του π. Δημητρίου Μπόκου

Ο καλός Σαμαρείτης (στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής Η΄ Λουκά) είναι ο Χριστός.
Κατέρχεται από την Άνω Ιερουσαλήμ, διότι ευδόκησε «ουκ εκ Σαμαρείας, αλλ’ εκ Μαρίας σαρκωθήναι». Έρχεται στην Ιεριχώ, στη γη του βασανισμού και του πόνου, όπου βρίσκεται ημιθανής ο άνθρωπος, «δεινώς πληγωθείς» από τους νοητούς ληστές-δαίμονες, που έχουν συλήσει τον νου του.

Έχει χάσει πλέον ο άνθρωπος τη δυνατότητα να σκέπτεται και να βαδίζει ορθά. Κείται «γυμνός αρετών εν τη του βίου οδώ». Ολόκληρος, ψυχή και σώμα, είναι μια μεγάλη πληγή. «Μέγα τραύμα ο άνθρωπος». Δεν μπορεί να τον βοηθήσει, «διά το ανίατον», ούτε ο ιερεύς ούτε ο λευΐτης. Ούτε άνθρωπος ούτε άγγελος. Μόνο ο Θεός γίνεται αυτεπάγγελτος βοηθός του, χρησιμοποιώνταςδύο μόνο, αλλά αναγκαιότατα πράγματα για τη θεραπεία του:«Έλαιον και οίνον».Το πρώτο υποδηλοί την αγάπη,την απέραντη ευσπλαχνία που έφερετον Θεό από τον ουρανό στη γη. Το δεύτερο συμβολίζει το ζωοποιό και πανάχραντο αίμα του, που από τον σταυρό έρρευσε στην καρδιά του πληγωμένου από την αμαρτία ανθρώπου. 
Απ’ το πανάρχαιο βαθύ παρελθόν ο φιλάνθρωπος Κύριος μετέρχεται ποικίλους τρόπους, για να προκαταγγείλει «την μέλλουσαν έσεσθαι σωτηρίαν». Η αναγωγή του οίνου στο αίμα του Χριστού και η δι’ αυτού σωτηρία υποτυπώνεται σκιωδώς και στο ακόλουθο περιστατικό:
Ο πατριάρχης Ιακώβ,υπέργηρος, εκατόν σαράντα επτά ετών, βρίσκεται στην επιθανάτια κλίνη του. Καλεί τους δώδεκα γιούς του, να τους δώσει την τελευταία ευλογία του.

Παραβλέποντας τους πρώτους τρεις, Ρουβήν, Συμεών και Λευΐ, επειδή είχαν περιπέσει σε σοβαρά παραπτώματα, μεταφέρει τη μεγάλη ευλογία των πρωτοτοκίων στον τέταρτο γιο του, τον Ιούδα. Προφητεύει ότι η φυλή του θα ηγηθεί του Ισραήλ και από αυτήν θα προέλθει ο Μεσσίας-Χριστός. Περιγράφει την παραδεισιακή κατάσταση που θα επικρατήσει, όταν θα βασιλεύσει ο αναμενόμενος Χριστός: «Θα είναι τόση η ευτυχία και ευφορία τότε, που θα δένεται ο όνος στην άμπελο (στο κλήμα) και ο πώλος της όνου στην έλικα του κλήματος. Θα πλένει με οίνο τη στολή του και με το αίμα της σταφυλής την περιβολή του»(Γεν. 49, 1-11).
Τα λόγια αυτάυποκρύπτουν, κατά την πατερική διδασκαλία, αναφορά στο σωτηριώδες αίμα του Χριστού. Δηλώνεται με αυτά, ότι μέλλει ο Χριστός «τω αίματι αυτούαποπλύνειν τους πιστεύοντας αυτώ».

Η πρόρρηση ότι θα πλύνει με αίμα σταφυλής (οίνο) τη στολή του, προαναγγέλλει το πάθος που εκούσια θα υποστεί,«δι’ αίματοςκαθαίρων τους πιστεύοντας αυτώ».Το Άγιο Πνεύμα διά του Ιακώβ ονομάζει στολή του Χριστούόσους πιστεύουν σ’ αυτόν,«τους δι’ αυτού άφεσιν αμαρτιών λαβόντας».Και τούτο, επειδή ο Χριστός είναι παρών σ’ αυτούς πάντοτε. Και τώρα (δυνάμει) και πολύ περισσότερο και φανερότερα κατά τη Δευτέρα Παρουσία του (άγιος Ιουστίνος, Διάλογος προς Τρύφωνα, 54).