Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες η σκέψη μας τριγυρίζει στα μέρη, όπου ευρίσκοντο άλλοτε οι Αλησμόνητες Πατρίδες.Και σε όσους κατοικούσαν σε αυτές, οι οποίοι εσφαγιάσθησαν μαζί με τους ποιμένες τους, Επισκόπους ή απλούς Ιερείς.  Μας βοηθούν σε αυτό οι εκδηλώσεις που γίνονται την περίοδο αυτή – συνήθως με επίκεντρο τις Εκκλησίες – από διάφορα προσφυγικά σωματεία με την ευκαιρία ορισμένων ιστορικά τραγικών ημερομηνιών που συνδέονται με την Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτήν που από τον δικό μας στρατιωτικό αυτοχειριασμό στην Μικρασιατική Εκστρατεία έγινε η  εκδικητική και ανελέητη «τσάπα» στα χέρια των Νεό-Τουρκων του Μουσταφά Κεμάλ (του περιβόητου Κεμάλ Ατατούρκ), η οποία «ξερρίζωσε» αδίστακτα τον αρχέγονο και βαθειά ριζωμένοστα εδάφη της Ιωνίας μικρασιατικό Ελληνισμό, που είχε ένα ζηλευτό πολιτισμό, εντελώς ασύμβατο με εκείνον που εκπροσωπούσαν τα απομεινάρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Τσέτες και οι Νεό-Τουρκοι.

Τις λέμε αλησμόνητες αυτές τις πατρίδες, που κάθε χρόνο τις προσκυνούμε νοερά με δακρύβρεχτες σκέψεις από τον ελλαδικό χώρο, διότι δεν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι οριστικά χαμένες για την Ελλάδα, την μητέρα-Πατρίδα  όλων μας. Ελπίζουμε ότι πάλι με χρόνους  και καιρούς πάλι δικές μας θάναι. Δεν γνωρίζω, πόσο κοντά ή μακρυά από την ουτοπία είναι τέτοιες ελπίδες. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: Οψέποτε συμβεί αυτό, δεν θα μας γυρίσει στις Αλησμόνητες Πατρίδες, όπως τις γνωρίζαμε τότε, με τους άφθαστους αυτόχθονες καλλιεργητές ενός σπάνιου πολιτισμού και τις μοναδικές καλλιέργειές τους, αφού όλοι και όλα αυτά θα έχουν χαθεί οριστικά.. Βεβαίως όλα ξαναγίνονται.

Το ζήτημα όμως είναι, ποιά σχέση θα έχει αυτό που θα φτιάξεις με εκείνο που υπήρχε προηγουμένως και χάθηκε μαζί με την «φύτρα» του, τον γνήσιο γενετικό του πυρήνα.Θα είναι προφανώς προϊόν γενετικής μετάλλαξης που θα του λείπει η γεύση του αυθεντικού. Δεν το βιώνουμε αυτό εδώ στην Ελλάδα  με τις πολιτιστικές δράσεις από παιδιά ή εγγόνια δεύτερης και τρίτης γενιάς των προσφύγων; Τα «λουλούδια» του μικρασιατικού πολιτισμού που κάθε τόσο μας προσφέρουνοι διάφορες πολιτισμικές ομάδες έχουν όλα τα στοιχεία γνησιότητας της αντίστοιχης «καλλιέργειας», εκτός από ένα: το «άρωμα» του συγκεκριμένου «λουλουδιού» που το παίρνεις μόνον από το «κλαρί» του. Και επειδή έχουν χαθεί τα σχετικά «κλαριά», μαζί με αυτά χάθηκε και το «άρωμά» τους.

Όλα αυτά μας θυμίζουν, τί είχαμε και τί χάσαμε με τις αλησμόνητες πατρίδες. Και όταν κάνεις τον σχετικό απολογισμό, φυσικό είναι να δείχνεις πρωτίστως εκείνους που σου στέρησαν αυτό που δεν έχεις πια. Το μεγαλύτερο λοιπόν κομμάτι της ενοχής ανήκει φυσικά σε εμάς τους ίδιους, που σταθήκαμε ανίκανοι να διαχειρισθούμε την ευθύνη, με την οποία μας επιφόρτισε η ιστορική συγκυρία σε μια κρίσιμη για το Έθνος εποχή. Γι’ αυτό δεν μπορέσαμε να διαφυλάξουμε εκείνα που μας ανήκαν: Τις Αλησμόνητες Πατρίδες που τις κρατούσαν σε καθεστώς δουλείας βάρβαροι κατακτητές από τα χρόνια της Άλωσης και εντεύθεν. Δεν υποτιμούμε ασφαλώς την «μαχαιριά» της προδοσίας που μας έδωσαν οι σύμμαχοι, οι Άγγλο-Γάλλοι και οι Ιταλοί, οι οποίοι, σε εκτέλεση των όσων προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών, μάς εξουσιοδότησαν να πάμε στην Μικρά Ασία και να πάρουμε πίσω τα εδάφη που μάς ανήκαν από τα βάθη των αιώνων. Ενάμισο χρόνο κράτησε η φιλία τους και η υποστήριξη της Ελλάδος από αυτούς:

Από τις 2 Μαΐου 1919, όταν αποβιβάσθηκαν τα πρώτα τμήματα του Ελληνικού Στρατού στην Σμύρνη μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1920, όταν διεξήχθησαν εκλογές στην Ελλάδα, το αποτέλεσμα των οποίων ωδήγησε στην επαναφορά του Βασιλιά Κωνσταντίνου στον Θρόνο του, πράξη που οι Σύμμαχοι την θεώρησαν εχθρική προς αυτούς εκ μέρους του Ελληνικού Λαού δεδομένηςτης γερμανικής καταγωγής του Κωνσταντίου. Έκτοτε, όπως μας εδήλωσαν σχετικά, δεν θα τους είχαμε δίπλα μας, αλλά απέναντί μας. Πρωτοφανές εγκώμιο υποκρισίας των Συμμάχων, οι οποίοι δεν φρόντισαν να τηρήσουν ούτε τα προσχήματα! Τούς ενόχλησε η γερμανική καταγωγή του Κωνσταντίνου. Όχι όμως η συμμαχία των Τούρκων με τους Γερμανούς στα πεδία των μαχώντου Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην αύξηση των θυμάτων του Συμμαχικού Στρατού.Έτσι, χωρίς κανένα ενδοιασμό οι Άγγλο-Γάλλοι και οι Ιταλοί πρόδωσαν εμάς τους συμμάχους τους στον Πόλεμο και έσπευσαν να συμμαχήσουν με τους πρώην εχθρούς τους! Τα αποτελέσματα της προδοσίας των συμμάχων είναι γνωστά.

Πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν θα επήρχοντο ποτέ, παρά την συμμαχική προδοσία, εάν εμείς, αντί να προσφέρουμε τον Ελληνικό Στρατό«φιλέτο» στο «πιάτο» του Κεμάλ Ατατούρκ με την μικρονοϊκή προέλαση στην τουρκική ενδοχώρα, μέναμε στα προαιώνια ελληνικά παράλια της Ιωνίας, στην Σμύρνη και στις άλλες περιοχές που είχαμε καταλάβει, και τα οχυρώναμε. Είναι τα ψιλά γράμματα της στρατηγικής μιας εκστρατείας, της οποίας η επιτυχής έκβαση προϋποθέτει εξασφάλιση βάσεων ανεφοδιασμού και δυνάμεις υποστήριξης του αναπτυσόμενου εκστρατευτικού σώματος.

Δυστυχώς αυτά τα ψιλά γράμματα δεν μπόρεσαν να τα διαβάσουνοι πάσχοντες από «στρατηγική μυωπία»τότε επιτελείς του Ελληνικού Στρατού, που διέταξαν την προέλαση στην Αλμυρά Έρημο και την διάβαση του Σαγγάριου Ποταμού, στα βαλτόνερα του οποίου μαζί με τα πυροβόλα όπλα, το ιππικό και τους πεζικάριους του στρατού μας «βούλιαξαν» και τα όνειρα της φυλής να επανεντάξει στους κόλπους της μητέρας-Πατρίδος και τα άλλα σκλαβωμένα τέκνα της τής Μικράς Ασίας.

Μέσα από αυτές τις σκέψεις, που μάς δείχνουν, πώς καταστήσαμε Αλησμόνητες Πατρίδες σκλαβωμενα εδάφη, τα οποία δεν μπορέσαμε να ελευθερώσουμε, μολονότι οι συνθήκες για αυτό ήσαν ευνοϊκές, αναδύονται πολύτιμες διδαχές για το σήμερα και το αύριο του Ελληνισμού. Διότι την ίδια εσφαλμένη στρατηγική που ακολουθήσαμε τότε στην Μικρά Ασία την εφαρμόζουμε, δυστυχώς, και σήμερα σε περιοχές που αποτελούν τμήματα του Εθνικού Κορμού, τα οποία διεκδικούν να τα κάνουν δικά τους όμορες χώρες. Η αντιμετώπιση της Θράκης από την Ελληνική Πολιτεία εδώ και αρκετές δεκαετίες είναι μια ιστορία τραγικά εσφαλμένων χειρισμών. Δεν αντιδράσαμε ούτε το 1955, όταν η Τουρκία παραβιάζοντας την Συνθήκη της Λωζάνης ξερρίζωσε τον Ελληνισμό από την Πόλη. Αντί να τους στείλουμε πεσκέσι ως αντίποινα την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, τότε που ήσαν πρόσφορες οι συνθήκες, τους κρατήσαμε εδώ.

Και το χειρότερο: τους καλλιεργούσαμε την τουρκική συνείδηση, όπως επεδίωκε η Τουρκία, για να μπορεί εύκολα, όταν το επιτρέψουν οι αριθμοί να ζητήσει την αυτονόμηση της Θράκης. Στην Μακεδονία εξ άλλου χάσαμε ήδη την πρώτη και πιο κρίσιμη μάχη με την προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών, που ωδήγησε πριν από τρία χρόνια στην υποθήκευση στους Σλάβους των Σκοπίωντου πιο ένδοξου τμήματος της Ελληνικής Επικράτειας, αφού τους αναγνωρίσαμε μακεδονική ταυτότητα και μακεδονική γλώσσα! Δώσαμε το «πηδάλιο» της χώρας στους αγράμματους εθνομηδενιστές της «αριστεράς του τίποτα» και περιμέναμε ύστερα από αυτούς να αντιληφθούν, γιατί δεν έπρεπε να υπογραφεί ποτέ αυτή η Συμφωνία. Αναλογίσθηκε ποτέ κανείς από αυτούς ότιοι Σκοπιανοί, όταν ζητούσαν υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, έθεταν θέμα ταυτότητας;

Και δεν βρέθηκε, δυστυχώς, ούτε ένας μυαλωμένος από αυτή την κοινοβουλευτική σύναξη των εθνομηδενιστών να τους σταματήσει, για να μη διαπράξουν το εθνικό έγκλημα που είχαν αποφασίσει: Να τους φωνάξει: «Σταθείτε. Πού πάμε;Η εθνική ταυτότητα που ζητούν οι Σκοπιανοί, όπως και κάθε άλλη ταυτότητα, δεν μπορεί λογικά να κοπεί ποτέ σε δυο κομμάτια, ώστε να πάρει ο καθένας που την θέλει δική του το ένα από αυτά. Η ταυτότηταανήκει εξ ολοκλήρου στον ένα από τους δύο που την διεκδικούν. Δώσαμε λοιπόν την ταυτότητά μας στους Σκοπιανούς και μένουμε με την ψευδαίσθηση ότι το ένα κομμάτι το κρατήσαμε εμείς και το άλλο, που αφορά μόνο στην Βόρεια Μακεδονία, το δώσαμε στους Σκοπιανούς! Αφέλεια ή Πλάνη: Ή και τα δυό μαζί; Οι Σκοπιανοί έχουν ήδη αρχίσει να μονοπωλούν την Μακεδονία και απλώς αναδιπλώνονται, όταν εμείς διαμαρτυρόμαστε. Πόσο θα κρατήσει όμως αυτό; Ας αφήσουμε την ιστορία να μας πει, ποιοί θα είναι σε λίγες  δεκάδες χρόνια, όταν θα έχουν αλλάξει πολλά, οι αποκλειστικοί δικαιούχοι της μακεδονικής ταυτότητας. Και μάλιστα με την δική μας υπογραφή!

Τελικά αποδεικνύεται ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε ιδιαίτερη δυσκολία με το μάθημα της ιστορίας, αφού δεν διδασκόμαστε ποτέ από αυτήν