Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Οι ατυχείς -εν τη υπερβολή τους- δηλώσεις του υφυπουργού Παιδείας, Κώστα Ζουράρι, ότι «... δεν πειράζει να χάσουμε και μερικά νησιά», προκειμένου να διασώσουμε την ελληνική γλώσσα, δεν εμποδίζουν τη συμφωνία μας με τον νέο υφυπουργό Παιδείας ως προς την ανάγκη διαφύλαξης, προστασίας και βέλτιστης διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε όλα τα επίπεδα της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

Ύστερα από την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τις δηλώσεις αυτές και επί τη βάσει του δεδομένου ενδιαφέροντος της νέας ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένες σκέψεις επί της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας. Κατ’ αρχάς, όμως, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι -εξετάζοντας τη νεότερη ελληνική ιστορία- παρατηρούμε πως η γνώση της ελληνικής γλώσσας δεν συμβαδίζει με την εθνική συνείδηση, χάριν της οποίας οι Έλληνες αγωνίστηκαν για την ελευθερία τους. Επί παραδείγματι, κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας, πολλοί αγωνιστές ομιλούσαν την αλβανική, και μάλιστα η χρήση της ήταν τόσο διαδεδομένη, ώστε στην αυλή του Όθωνα υπήρχαν διερμηνείς. Επίσης, κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, πολλοί αγωνιστές ήταν βουλγαρόφωνοι ή ομιλούσαν «μακεδονικά», ένα ιδίωμα το οποίο περιλάμβανε λέξεις ελληνικής, τουρκικής, ιταλικής και σλαβικής προέλευσης. Το ιδίωμα αυτό, σε συνθήκες εργαστηρίου, επεξεργάστηκαν αργότερα οι Σκοπιανοί, οι οποίοι διαμόρφωσαν μια τεχνητή γλώσσα, τα μακεδονικά, για να στηρίξουν μια τεχνητή εθνική ταυτότητα. Στη Μικρά Ασία, επίσης, συμπαγείς ομάδες ποντιακού πληθυσμού εξισλαμίστηκαν εθελοντικά ήδη από τον 17ο αιώνα και διατηρούν μέχρι σήμερα σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό τη γνώση της ελληνικής, ενώ ταυτόχρονα είναι συνειδητοί μουσουλμάνοι. Μάλιστα, περίπου τρεις χιλιάδες εξ αυτών μεταφέρθηκαν στα Κατεχόμενα της Κύπρου, όπου εξακολουθούν να ομιλούν την πανάρχαιη ποντιακή διάλεκτο. Αντίθετα, οι τουρκόφωνοι Καππαδόκες διέσωσαν την εθνική και θρησκευτική τους συνείδηση. Παράδειγμα, επίσης, της διάστασης μεταξύ της χρήσεως μιας γλώσσας και της αντίστοιχης συνείδησης αποτελεί η εκτεταμένη χρήση της ελληνικής στη γειτονική Αλβανία, χωρίς αυτό να σημαίνει και υιοθέτηση αντίστοιχου φρονήματος από μερίδα του πληθυσμού εκεί. Επίσης, στις ΗΠΑ πολλοί Ελληνοαμερικανοί ομιλούν την ελληνική, αν και έχουν ουσιαστικά ασπαστεί πλήρως την αμερικανική εθνική ιδεολογία και υπηρετούν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις και στις μυστικές υπηρεσίες της υπερδύναμης. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τους Τουρκοκρητικούς της Συρίας και της Μικράς Ασίας, οι οποίοι διατηρούν την ελληνική γλώσσα χωρίς το αντίστοιχο εθνικό φρόνημα. Έχει, όμως, αποδειχθεί ότι η διατήρηση της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστης διαφυλάσσει περισσότερο την ελληνική συνείδηση, ακόμα και εάν έχει λησμονηθεί η μητρική γλώσσα.

Το πρόβλημα με τη διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας είναι ότι πρέπει να βασίζεται στην πολυτυπία. Εκτός, όμως, από πρόβλημα, η πολυτυπία αποτελεί εν ταυτώ πηγή εκφραστικού πλούτου. Για παράδειγμα, λέμε και γράφουμε «το δίχτυ του ψαρά» αλλά και «το σιδηροδρομικό δίκτυο». Λέμε και γράφουμε για «ξεπούλημα» της περιουσίας αλλά και ότι το τάδε διαμέρισμα ή ακίνητο «πωλείται». Συνεπώς, ο μαθητής πρέπει να μπορεί να κλίνει «το δίχτυ, του διχτιού», αλλά και το «δίκτυο, του δικτύου». Πρέπει να κλίνει το ρήμα «πουλώ, πουλιέμαι» αλλά και «πωλώ, πωλούμαι». Πρέπει, επίσης, να γνωρίζει ο μαθητής ότι τόσο η δημοτική όσο και η καθαρεύουσα έχουν επιμέρους αρετές και να μπορεί να αντλεί γλωσσικά στοιχεία και από τις δύο πηγές.

Όπως η καθαρεύουσα διαμορφώθηκε από φιλολόγους και ελληνιστές, κατά τον ίδιο τρόπο και η δημοτική διαμορφώθηκε από ονομαστούς λογοτέχνες και ποιητές. Εξυπακούεται, δε, ότι η γλωσσική επάρκεια των μαθητών πρέπει να επεκτείνεται μέχρι την κατανόηση των λειτουργικών κειμένων της Ορθοδόξου πίστεώς μας. Στη γλώσσα της θείας λατρείας υπάρχουν μερικές εκατοντάδες λέξεων οι οποίες είναι ακατανόητες από τον σύγχρονο πιστό. Για τους λόγους αυτούς εκτιμούμε ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην εξοικείωση των μαθητών με τη νέα ελληνική γλώσσα, η οποία περιέχει στοιχεία δημοτικά και λόγια, και να περιοριστεί η διδασκαλία δύσκολων κειμένων της αττικής διαλέκτου σε εκείνους οι οποίοι θα κατευθυνθούν σε σχολές φιλολογικής κατεύθυνσης.