθηκε λοιπὸν καὶ εἶδε θεϊκὴ ὀπτασία: Τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ τοῦ προεῖπε γιὰ τὴ δόξα ποὺ θὰ λάμβανε μέσῳ τοῦ ἐπικειμένου μαρτυρίου του. Κυριευμένος τότε ἀπὸ ἔνθεο ζῆλο, μετέβη στὴν Πομπηιούπολη τῆς Κιλικίας καὶ εἰσῆλθε στὸν ναὸ τῶν εἰδώλων, ὅπου λατρευόταν τὸ χρυσὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος, τὸ ὁποῖο εἶχε στήσει ἐκεῖ ὁ ἡγεμόνας τῆς Κιλικίας Μαξιμιανός. Ὁ Σώζων, γιὰ νὰ καταισχύνει τοὺς λατρευτὲς τῶν εἰδώλων, ἀπέκοψε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ ἀγάλματος, τὸ κατατεμάχισε, πούλησε τὰ τεμάχια καὶ διαμοίρασε τὰ χρήματα στοὺς πτωχούς. 

Ὅταν κατὰ τὴν ἑπομένη ἔγινε γνωστὸ στὴν πόλη τὸ γεγονός, δημιουργήθηκε μεγάλη ταραχή, καὶ οἱ γειτονιάρχες (ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν τάξη) ἄρχισαν νὰ συλλαμβάνουν διαφόρους ὡς ὑπόπτους γιὰ τὴν ἱεροσυλία αὐτὴ καὶ νὰ τοὺς φυλακίζουν, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες σὲ ἐξέταση στὸν ἡγεμόνα. Ὁ Σώζων, βλέποντας τοῦτο καὶ θέλοντας, τόσο νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ ἀθῶοι, ὅσο καὶ νὰ μαρτυρήσει τὸ συντομώτερο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁμολόγησε στοὺς γειτονιάρχες ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ δράστης. Τότε αὐτοὶ τὸν συνέλαβαν ἀμέσως καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν ἡγεμόνα τῆς Κιλικίας Μαξιμιανό, ποὺ βρισκόταν τὶς μέρες ἐκεῖνες στὴν Πομπηιούπολη, γιὰ νὰ ἀποδώσει τιμὲς στὸ χρυσὸ αὐτὸ ξόανο. 

Ὁ ἡγεμόνας στὴν ἐξέτασή του τὸν ρώτησε τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ὄνομα, τὴν καταγωγὴ καὶ τὸ ἐπάγγελμά του. Ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε ἄφοβα σὲ ὅλες τὶς ἐρωτήσεις, γιὰ νὰ καταλήξει ὅτι εἶχε ἀποκόψει τὸ χέρι τοῦ εἰδώλου γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ἦταν χριστιανὸς καὶ συνάμα νὰ ἐλέγξει τὴν εἰδωλομανία. Ὁ Μαξιμιανὸς στὴ συνέχεια τὸν προέτρεψε νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια. Ἀλλὰ ὁ μάρτυρας, εἰρωνευόμενος τὴν ἀδυναμία τῆς θεᾶς του, ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κἂν νὰ τὸν ἐμποδίσει νὰ κόψει τὸ χέρι της, ἀρνήθηκε γενναία νὰ ὑπακούσει στὸν τύραννο. Ἔτσι, παραδόθηκε στοὺς δημίους μὲ τὴν διαταγὴ νὰ τὸν βασανίσουν ἀνελέητα. Καὶ πρῶτα τοῦ ξέσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ φόρεσαν στὰ πόδια σιδερένια ὑποδήματα μὲ αἰχμηρὰ καρφιὰ καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ βαδίζει καὶ μετὰ τὸν κρέμασαν ἀπὸ ἕνα δένδρο κερατέας (βλ. Εἰκ. 1). 

Ὁ ἅγιος δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔρρεε ποταμηδὸν ἀπὸ τὰ πόδια του καὶ ἀντέλεγε στὸν τύραννο ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ δὲν αἰσθανόταν πλέον κανένα πόνο. Ἀλλὰ ὁ Μαξιμιανὸς τοῦ εἶπε εἰρωνευόμενος: «Αὔριο, Σώζων, ποὺ θὰ βγεῖ ἡ μεγάλη θεὰ Ἄρτεμις, παῖξε τὸν αὐλό σου ὅπως γνωρίζεις σὰν βοσκός, καὶ σοῦ ὁρκίζομαι ὅτι θὰ σὲ ἀπολύσω ἀμέσως». Καὶ ὁ μάρτυρας: «Γιατί μὲ ἐνοχλεῖς, λέγοντάς μου αὐτὰ ποὺ σοῦ ὑποβάλλει ὁ πονηρὸς δαίμονας; Ἀπομακρύνσου ἀπὸ ἐμένα, ἐργάτα τῆς ἀνομίας! Καί, ναὶ μὲν ἕως τώρα ἔπαιζα τὸν αὐλό μου βόσκοντας τὰ πρόβατά μου, ἀλλὰ τώρα ‘‘ᾄδω τῷ Κυρίῳ ᾄσμα καινὸν ἐν δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ μετ᾽ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ’’ (Ψαλμ. 97,1· 91,4)».

Μὲ μεγάλο θυμὸ τότε ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν σκληρά, μέχρις ὅτου διαλυθεῖ τὸ σῶμα του καὶ νὰ καύσουν στὴ συνέχεια τὰ ὀστᾶ του ὥστε κανεὶς νὰ μὴν τὸν θάψει. Ἀφοῦ λοιπὸν μαστιγώθηκε ὁ μάρτυς ἀνελέητα, οἱ δήμιοι ἄναψαν φωτιὰ γιὰ νὰ τὸν καύσουν. Εἰσερχόμενος στὴν πυρὰ ὁ Σώζων, ἔκανε θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Κύριο, λέγοντας: «Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐπάκουσέ μου τοῦ δούλου Σου, καὶ ὅποιος ἐπικαλεσθεῖ τὸ ὄνομά μου διὰ τοῦ ἁγίου Σου ὀνόματος, εἴτε στὸ σπίτι του, εἴτε στὴ θάλασσα, εἴτε σὲ συμφορά, εἴτε σὲ ἀνάγκη εὑρισκόμενος, καὶ ὅποιος τελεῖ τὴ μνήμη μου, ἐλευθέρωσέ τους ἀπὸ κάθε θεήλατη ὀργὴ καὶ ἀνάγκη». Τότε ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν Κύριο πρὸς αὐτόν, λέγοντάς του: «Ἔχε θάρρος, μάρτυς μου Σώζων, καὶ ἡ δέησή σου ἔχει εἰσακουσθεῖ».

Μόλις ἔγινε τοῦτο, ὁ μὲν ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φωτιὰ βγῆκε ἦχος ἰσχυρὸς σὰν βροντή. Καί, ἀμέσως, ἦρθε ἔντονη βροχόπτωση μὲ χαλάζι μαζί, ποὺ φόβησε τοὺς δημίους καὶ τοὺς ἔκανε νὰ φύγουν μακρυά, ἀφήνοντας τὸ τίμιο σῶμα τοῦ ἁγίου ἀφύλακτο. Ὅταν λοιπὸν νύκτωσε καὶ σκοτείνιασε, οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ποὺ εἶχαν προσδράμει γιὰ νὰ κηδεύσουν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Σώζοντος, δὲν μποροῦσαν νὰ ἰδοῦν ποῦ βρισκόταν. Τότε ἔγινε μία ἐξαίσια θαυματουργία: Ὁ ἥλιος ἔλαμψε ἄπλετα σὰν νὰ ἦταν μεσημέρι, καὶ παρέμεινε νὰ φέγγει μέχρι ποὺ οἱ πιστοὶ ἐνταφίασαν τὸ μαρτυρικὸ σῶμα, καὶ ξανάγινε νύκτα. Καὶ οἱ εὐλαβεῖς ἐκεῖνοι φιλομάρτυρες δόξασαν τὸν Θεό, ποὺ δίνει τέτοια χάρη στοὺς ἁγίους Του καὶ σώζει ὅσους ὁμολογοῦν τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Τελειώθηκε δὲ ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Σώζων στὶς 7 Σεπτεμβρίου κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ Μεγάλου Διωγμοῦ (303-313). Σύμφωνα μὲ τὰ Μαρτύρια τοῦ ἁγίου Σώζοντος, ὁ Θεὸς συνέχισε νὰ χορηγεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὴ χάρη τῶν θαυμάτων καὶ ἰάσεων σὲ ὅσους προσέρχονταν μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια καὶ προσκυνοῦσαν τὸν τάφο καὶ τὰ ἱερά του λείψανα.

Γιὰ νὰ ἔλθουμε στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Σώζοντος στὸ χωριὸ Παλαιόμυλος Μαραθάσης τῆς Κύπρου, ἡ ὕπαρξη ἐρειπωμένου ναοῦ πρὸς τιμή του ἐκεῖ μαρτυρεῖται σὲ χειρόγραφο κώδικα (Κατάστιχο Κτηματολογίου), στὴ συλλογὴ τοῦ κ. Μενέλαου Χριστοδούλου, Λευκωσία. Τὸ Κατάστιχο αὐτὸ εἶναι ἀνεπίγραφο, γραμμένο ἀπὸ ἀνώνυμο ὑπάλληλο τοῦ Κτηματολογίου ἀπὸ τὸ 1936 μὲ κατὰ καιροὺς συμπληρώσεις, μέχρι τουλάχιστον καὶ τοῦ ἔτους 1944. Ὁ συγγραφέας συγκέντρωσε τοπωνύμια χωριῶν καὶ δασῶν, καθὼς καὶ ἁγιωνύμια, ἀπὸ τὰ κατὰ τόπους κτηματολογικὰ γραφεῖα καὶ ἀπὸ σχετικὲς καταγραφὲς ὁρισμένων Μητροπόλεων. Ἀποτελεῖ σημαντικώτατο ἔργο, ἀφοῦ θησαυρίζει τοπωνύμια, μὴ περιληφθέντα εἰσέτι στὸ Cyprus Gazetteer τοῦ κ. Μενέλαου Χριστοδούλου. Ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ βρίσκεται στὴ σελ. 95 (763). 

Ὁ σημερινὸς ναὸς ἀνηγέρθη τὸ 2005, μὲ εὐλογία καὶ ὁδηγίες τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου πλησίον τῆς θέσης τοῦ ἐξαφανισθέντος ἤδη παλαιοῦ ναοῦ, μετὰ ποὺ ὁ ἅγιος ἐμφανίσθηκε σὲ εὐλαβὴ χριστιανὸ καὶ ζήτησε τὴν ἐπανοικοδόμηση τοῦ ναοῦ του. Καίριο ρόλο γιὰ τὴ συλλογὴ τῶν ἀπαραιτήτων οἰκονομικῶν πόρων διεδραμάτισε ὁ μακαριστὸς ἤδη ἐφημέριος τοῦ Παλαιομύλου Οἰκονόμος Χαράλαμπος Ἰωάννου. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα τοῦ νέου ναοῦ σώζεται παλαιὸ Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Σώζοντος, ποὺ θεραπεύει δερματικὲς παθήσεις (κανθάρους). 

Περαιτέρω, ἡ ἐκεῖ τιμή του προσμαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη φορητῆς εἰκόνας του στὸν ναὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Παλαιομύλου. Ἡ μικρῶν διαστάσεων εἰκόνα αὐτὴ (215Χ153 χλστ.) ἀπεικονίζει νεαρὸ σὲ ἡλικία ἀγένειο μάρτυρα, ποὺ φέρει σταυρὸ στὸ δεξί του χέρι. Σύμφωνα μὲ τὸν βυζαντινολόγο Χριστόδουλο Χατζηχριστοδούλου, ὁ ζωγράφος ἀκολουθεῖ στὴν εἰκόνα αὐτὴ τὴν τεχνοτροπία τῆς Σχολῆς τοῦ Ἰωάννη Κορνάρου τοῦ Κρητός, καὶ ἀντιγράφει τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρότυπο, ποὺ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Φανουρίου σὲ εἰκόνα στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Φανερωμένης στὴ Λευκωσία τὸ 1817. Παρόμοιο πρότυπο χρησιμοποιεῖται καὶ στὶς εἰκόνες τοῦ ἁγίου Τρύφωνος, ποὺ ἱστορήθηκαν ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ τοῦ ἱερομάρτυρος (1810-1821), καὶ μάλιστα σὲ αὐτὲς τοῦ  ἐργαστηρίου τοῦ Γρηγορίου Κυκκώτου ἢ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου,  κατὰ τὰ ἔτη 1820-1821. Βάσει τῶν δεδομένων αὐτῶν, ἡ εἰκόνα τοῦ Παλαιομύλου χρονολογεῖται γύρω στὰ 18172.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια στὸ νεοανεγερθὲν ἐξωκκλήσιο τοῦ Παλαιομύλου τιμᾶται ὁ μάρτυς Σώζων τῆς Πομπηιούπολης. Ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα ὅμως τοῦ ἐξαρχῆς ἐκεῖ τιμωμένου ἁγίου καὶ συνάμα τοῦ ἀπεικονιζομένου στὴν ὡς ἄνω εἰκόνα ἁγίου, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀποφανθοῦμε. Δὲν ἀποκλείεται, ἕνεκα τῶν διαχρονικῶν δεσμῶν τῆς Κύπρου μὲ τὰ νότια κυρίως μικρασιαστικὰ παράλια, νὰ ἔγινε παλαιὰ εἰσαγωγὴ τῆς τιμῆς τοῦ μάρτυρος Σώζοντος τῆς Κιλικίας στὸν Παλαιόμυλο. Πάντως νὰ σημειωθεῖ ὅτι πουθενὰ ἀλλοῦ στὴ νῆσο δὲν σώζεται ναὸς ἢ ἁγιωνύμιο ἄλλο ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ ἁγίου τούτου Σώζοντος, οὔτε καὶ ἄλλη παλαιά του εἰκόνα. Ὁ παλαιὸς ναὸς ποὺ φέρεται ὡς ἅγιος Σώζοντας στὸ χωριὸ Δαυλὸς Καρπασίας3, σύμφωνα μὲ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες (παλαιὰ εἰκόνα, ἡμέρα ἑορτασμοῦ), ἀφορᾶ τελικὰ στὸν ὅσιο Σωζόμενο τῆς Γαλάτειας Καρπασίας.

Στὴν Κύπρο ὄμως τιμᾶται ἀκόμη ἕνας ἅγιος παιδομάρτυρας Σώζων4, αὐτὸς στὸν ἀρχαῖο οἰκισμὸ Πλακουντούδιον, κοντὰ στὴν Ἀσπρογειὰ τῆς Πάφου, νέος μάρτυς ἐπὶ ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν (649-965), ποὺ μαρτύρησε ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἄλλους παιδομάρτυρες. Ὁ ἐν λόγῳ Κύπριος νέος μάρτυς ἦταν ἐπίσης ποιμένας καὶ βρισκόταν σὲ νεαρὴ ἡλικία ὅταν μαρτύρησε. Ἡ μνήμη του ἐπικράτησε νὰ τελεῖται μὲ αὐτὴ τοῦ ὁμωνύμου καὶ ἀρχαιοτέρου μάρτυρος Σώζοντος τῆς Κιλικίας στὶς 7 Σεπτεμβρίου. Δὲν εἶναι γνωστὸ κατὰ πόσον στὸν Παλαιόμυλο ἐτιμᾶτο παλαιότερα ὁ ἐν λόγῳ Κύπριος νέος μάρτυς. Πάντως ἡ μοναδικὴ γνωστὴ παλαιὰ εἰκόνα τοῦ Κυπρίου νέου μάρτυρος Σώζοντος (στὴ Μονὴ Παναγίας Χρυσοῤὁϊατίσσης, ἔτους 1770), διαφέρει ἐκείνης τοῦ Παλαιομύλου: Ὁ ἅγιος Σώζων ἐδῶ φέρει στὸ δεξί του χέρι ὠκυπόδιον.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1. Ὡς βάση γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ ἐφεξῆς βίου τοῦ ἁγίου εἴχαμε τὸ ἀρχαιότερο (προμεταφραστικό) του Μαρτύριο BHG 1643.

2. Βιβλιογραφία: Χρ. Χατζηχριστοδούλου, «”Ορκίζω υμάς κάκιστα θηρία”. Φορητές εικόνες του αγίου Τρύφωνος επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού (1810-1821), στό: Ἱερὰ Βασιλικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ Μαχαιρᾶ, Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς Πατρίδας. Ἐπιστημονικὸς τόμος (Ἀνάτυπον), Λευκωσία 2012, σσ. 373-408, ἰδίως 381-383, 401-403, 408· Λ. Μιχαηλίδου, Χρ. Χατζηχριστοδούλου (ἐπιμ.), Η Κυρά της Λευκωσίας. Η Φανερωμένη και τα κειμήλιά της, Λευκωσία 2012, 232-233 (Χρ. Χατζηχριστοδούλου), 234-235 (Οὐρ. Περδίκη).

3. Κατάστιχο Κτηματολογίου, σ. 95 (763).

4. Νέα πλήρης ᾀσματικὴ Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου τούτου νέου μάρτυρος Σώζοντος τοῦ ἐν Κύπρου μὲ ἀναφορὰ στὴ βιβλιογραφία βλ. στό: Κύπρια Μηναῖα, τόμ. ΙΑ´ (Ἐπίμετρον), (ἐκδ.) Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Κύπρου, Λευκωσία 2010, σσ. 11-20 (Ἀκολουθία) καὶ 21-24.