Του Σταύρου Γουλούλη, δρος Βυζαντινής Τέχνης

 

Στις 26/4/2016 υπήρξε μια ευχάριστη έκπληξη από την κυβέρνηση. Μάθαμε ότι σχεδιάζεται η καθιέρωση της 20ής Μαΐου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας και Ελληνοφωνίας, υποθέτοντας ότι εννοούν διαχρονικώς. Αν ερευνήσει κανείς τις ημέρες μνήμης που ο ΟΗΕ τιμά, θα βρει ημέρες διάδοσης πολλών μεγάλων γλωσσών (ρωσικής, κινεζικής, ισπανικής…). Η ελληνική έλειπε…

Η επιλογή της 20ής Μαΐου έγινε λόγω της ημέρας ενάρξεως των εργασιών της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια, το 325, όταν πέρασε επίσημα η ελληνική ορολογία και γλώσσα στην Οικουμενική Εκκλησία και μέσω αυτής στον κόσμο. Πιστεύω ότι είναι ορθή επιλογή και οι εισηγητές, που αγνοώ ποιοι ήταν, αξίζουν συγχαρητήρια, διότι τότε δημιουργήθηκε ο κόσμος όπου ζούμε εμείς. Ο Σωκράτης και οι συν αυτώ απέχουν πιο πολύ… Η γλώσσα της Εκκλησίας σηματοδότησε έκτοτε την καλύτερη εκδοχή της παράλληλης πορείας ελληνισμού και χριστιανισμού.

Ελληνοχριστιανισμός. Οι δύο φορείς δεν ενώθηκαν ή ταυτίσθηκαν, απλώς συμβαδίζουν στους αιώνες. Πάνε μαζί, για χάρη του κόσμου, όπως πάει το λάδι με το ξίδι στην παραδοσιακή σαλάτα. Ούτε μόνο λάδι ούτε μόνο ξίδι…

Στον ίδιο ελληνορρωμαϊκό πολιτισμό υπήρχαν και τα λατινικά με ελληνικό αλφάβητο και ανάλογες επιδράσεις, αλλά δημιούργησαν άλλη φιλοσοφία. Ενώ η ελληνική ήταν η γλώσσα της φιλοσοφίας, των επιστημών, της τέχνης και της λογοτεχνίας, η λατινική ήταν η γλώσσα της διπλωματίας/πολέμου, της πολιτικής και της Νομικής. Περισσότερο ρεαλιστές, οι Ρωμαίοι αξιοποίησαν με τη γλώσσα όλους τους πρακτικούς σκοπούς που έθεταν, ενώ οι Έλληνες ήταν πιο υπαρξιστές. Τους ενδιέφερε η φιλοσοφία, η αλήθεια. Έτσι, με τον Χριστιανισμό, του οποίου τα πρώτα ιερά κείμενα γράφηκαν στην ελληνική, διαδόθηκε ακόμη περισσότερο η ελληνιστική κοινή, η γλώσσα του Ευαγγελίου, με όλες τις οντολογικές και υπαρξιακές εκφάνσεις.

Η ελληνική γλωσσική ακρίβεια δημιούργησε θησαυρό υπαρξιακών-θεολογικών εννοιών, στις οποίες η αλήθεια περί Θεού και όντων πλησιάζει τα ανθρώπινα νοητικά όρια. Γι’ αυτό γίνεται λόγος για όρους πίστεως και όχι για δόγματα, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη νομικίζουσα Δύση. Όπου οι νέοι κάτοικοι, πρώην βάρβαροι, αμόρφωτοι, νόμισαν ότι μπορούσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από την πλούσια γλώσσα της ελληνικής Ανατολής. Έκτοτε πολλά παρεξήγησαν. Ομοίως και στην Ανατολή, οι αντιχαλκηδόνιοι απέρριψαν στην ουσία την ελληνική…

Τα χρόνια πέρασαν και η πλούσια γλωσσική μας παράδοση σιγά-σιγά περιθωριοποιήθηκε, έγινε έρμαιο αλλόγλωσσων εισβολών (αραβικά, τουρκικά, σλαβικά, ιταλικά), όχι όμως στο λεξιλόγιο ολκής, αλλά στο καθημερινό. Ακόμη και η μορφή της άλλαξε, το αλφάβητο, που έγινε λατινικό στη φραγκολεβαντίνικη. Αλλά και οι ευρωπαϊκοί λαοί βρήκαν μια ανορθόδοξη προφορά της αρχαίας ελληνικής, που διδάσκονται από τον 15ο αιώνα από το πρωτότυπο, με τη λεγόμενη ερασμιακή προφορά. Όποιος μάθει με αυτή τα αρχαία δεν μπορεί να καταλάβει νέα ελληνικά και το αντίθετο.

Η περιθωριοποίηση προκάλεσε περαιτέρω αμυντικές τάσεις. Οι Έλληνες λόγιοι γύρω από τον μοναδικό τότε αυτοδιοίκητο χώρο, την Εκκλησία, με παράδοση εκατονταετιών, προσέβλεπαν πρώτιστα στην αρχαία γλώσσα, την οποία άλλοι λαοί έδρεπαν.

Η ελληνική γλώσσα, ιδίως η αρχαιοελληνική εκδοχή της, μπορεί να σταθεί στον σύγχρονο κόσμο, όπου μόνο με καλά ελληνικά, στηριζόμενα ασφαλώς στα αρχαία, μπορεί ο Ελληνας να συμμετέχει σε ένα παγκόσμιο γλωσσικό φαινόμενο που συνεχώς αναπλάθεται. Όχι με εθνικισμούς, αλλά ούτε και με ξενομανία, μίμηση ξένων γλωσσών και υποτίμηση της ελληνικής. Μόνον έτσι μπορεί να αποκτήσει παγκόσμια συνείδηση. Να δεχθεί να δώσει και να πάρει.

Σήμερα σχηματίζεται κυρίως μέσω της αγγλικής μια νέα υπερ-γλώσσα, η οποία περιέχει κάθε νέο όρο που δημιουργείται. Η ελληνική είναι μέσα στα πράγματα. Ακόμη κι αν μιλάμε αγγλικά, ξέρουμε ότι η μισή, ας πούμε, γλώσσα είναι ελληνική, η οποία επιβιώνει και με αυτόν τον τρόπο. Μη νομίζουμε ότι είμαστε το παν. Στον σύγχρονο κόσμο, τον παγκοσμιοποιημένο, θέλουμε, δεν θέλουμε, όλοι συνεργάζονται με κοινά σημεία αναφοράς. Θα καταλαβαίναμε αυτό το λάθος αν οι αγγλόφωνοι, που η γλώσσα τους κυριαρχεί, μας έλεγαν ότι αυτοί υπάρχουν και κανένας άλλος. Ουδείς στο όνομα οποιασδήποτε αξίας δεν μπορεί να το «παίζει» ανώτερος, με τάση να διαφεντεύει τη ζωή μας. Αρκετά λοιπόν με το παρελθόν μας. Αλλού είναι η αξία του, στο διαρκές γίγνεσθαι, και μπορούμε να το αξιοποιήσουμε μέχρι και οικονομικά. Άλλωστε οι αγγλόφωνοι αυτό κάνουν.