Την ανασύνταξη όλων των δυνάμεών της θα επιδιώξει τη νέα χρονιά η Εκκλησία της Ελλάδος, με στόχο τη στήριξη των παραδόσεων του λαού, αλλά και την ενίσχυση του κοινωνικού της ρόλου. Παράλληλα, θα επιδιώξει την αξιοποίηση της περιουσίας της, για να επεκτείνει τις δράσεις της σε όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα -ανεξάρτητα από την καταγωγή τους- και κυρίως προς τα παιδιά.

 

Εκκλησιαστική περιουσία

Ήδη μετά την αποπομπή του Νίκου Φίλη και την καλή σχέση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα και του Αρχιεπισκόπου κ. Ιερώνυμου, το 2017 αναμένεται να είναι η χρονιά που θα «ξεμπλοκάρουν» πολλά θέματα τα οποία παραμένουν σε εκκρεμότητα δεκαετίες τώρα.

Επιχειρηματίες από το Κατάρ, τη Ρωσία αλλά και ποδοσφαιρικές ομάδες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να επενδύσουν σε ακίνητα που ανήκουν στην Εκκλησία. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα όλα παραμένουν στάσιμα, με άμεσες επιπτώσεις στο κοινωνικό της έργο.

Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (ΕΚΥΟ), επίσκοπο Σαλώνων Αντώνιο Αβραμιώτη, «αυτή την περίοδο, παρά το ενδιαφέρον, όλα παραμένουν στάσιμα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις και εμπόδια, για την άρση των οποίων, αν χρειαστεί, θα προσφύγουμε και στα ευρωπαϊκά δικαστήρια».

Παρά τα εμπόδια, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος το τελευταίο διάστημα προσπαθεί να ενεργοποιήσει την εταιρεία που είχε συσταθεί επί κυβερνήσεως Σαμαρά, το 2014. Τότε, και σε μια προσπάθεια να τονωθούν τα οικονομικά της Εκκλησίας, λόγω και της ανάγκης αύξησης της προσφοράς κοινωνικού έργου εξαιτίας της κρίσης, Αρχιεπισκοπή και κυβέρνηση είχαν συμφωνήσει στη δημιουργία της Εταιρείας Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας Α.Ε. (ΕΑΕΑΠ), με ποσοστά συμμετοχής 50% αντίστοιχα. Τότε είχε συμφωνηθεί το 50% των εσόδων να πηγαίνει στην Εκκλησία και το άλλο 50% στο κράτος.

Από τότε, το όλο εγχείρημα δεν έχει προχωρήσει και εξαιτίας των κακών σχέσεων που είχε η Εκκλησία με το υπουργείο Παιδείας. Με την απομάκρυνση Φίλη, το θέμα επανήλθε στις συζητήσεις με την κυβέρνηση. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι κ. Φλαμπουράρης και Σπίρτζης είναι τα δύο στελέχη της κυβέρνησης με τα οποία η Εκκλησία επιθυμεί να προωθήσει την υλοποίηση της αρχικής συμφωνίας.

Οι επενδύσεις που μπορούν να έχουν άμεσα αποτελέσματα είναι η αξιοποίηση οικοπέδου τριών στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, όμως εδώ και 28 χρόνια παραμένει αναξιοποίητο, αφού ο Δήμος Αθηναίων δεν επιτρέπει παρεμβάσεις, αν και δικαστικά η Εκκλησία έχει δικαιωθεί. Ο δήμος προσφέρει στην Εκκλησία 2,9 εκατ. ευρώ, για δική του χρήση, όταν σύμφωνα με τον κ. Αβραμιώτη η αντικειμενική αξία του οικοπέδου ανέρχεται στα 7,9 εκατ. ευρώ. Η ΕΚΥΟ φέρεται αποφασισμένη να προσφύγει στα ευρωπαϊκά δικαστήρια κατά του δήμου, αλλά και κατά παντός υπευθύνου. Ενδιαφέρον υπάρχει και από τον Παναθηναϊκό, ενώ υπήρχε σχέδιο και για κατασκευή πάρκινγκ.

Η Αρχιεπισκοπή ενδιαφέρεται άμεσα για την αξιοποίηση οικοπέδου και στη Δεινοκράτους, με σκοπό να κατασκευάσει εκεί ειδικούς χώρους, όπου θα στεγαστούν η βιβλιοθήκη της Συνόδου, το ιστορικό αρχείο και μουσείο έργων τέχνης.

Όμως το μεγάλο στοίχημα για την Εκκλησία είναι η αξιοποίηση έκτασης 42 στρεμμάτων απέναντι από τον Αστέρα Βουλιαγμένης, για την οποία υπήρχε ενδιαφέρον από το Κατάρ.

Προς αξιοποίηση είναι και 250 στρέμματα στη περιοχή Φασκομηλιάς, μετά τη λίμνη της Βουλιαγμένης.

Σημαντική είναι και η αξιοποίηση του καταλύματος των Λεγραινών, όπου στις περιοχές Χάρακα και Άσπρο Λιθάρι υπάρχουν συνολικά 7.500 στρέμματα. Για την περιοχή αυτή το ενδιαφέρον προέρχεται από Ρώσους επιχειρηματίες, οι οποίοι ενδιαφέρονται να επενδύσουν στην καλλιέργεια αρωματικών φυτών. Ωστόσο, η κατάσταση εκεί (ιδιοκτησιακό καθεστώς) θα ξεκαθαρίσει μετά την ολοκλήρωση του Κτηματολογίου.

Για τον κ. Ιερώνυμο θα ήταν σημαντικό εάν στην περιοχή Βαρνάβα προχωρούσε η αξιοποίηση 130 στρεμμάτων που ανήκουν στην Αρχιεπισκοπή. Το όνειρο του Αρχιεπισκόπου είναι ανέγερση μιας σειράς φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν κέντρα αποκατάστασης ατόμων με ειδικές ανάγκες, αποθεραπείας χρηστών και αντιμετώπισης βαρέων νοσημάτων.

Προς αξιοποίηση είναι και έκταση στο Σχιστό, την οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι φορείς για την κατασκευή εργοστασίου επεξεργασίας σκουπιδιών. Για την αξιοποίηση όλων των εκτάσεων η ΕΚΥΟ προσπαθεί το τελευταίο διάστημα να προωθήσει νέα σχέδια ανάπτυξης, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να υπάρχει κοινή δράση με την κυβέρνηση και τους δήμους, παρά το γεγονός ότι, όπως λέει ο διευθυντής της, κ. Αβραμιώτης, η υπηρεσία κατέβαλε πέρυσι ΕΝΦΙΑ 1.800.000 ευρώ.

Πόσο εύκολο όμως είναι να προωθηθούν αυτά τα σχέδια και να ξεκαθαρίσει το τοπίο; Η αλήθεια είναι ότι σήμερα δύσκολα μπορεί κάποιος να προσδιορίσει την περιουσία της Εκκλησίας.

Χαρακτηριστικό του αλαλούμ που επικρατεί είναι η δικαστική διαμάχη μεταξύ της Μητρόπολης Φθιώτιδας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη Δυτική Αττική για εκτάσεις τις οποίες διεκδικεί χρόνια τώρα. Η Μητρόπολη διεκδικεί δημόσιες και ιδιωτικές εκτάσεις στα διοικητικά όρια των Δήμων Περιστερίου, Πετρούπολης και Χαϊδαρίου. Μάλιστα, για το θέμα είχε γίνει σύσκεψη στην Αθήνα υπό την προεδρία του τότε υπουργού Εσωτερικών, Παναγιώτη Κουρουμπλή, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι δήμαρχοι των περιοχών που εμπλέκονται, εκπρόσωποι φορέων και υπηρεσιακοί παράγοντες. Η σύσκεψη είχε ως στόχο τον κοινό συντονισμό των δράσεων ενόψει της δίκης, ενώ, όπως αποφασίστηκε, θα γίνει ακόμη μία συνάντηση και κινητοποιήσεις τις επόμενες ημέρες.

Η σύσκεψη προκάλεσε την οργή του Μητροπολίτη Φθιώτιδος Νικόλαου, ο οποίος με ανακοίνωσή του ανέφερε: «Πρέπει να καταλάβουν οι γνωστοί πολιτικοί ότι με τέτοιου είδους τραμπουκισμούς δυσχεραίνουν την ήδη βεβαρημένη θέση τους και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου, καταλύοντας με τον τρόπο αυτό κάθε αξία, χάριν των πολιτικών συμφερόντων τους». Σε αυτούς τους δήμους η Μητρόπολη διεκδικεί ακόμη και πλατείες, αλλά και χώρους έντονης οικιστικής ανάπτυξης.

 

Η περιουσία

Η Εκκλησία αυτή τη στιγμή εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης περίπου 1.400 ακινήτων σε όλη τη χώρα, με το 41% αυτών να είναι οικόπεδα, 34% κτίρια ή διαμερίσματα και 25% αγροτεμάχια. Από το σύνολο της έκτασης της Ελλάδας, στην Εκκλησία ανήκουν 1.292.300 στρέμματα δασικών και γεωργικών εκτάσεων, καθώς και βοσκότοποι. Το 48% των ακινήτων βρίσκεται σε Αθήνα και Πειραιά, το 24% στη Θεσσαλονίκη και το υπόλοιπο σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Συνολικά, η Εκκλησία διαθέτει 732.000 βοσκότοπους, 367.000 δασικές εκτάσεις και 189.000 γεωργικές. Περίπου 400.000 στρέμματα χαρακτηρίζονται «διακατεχόμενα», για τα οποία οι αποφάσεις θα ληφθούν μετά την οριστική εφαρμογή του Κτηματολογίου. Οι δασικές εκτάσεις της Εκκλησίας είναι μεν σημαντικές, αλλά η αξιοποίησή τους είναι προς το παρόν αδύνατη λόγω αυστηρών δεσμεύσεων.
 

Αναλυτικά ανά νομό οι δασικές εκτάσεις:

Χαλκιδική: 86.330 δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων. Τρίκαλα: 41.110 στρ. δάσους, 23.850 στρ. δασικής έκτασης και 22.840 στρ. χορτολιβαδικής. Μαγνησία: 31.460 στρ. δάσους, 5.490 στρ. δασικής έκτασης και 3.340 στρ. χορτολιβαδικής. Αττική: 33.860 στρ. δάσους, 6.500 στρ. δασικής έκτασης και 20.570 στρ. χορτολιβαδικής. Αχαΐα: 20.670 στρ. δάσους, 1.680 στρ. δασικής έκτασης και 1.060 στρ. χορτολιβαδικής. Εύβοια: 17.890 στρ. δάσους, 1.670 στρ. δασικής έκτασης και 2.120 στρ. χορτολιβαδικής. Κορινθία: 15.310 στρ. δάσους, 500 στρ. δασικής έκτασης και 20.179 στρ. χορτολιβαδικής. Φωκίδα: 9.980 στρ. δάσους, 1.350 στρ. δασικής έκτασης και 1.050 στρ. χορτολιβαδικής. Οι μικρότερες εκκλησιαστικές εκτάσεις βρίσκονται σε νομούς όπως η Μεσσηνία, η Φθιώτιδα, η Πέλλα και η Ηλεία.
 

Τα πλουσιότερα μοναστήρια

Μονή Οσίου Λουκά Φλαμουρίου Μαγνησίας: Διαθέτει δύο δάση, ανάμεσα στα οποία είναι χτισμένα δύο γνωστά χωριά του Νομού Μαγνησίας. Στην κυριότητά της βρίσκονται στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και πολυκατοικίες στον Βόλο.

Μονή Οσίου Λουκά: Το μοναστήρι ανήκει στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας και διαθέτει ιδιόκτητο ξενοδοχείο στην Αθήνα, αγρόκτημα και εκατοντάδες στρέμματα χωραφιών.

Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Μετεώρων (Μεγάλο Μετέωρο): Ιδιοκτήτης δασικών εκτάσεων, χωραφιών και αστικών ακινήτων σε Αθήνα, Τρίκαλα και Καλαμπάκα.

Μονή Ασωμάτων Πετράκη στην Αθήνα: Από το 1795, όταν η Μιχριζάχ σουλτάνα και σύζυγος του Μουσταφά του Γ’ της παραχώρησε εκτάσεις στα παράλια της Αττικής, στην Αθήνα και σε ολόκληρη την Αττική, αποτελεί ένα από τα πλουσιότερα μοναστήρια της χώρας. Μετοχές, σπίτια, καταστήματα και δεκάδες στρέμματα στη Βουλιαγμένη αποτελούν μέρος της περιουσίας της.

Στα Καλάβρυτα, οι δύο μονές, Αγίας Λαύρας και Μεγάλου Σπηλαίου, διαθέτουν πολλά ακίνητα, χωράφια και οικόπεδα, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μεγάλες επενδύσεις, που περιλαμβάνουν ξενοδοχείο και συνεδριακό κέντρο.

 

Τι έχει δώσει η Εκκλησία

Πριν από δύο μήνες, όταν η κόντρα Εκκλησίας και κυβέρνησης είχε φουντώσει, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος απάντησε με ένα βιβλίο με στοιχεία για την εκκλησιαστική περιουσία «στα μυθεύματα του αντικληρικαλιστικού λαϊκισμού».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Εκκλησία, διαχρονικά έχει προσφέρει στην Πολιτεία περί τις 500 χιλιάδες στρέμματα σε όλη τη χώρα, με αντάλλαγμα τη μισθοδοσία του Κλήρου.

Το θέμα της περιουσίας απασχόλησε από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Το 1829 ιδρύθηκε το «Γαζοφυλάκιον», στο οποίο κατετίθεντο χρήματα των κληροδοτημάτων και των μοναστηριών «εις βελτίωσιν του Ιερατείου», αλλά και για την κάλυψη αναγκών των ορφανοτροφείων και των σχολείων.

Το 1833 ο βασιλιάς Οθων ζήτησε την καταγραφή της περιουσίας και την κατάργηση εκατοντάδων μονών, με τα περιουσιακά στοιχεία να περνούν «στην επί των εκκλησιαστικών και της παιδείας Γραμματείαν».

Το 1909 συστάθηκε το Νέο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο για την περισυλλογή της «διασπαθιζομένης εκκλησιαστικής περιουσίας», με σκοπό εκτός των άλλων τη μισθοδοσία των αρχιερέων και των εφημέριων.

Το 1917 δημιουργήθηκε στην ουσία ο ΟΔΕΠ και έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων που ανήκαν σε μονές. Από τότε και μέχρι το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις συνολικής αξίας 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών.

Το 1931 έγινε εκποίηση μεγάλου τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Οι εισπράξεις τοποθετήθηκαν σε χρεόγραφο και χρηματόγραφα.

Το 1952 ζητήθηκε από την Πολιτεία η απαλλοτρίωση της περιουσίας για την αποκατάσταση ακτημόνων. Τότε η Εκκλησία παραχώρησε στο κράτος το 80% της καλλιεργούμενης έκτασης.