Γράφει η Βιργινία Δ. Χαμουδοπούλου-Κωνσταντινίδου, Ἱστορικός

 Η Καππαδοκία, στο κέντρο της Μ. Ασίας, με τα απροσδιόριστα σύνορά της και τους αλλόκοτους στο χώρο της γεωφυσικούς σχηματισμούς, ως αποτέλεσμα του ηφαιστειογενούς οροπεδίου της Ανατολής, είναι το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του συγκρητισμού ποικίλων πολιτισμών, που κατά καιρούς κυριάρχησαν κυρίως στον κεντρικό και ανατολικό χώρο της Μ. Ασίας. Η Καππαδοκία είναι τόπος γεωγραφικά μυστηριώδης και εξωπραγματικός, που γνώρισε ένδοξες στιγμές, αλλά και απώλειες και ξεριζωμό. Ασσύριοι, Χετταίοι, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Σελτζούκοι και Οθωμανοί Τούρκοι άφησαν τα ίχνη τους.

Η Καππαδοκία παρουσιάζει ένα σπάνιο αρχαιολογικό υλικό στο οποίο ξεχωρίζει η διάσωση σημαντικών χριστιανικών μνημείων. Σώζονται εκκλησίες, υπέργειες και υπόγειες, λαξευμένες στο ηφαιστειογενές πέτρωμα προσφέροντας σημαντική μαρτυρία για τη θρησκευτική λατρεία και την καλλιτεχνική έκφραση κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Σώζονται επίσης πολλές τοιχογραφίες με σκηνές από τη ζωή και τη Σταύρωση του Ιησού Χριστού, όπως και από τη ζωή των Αγίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδιοτυπία της τεχνοτροπίας αυτών των ιερών σκηνών, η οποία χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, ρεαλισμό και δραματική έκφραση σε αντίθεση με την αλύγιστη ιερατικότητα της αυτοκρατορικής Βυζαντινής Τέχνης.

Την τέχνη αυτή χαρακτηρίζει ο Γεώργιος Σεφέρης ως «αφηγηματική», όπως ήταν τα τραγούδια του Διγενή Ακρίτα (Γεωργίου Σεφέρη, «Τρεις μέρες στα Μοναστήρια της Καππαδοκίας», εκδ. Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 2000). Το σύνολο των χριστιανικών μνημείων στη γνωστή κοιλάδα των Κοράμων της Καππαδοκίας έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο της Unesco με τα Μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Ο Εξελληνισμός της Καππαδοκίας, αρχίζοντας από τους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου, ολοκληρώθηκε μόνο μετά την πλήρη εκεί επικράτηση του Χριστιανισμού, σηματοδοτώντας την εναρμόνιση της περιοχής με το ιδεολογικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι του ανατολικού τμήματος της εκχριστιανισμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ονομασία Πόντος για την περιοχή της Βόρειας Καππαδοκίας εμφανίστηκε μετά τα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας (17 μ.Χ.).

Η Καππαδοκία θεωρείται ως η παμπάλαια κοιτίδα του χριστιανικού ασκητισμού. Στο «εξωγήινο» τοπίο της, όπου σχηματίστηκαν αμέτρητοι φυσικοί κώνοι από το ηφαιστειακό υλικό, σμιλευμένο από τις βροχές και τα χιόνια, οι πρώτοι χριστιανοί, από τον 1ο αι. μ.Χ., είχαν ως κατοικίες τους τις σπηλιές των κώνων αυτών για να ζήσουν γαλήνια, ως τρωγλοδύτες μακριά από τους διωγμούς. Τον 4ο μ.Χ. αι. η «τρωγλοδυτική πολιτεία» αντιβούιζε από ζωή. Στους πρώτους αυτούς αναχωρητές προστέθηκαν και άλλοι Καππαδόκες χωρικοί, που η πείνα τούς ἐσπρωχνε να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Οι αναχωρητές πολλαπλασιάζονταν και έτσι τον 13ο αι. μία χριστιανική «μερμηγκοφωλιά» από 30.000 ανθρώπους δονούσε την έρημο της Καππαδοκίας. Άλλωστε πάνω από 300 εκκλησίες έχουν βρεθεί ως τώρα σκαμμένες στο μαλακό βράχο.

Ωστόσο ο Μέγας Βασίλειος (330-379 μ.Χ.) ήταν εκείνος που έδωσε στους προ του 4ου αιώνος χριστιανούς αναχωρητές της Καππαδοκίας το ιερό, πειθαρχημένο, ασκητικό σχήμα του ησυχαστού μοναχού, του οργανωμένου στην αυθεντική χριστιανική κοινοβιακή ζωή.

Γόνος ευσεβεστάτης χριστιανικής και πλούσιας οικογένειας ο Μ. Βασίλειος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, πατρίδας της μητέρας του Εμμέλειας και όχι στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, πατρίδας του ελλόγιμου πατέρα του. Τη στοιχειώδη εκπαίδευση πήρε από τον πατέρα του. Κατά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κ/Πολη άκουσε τον μεγάλο ρητοροδιδάσκαλο και φιλόσοφο Λιβάνιο.

Το 352 πήγε στην Αθήνα, όπου επί 3,5 χρόνια παρακολούθησε μαθήματα γραμματικής, ρητορικής, φιλοσοφίας, αριθμητικής, αστρονομίας και ιατρικής στη Νεοπλατωνική Σχολή Αθηνών. Στη Σχολή αυτή συνδέθηκε πολύ στενά με τον επίσης μέγα κάτοχο κλασικής παιδείας Πατέρα Γρηγόριο Θεολόγο ή Ναζιανζηνό από την Καππαδοκία. Η κλασική ελληνική παιδεία βοήθησε τους δύο αυτούς Άγιους Πατέρες να εκφράσουν δια του μοναδικού πλούτου της ελληνικής γλώσσας τη δράση και τις ενέργειες των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδας, με τις οποίες αποκαλύπτεται η ορθόδοξη χριστιανική Αλήθεια.

Αμέσως μετά τις σπουδές του στην Αθήνα ο Βασίλειος αφιέρωσε τον εαυτό του στην εμβάθυνση της Ορθόδοξης Θεολογίας. Γνωρίζοντας ότι ο Μοναχισμός μπορούσε να γίνει οδοδείκτης της αυθεντικής-παραδειγματικής χριστιανικής ζωής ο φωτισμένος Πατέρας επισκέφθηκε το 357 μ.Χ. τους μοναχούς της Αλεξάνδρειας και έτσι η Αίγυπτος έγινε το πρώτο του σχολείο για τον Μοναχισμό.

Στην Αίγυπτο συνδέθηκε και με τον συγκλονιστικό πολέμιο του Αρειανισμού Μέγα Αθανάσιο (235-373 μ.Χ.). Ο σοφός αυτός Ιεράρχης είχε παρακολουθήσει την Α´ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.) συμβάλλοντας στην επιτυχία της και στον αφορισμό του αιρετικού Ιερέα Αρείου, ο οποίος διέδιδε ότι ο Χριστός δεν ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα Του, αλλά το τελειότερο κτίσμα Του. Ο Μ. Αθανάσιος θεωρείται ως κορυφαία προσωπικότητα θεολογίας και φιλοσοφίας της ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Το 358 ο Βασίλειος επέστρεψε στην πατρίδα του όπου επιδόθηκε στη μελέτη της Αγίας Γραφής  και ασχολήθηκε ουσιαστικά με εκκλησιαστικά θέματα. Επίσης διαμοίρασε όλη τη μεγάλη περιουσία του και εγκαταστάθηκε στο ασκητήριό του στον Ίρι ποταμό κοντά στα Άννησα, όπου ήταν το πατρικό αρχοντικό του.

Εκεί έγραψε τα πρώτα εμπνευσμένα έργα του –Συμβουλευτικά για τους νέους και καθοδηγητικά-κανονιστικά για τους Μοναχούς–, διαβάζοντας συνεχώς και εμβαθύνοντας στο πνεύμα των Αγίων Γραφών. Από την άλλη πλευρά δεν σταμάτησε να ασχολείται με τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής του. Επίσης προσκάλεσε κοντά του τον φίλο του Γρηγόριο Θεολόγο για να συνασκητέψουν. Ο Γρηγόριος έμεινε μαζί του έως το 361. Ο Βασίλειος προσευχόμενος συνεχώς χαριτώθηκε με πλούσιες πνευματικές και θεοπτικές εκλάμψεις για τις οποίες μίλησαν στον επιτάφιο λόγο τους προς τον Βασίλειο, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο αδελφός του Βασιλείου Γρηγόριος Νύσσης, οι οποίοι συνέχισαν το πνευματικό του έργο.

Ως ασκητής ο Βασίλειος, αλλά και ως ποιμήν, εκδήλωνε με έργα την απέραντη αγάπη του προς τους συνανθρώπους του. Οι περίφημες «Επιστολές» του αποτελούν απόδειξη της ουσιαστικής συμμετοχής του στους προβληματισμούς των πιστών. Παράλληλα, με τη βοήθεια της βαθιάς παιδείας του, εμβάθυνε στο χώρο της θεολογικής προβληματικής της εποχής του, προκειμένου να βοηθήσει στην ουσιαστική λειτουργική οργάνωση της Εκκλησίας. Υποστήριξε θεολογικά το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας, το Κτιστό και το Άκτιστο, την Ουσία και τις Ενέργειες του Θεού κ.ά.

Το 362 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και ανέπτυξε στο έπακρο το κοινωνικό  και ποιμαντικό του έργο. Στο φοβερό λιμό του 367/8 ο Βασίλειος διάσωσε πολλούς πεινασμένους, πείθοντας και όχι αναγκάζοντας τους πλούσιους να βοηθήσουν, στους οποίους έδειχνε σεβασμό, προκειμένου οι ίδιοι να εκτιμήσουν ότι ο υπερβολικός πλούτος αποτελεί «κλοπή» από τους έχοντες στοιχειώδεις ανάγκες.

Το 370 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Καισαρείας. Υπέστη διώξεις στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τον φιλοαρειανό Αυτοκράτορα Ουάλη. Ωστόσο την εποχή αυτή το κέντρο του θεολογικού και εκκλησιαστικού έργου μεταφέρθηκε, δια των ενεργειών του Μ. Βασιλείου από την Αλεξάνδρεια στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, από όπου, μετά την κοίμηση του Μ. Βασιλείου († 379) μεταφέρθηκε στην Κ/Πολη, κυρίως επί του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ως αρχιεπισκόπου Κ/Πόλεως (398 μ.Χ.).

Την άνοιξη του 372 άρχισε έξω από την Καισάρεια η οικοδόμηση της «Βασιλειάδας». Ενός γιγαντιαίου συγκροτήματος ευαγών ιδρυμάτων, όπου υπήρχε μεγαλοπρεπής Ναός, ξενώνας, νοσοκομείο, ιατρείο, λεπροκομείο και επαγγελματικό σχολείο, όπως και ιδιαίτερος χώρος για τη φιλοξενία φτωχών και ορφανών.

Επίσης τεράστια είναι η συμβολή του Μ. Βασιλείου στην ουσιαστική σταθεροποίηση και ακρίβεια του ορθοδόξου δόγματος, δια της αποκαλύψεως του πνευματικού εύρους και βάθους της χριστιανικής αλήθειας. Η αποκάλυψη αυτή διαμόρφωσε μία κοινωνική ομοιογένεια, που ένωσε επί αιώνες στην ανατολική Μ. Ασία ελληνόφωνους, αραβόφωνους, τουρκόφωνους κ.ά.

Ειδικότερα ο Μ. Βασίλειος θεμελίωσε για πρώτη φορά τη διάκριση της ενιαίας ουσίας με την ιδιαιτερότητα των ενεργειών των τριών υποστάσεων (Προσώπων) της Αγίας Τριάδας: «Το κοινόν και το ίδιον». Η ουσία νοείται ως το «κοινόν» και οι υποστάσεις ως το «ίδιον»: Ο Πατέρας ως «προκαταρκτική αιτία», ο Υιός ως «δημιουργική αιτία» και το Άγιο Πνεύμα ως «τελειωτική», φωτιστική αιτία.

Στη σωτηριολογική διακονία του ο Βασίλειος μιλάει αναλυτικά για την κάθαρση από τα πάθη, που επαναφέρει τον άνθρωπο στο αρχαίο, φυσικό του κάλλος. Ο Ιγνάτιος, ο Ειρηναίος και ο Μ. Αθανάσιος είχαν προηγηθεί επ᾽ αυτού του θέματος. Όμως με τον Μ. Βασίλειο αναλύεται και διαπιστώνεται η δυνατότητα του ανθρώπου να «σχετιστεί» με το Άγιο Πνεύμα, αφού στη «θεοπτία» του ο Παράκλητος φανερώνει στον πιστό τη θεία πραγματικότητα: το Άκτιστο Φως. Έτσι η πνευματοφόρος ψυχή ελλάμπεται και τότε φωτίζει και παραστέκεται ενεργά και σε άλλες ψυχές.