του π. Γεωργίου Δορμπαράκη

 

Το ακούμε συχνά ως ερώτημα, κυρίως από τους εγγάμους χριστιανούς. Κι η απάντηση βεβαίως είναι γνωστή: αν ως προοπτική και πορεία ζωής δεν έχω την αγιότητα, δεν είμαι χριστιανός. Διότι η αγιότητα δεν αποτελεί κλήση μόνο για τους αφιερωμένους, μοναχούς και ασκητές, αλλά για κάθε άνθρωπο που έστρεψε με τη χάρη του Θεού το βλέμμα και την καρδιά του προς τον Χριστό. Όταν ο λόγος του Θεού μάς αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό «κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου», ο Οποίος είναι ο Άγιος και η πηγή της αγιότητας, από κει και πέρα οποιαδήποτε αμφιβολία και ένσταση φανερώνει την άγνοια της χριστιανικής ταυτότητάς μας.

«Αυτό είναι το θέλημα του Θεού για σας», λέει ο απόστολος Παύλος στους εγγάμους πιστούς της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, «ο αγιασμός σας» (Α΄ Θεσ. 4, 3). Κι ο απόστολος Πέτρος θα μεταφέρει την εντολή του Θεού: «Να γινόσαστε άγιοι, γιατί Εγώ είμαι άγιος» (Α΄ Πέτρ. 1, 16). Ό,τι δηλαδή είναι ο Θεός από τη φύση Του καλείται να γίνει και ο άνθρωπος. Διότι ο άνθρωπος ως εικόνα του Χριστού, όπως αναφέραμε, είναι απείρως πέρα από ό,τι ο ίδιος λόγω κοσμικού αμαρτωλού φρονήματος φαντάζεται – ο κοσμικός άνθρωπος που λειτουργεί με εξω-εκκλησιαστικά κριτήρια δεν μπορεί να διανοηθεί τα άπειρα όριά του που ο ίδιος ο Δημιουργός του έχει θέσει.

 Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά έτσι της αγιότητας; Ό,τι επισημαίνουμε στον ίδιο τον Κύριο: η απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού Πατέρα, η οποία συνιστά την έκφραση του ταπεινού φρονήματός Του που πρέπει και οι χριστιανοί να αγωνίζονται να αποκτούν (βλ. Φιλ. 2, 5εξ.)∙ η άπειρη αγάπη Του προς όλα τα δημιουργήματά Του μέχρι βαθμού θυσίας, αγάπη που εξίσου αποτελεί την προοπτική του κάθε χριστιανού, ο οποίος μόνο με αυτήν χαρακτηρίζεται μαθητής Εκείνου (βλ. Ιωάν. 11, 35),η πλήρης εναπόθεση όλης της ζωής Του στα χέρια του Πατέρα Του, πίστη που σφραγίζει και καθορίζει κυριολεκτικά το κάθε βήμα του χριστιανού στη ζωή αυτή – «τώρα ζούμε με την πίστη, δεν βλέπουμε καθαρά αυτά που πιστεύουμε» (Β΄ Κορ. 5, 7), όπως λέει και πάλι ο απόστολος Παύλος. Κι αλλού: «αυτό που ζω τώρα σωματικά είναι η πίστη μου στον Ιησού Χριστό, που με αγάπησε και παρέδωσε τη ζωή Του για χάρη μου» (βλ. Γαλ. 2, 20).

Οπότε, ναι! Όπου επισημαίνουμε τα στοιχεία αυτά της ταπεινής υπακοής στο θέλημα του Θεού, της ανιδιοτελούς αγάπης προς τον συνάνθρωπο και της γνήσιας πίστης ως εναπόθεσης της ζωής στα χέρια του Θεού, εκεί αναγνωρίζουμε τα σημάδια της αγιότητας. Κι αυτά τα βλέπουμε είτε στον μοναχό και τον ασκητή είτε και στον έγγαμο. Μία περιδιάβαση στα συναξάρια της Εκκλησίας μας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: έχουμε αγίους ασκητές, έχουμε αγίους εγγάμους. Δεν είναι το είδος ζωής - έγγαμος βίος ή μοναχικός -που αγιάζει τον άνθρωπο, αλλά ο τρόπος ζωής του.

Είναι συγκλονιστικό να διαβάζει κανείς ότι ο μέγας Αντώνιος πληροφορήθηκε από τον Θεό ότι ο (έγγαμος) τσαγκάρης του χωριού του ήταν ανώτερός του σε αγιότητα!Γιατί είχε μεγαλύτερη ταπείνωση και αγάπη! Κι από όλα τελικώς το σημαντικότερο είναι το ταπεινό φρόνημα. Γιατί μέσα σ’ αυτό ενυπάρχει και η πίστη και η αγάπη. Όπως το λέει ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Σιλουανός του Άθω: «Ο Κύριος, με έλεος ταπεινώνει τους αγίους, ώστε να μείνουν μέχρι τέλους ταπεινοί. Κι εμείς έχουμε ακόμη περισσότερη ανάγκη από ταπείνωση. Και εγώ μέρα και νύχτα ζητώ από τον Θεό την κατά Χριστόν ταπείνωση. Διψά το πνεύμα μου να την αποκτήσω, γιατί είναι το ανώτατο δώρο του αγίου Πνεύματος. Στην κατά Χριστόν ταπείνωση εμπεριέχονται και η αγάπη και η ειρήνη, και η πραότητα και η εγκράτεια και η υπακοή και η μακροθυμία και όλες εν γένει οι αρετές».