Γράφει η Βιργινία Δ. Χαμουδοπούλου-Κωνσταντινίδου, Ἱστορικός

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης μας βεβαιώνουν ότι ο Άγιος Βασίλειος είχε ελλάμψεις και πως ό,τι θεολόγησε ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής του κατοικήσεως στο Άγιο Πνεύμα και επομένως της προσεγγίσεώς του στην Αλήθεια.

Επίσης ο Μ. Βασίλειος απέδειξε ότι ο φωτισμός ενός μεγάλου θεολόγου-Πατέρα εναρμονίζεται με την έως τότε Εκκλησιαστική Παράδοση, την οποία τη συμπληρώνει πνευματικά. Έτσι ο Μ. Βασίλειος εισέρχεται από το γράμμα στο πνεύμα της Γραφής. Από τότε οι Άγιοι Πατέρες προχωρούν στο «άδυτο» και «απόρρητο» της Γραφής, ώστε να χαριτωθούν με ευρύτερη εμπειρία-γνώση της αλήθειας και να ελλαμφθούν ώστε να μπορούν να δώσουν σωτήριες απαντήσεις.

Έχει γραφεί ότι «ο Μ. Βασίλειος ανήκει στα ρηξικέλευθα πνεύματα της ιστορίας, που δημιουργούν την ιστορία και την ορίζουν».

Ο Μέγας Καππαδόκης Πατέρας κοιμήθηκε σε ηλικία 49 ετών στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Την 1η Ιανουαρίου 379 κηδεύτηκε με πρωτοφανείς εκδηλώσεις από πλήθος πιστών. Η σορός του πέρασε από τους δρόμους της Καισάρειας, όπου είχαν συρρεύσει πλήθη πιστών και εκτός Καππαδοκίας.

Σήμερα επάνω στον τάφο του Άγιου Πατέρα έχει στιθεί τζαμί, στο οποίο, όσοι κατορθώσουν να μπουν μέσα, αισθάνονται μία αόρατη «θεία» παρουσία.

Από τον 11ο αι. ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων (της Καππαδοκίας) Ιωάννης Μαυρόπους όρισε τον κοινό εορτασμό των «Τριών Ιεραρχών» στις 30 Ιανουαρίου. Ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος Θεολόγος και ο Ιωάννης Χρυσόστομος αποτίμησαν θετικά την αρχαία ελληνική σοφία χωρίς να της προσδώσουν τον σωτηριολογικό χαρακτήρα, που ανήκει στον Χριστιανισμό, ως απάντηση στη λυτρωτική αναζήτηση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Οφείλονται πολλά στους «Μέγιστους φωστήρες της τρισηλίου θεότητος», δια των οποίων «ο καλός καγαθός» των Αρχαίων μεταβλήθηκε σε «κατά χάρη θεό», δηλαδή σε Άγιο. Το πλούσιο πνευματικό έργο των Αποστόλων και Αγίων του 1ου αι. το ολοκλήρωσαν οι Μεγάλοι Πατέρες και οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι του 4ου αι. μ.Χ.

Ριζωμένος από αιώνες ήταν ο Ελληνορθόδοξος πολιτισμός που ξεριζώθηκε από τα άγια χώματα της Μ. Ασίας με την καταστροφή της Σμύρνης (1922) και την ανταλλαγή των πληθυσμών (1924).

Ωστόσο η βαθύτερη προσέγγιση στη «μυστική» ιστορία της Τουρκίας μας φανερώνει ότι το σημερινό πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό χάος, η γενική σύγχυση, η οποία καλύπτεται από έναν επιβαλλόμενο στρατιωτικό εθνικισμό σ᾽ αυτή τη χώρα, οφείλεται, κατά ένα μέρος, στην έλλειψη της κοινωνικής και πολιτιστικής σταθερότητας που εξασφάλιζε στην Τουρκία η ελληνική παρουσία στα Μικρασιατικά εδάφη.

Τον 11ο αι. οι Τούρκοι εμφανίστηκαν στα ανατολικά εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήσαν ημιάγριες και απολίτιστες νομαδικές φυλές κτηνοτρόφων, που ζούσαν με τον πόλεμο και την αρπαγή. Προέρχονταν από τη Μογγολία και τη Βόρειο Κίνα. Ήδη από τον 3ο και 5ο αι. μ.Χ. η Ευρώπη είχε δοκιμασθεί από ένα Τούρκικο κλάδο, τους Ούνους.

Το 1229 οι Οθωμανοί Τούρκοι, με έδρα την Προύσα, κατέλυσαν το Σουλτανάτο των Σελτζούκων Τούρκων, που είχαν προηγηθεί στην κατάκτηση ανατολικών εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι μέθοδοι της ταχείας επεκτάσεως των Τούρκων μας είναι γνωστές από τα σχολικά μας χρόνια: Παιδομάζωμα, Γενίτσαροι, βίαι εξισλαμισμοί, αρπαγές κ.ά.

Ωστόσο παραμένει ιστορικό αίνιγμα το πώς 4.000 τούρκικες οικογένειες κατόρθωσαν μέσα σε δύο αιώνες (13ος-15ος αι.) να αλλάξουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της Μ. Ασίας, μιας περιοχής στην οποία κατοικούσαν 20 περίπου εκατομμύρια ελληνόφωνοι χριστιανοί.

Ο αείμνηστος τουρκολόγος Νίκος Χειλαδάκης στο βιβλίο του «Μυστική Τουρκία» (εκδ. «Αρχέτυπο», 2002), μας δίνει ορισμένες ιστορικές απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα:

1) Οι χωρικοί της Μ. Ασίας, στις μακρινές από τη Βασιλεύουσα ανατολικές περιοχές, δεν είχαν τη δέουσα ελληνορθόδοξη παιδεία ώστε να αντισταθούν αποτελεσματικά στους εισβολείς, οι οποίοι πολεμούσαν στο όνομα της ισλαμικής πίστεως, μιας θρησκείας συγγενούς προς τον Χριστιανισμό.

2) Οι Μικρασιάτες, μετά την Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204, είχαν κακή εμπειρία από τις δυτικές επιδρομές. Η φράγκικη εξουσία τους ήταν απεχθής και ξένη προς τη δική τους ταυτότητα.

3) Οι αιρέσεις είχαν δημιουργήσει αμφιβολίες και καχυποψίες ως προς την αλήθεια του ορθοδόξου δόγματος. Η περίοδος της Εικονομαχίας (7ος-9ος αι.) είχε δημιουργήσει αμφισβητήσεις στους απλούς ανθρώπους, που δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν το ύψος ενός Ιωάννη Δαμασκηνού και άλλων Πατέρων.

4) Οι χωρικοί της Μ. Ασίας του 11ου αι. δεν είχαν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας αντιμετωπίζοντας συγχρόνως, είτε ως στρατιώτες είτε ως γεωργοί, το μέγιστο βάρος της Μουσουλμανικής πίεσης, παράλληλα προς τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς την Αυτοκρατορία.

5) Ανάμεσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το Μουσουλμανικό Χαλιφάτο γίνονταν πολλοί προσηλυτισμοί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Άλλωστε το Κοράνιο υποσχόταν έναν Παράδεισο γεμάτο από υλικά αγαθά. Το περιβάλλον του Βυζαντινού Αυτοκράτορα επικεντρωμένο στα σοβαρά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα της Αυτοκρατορίας, ίσως δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή μπροστά στην εκούσια προσχώρηση χριστιανών στο πολλά υποσχόμενο Ισλάμ. 

Ο ιστορικός Δ. Κυδώνης (14ος αι.) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «κάθε μέρα χείμαρρος χριστιανών οδηγούνται στην αποστασία». Πολλά μοναστήρια είχαν ερημώσει.

Θεωρείται ότι το ανθρώπινο στήριγμα και η ελίτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προερχόταν κατά τα τέσσερα πέμπτα από ελληνόφωνους Ρωμηούς του Ανατολικού Βυζαντίου, οι οποίοι είχαν προσχωρήσει στο Ισλάμ είτε από δική τους επιλογή είτε επειδή εξαναγκάστηκαν. Πάντως η Ορθοδοξία δεν εθεωρείτο ως θρησκεία εχθρική προς το Ισλάμ.

Ο Νίκος Χειλαδάκης διατυπώνει την άποψη ότι αν τότε η Βυζ. Αυτοκρατορία είχε φροντίσει να προλάβει τον γλωσσικό αφελληνισμό, δια της ενισχύσεως των ελληνικών γραμμάτων στα ανατολικά εδάφη, όπως και αν είχε μεταφράσει στα ελληνικά για όλους το Κοράνιο, το ξένο προς τον ευαγγελικό λόγο, ίσως θα είχε πετύχει να διατηρήσει την ελληνορθόδοξη συνείδηση στις κατακτημένες από τους Μουσουλμάνους ανατολικές επαρχίες, όπως έγινε στην περιοχή του Πόντου, βόρεια της Καππαδοκίας.

Ωστόσο στη Μ. Ασία, όπου ο Χριστιανισμός έλαβε ελληνικό χαρακτήρα, που τον ακολούθησε έκτοτε όλη η Ανατολική Μεσόγειος, μεγαλούργησαν πολλοί Άγιοι και μεγάλοι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στη Μικρά Ασία συναντήθηκε, επίσης, το εσωτερικό πνεύμα της Ορθοδοξίας με το εσωτερικό πνεύμα του Ισλάμ. Η συνύπαρξη αυτή ήταν φυσικό να προκαλέσει ορισμένους διαλόγους μεταξύ τους, δεδομένου ότι το Κοράνιο εμπεριέχει κεφάλαια που αναφέρονται σε γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης των Εβραίων (Αδάμ, Αβραάμ, Ισαάκ, Ιωσήφ, Μωυσής κ.ά.). Τον Ιησού Χριστό, τον οποίον αποκαλεί «υιόν της Μαρίας», τον δέχεται ως Προφήτη και δέχεται ότι γεννήθηκε υπερφυσικά, αλλά με τη δύναμη του Αλλάχ! Το Κοράνιο δεν δέχεται τα Πάθη του Ιησού, ούτε την Ανάστασή Του. Επίσης δεν δέχεται την Ανάληψή Του στους ουρανούς ενώπιον των Μαθητών Του. Τον κατακλυσμό του Νώε, τον πνιγμό του Φαραώ και άλλα γεγονότα της Π. Διαθήκης, όπως και τα φυσικά φαινόμενα (κεραυνούς, καταιγίδες κ.λπ.), τα θεωρεί ως θαύματα του Αλλάχ!

Τον Μωάμεθ, τον δημιουργό της Ισλαμικής θρησκείας, που εναντιώθηκε στην ειδωλολατρία των Αράβων, το Κοράνιο τον θεωρεί ως ένα φυσικό πρόσωπο προικισμένο με ευφυία, μνήμη, τόλμη και μια υπερευαισθησία, στην οποία οφείλονταν οι καταθλίψεις του και οι εκστάσεις του.

Το Κοράνιο συντάχθηκε αμέσως μετά τον θάνατο του Μωάμεθ (7ος αι.) εμπεριέχοντας ρητά, νουθεσίες και αποφθέγματά του, τα οποία σημείωναν οι ακροατές του, είτε τα αποστήθιζαν. Με βάση την δια των όπλων εξάπλωση της θρησκείας του, ο Μωάμεθ εξεστράτευσε εναντίον διαφόρων χωρών με τη βοήθεια στρατού, ο οποίος είχε συγκροτηθεί από τους πιστούς του. Ο Μωάμεθ έφυγε από τη ζωή το 632 στη Μεδίνα αφήνοντας πίσω του εννέα συζύγους. Σημειωτέον ότι δίδασκε ότι οι πιστοί του επιτρέπεται να έχουν έως τέσσερις συζύγους. Έναν αιώνα μετά τον θάνατο του Μωάμεθ το μουσουλμανικό Κράτος, ο «Οίκος του Ισλάμ», απλωνόταν από τα Πυρηναία έως τα Ιμαλάια.

Το χριστιανικό Βυζάντιο, διαπιστώνοντας την επιθετική ορμή της νέας θρησκείας, παρουσίασε πλήθος από θεολογικές πραγματείες, υψηλού πνευματικού περιεχομένου, υπό τύπον «διαλόγου» μεταξύ του Ισλάμ και του Χριστιανισμού.

Ωστόσο έγιναν και πραγματικές συζητήσεις μεταξύ εκπροσώπων των δύο θρησκειών.

Κατά τους πρώτους αιώνες η στάση του Βυζαντίου ήταν απαξιωτική έναντι του Ισλάμ.