Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Άκρως σημαντική από ιστορική, θεολογική και γεωπολιτική άποψη κρίνεται η παρουσία εκπροσώπων της πανεπιστημιακής κοινότητας και της Εκκλησίας της Ελλάδος στον 6ο γύρο της κοινής συνεδρίασης του Διεθνούς Κέντρου Διαθρησκειακού Διαλόγου με την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία (20-21/2/2017).

Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος εκφώνησε ομιλία με θέμα «Ισλάμ και Ορθόδοξος Χριστιανισμός», η οποία, παρά τον εισαγωγικό της χαρακτήρα, συμβάλλει θετικά στην επαναπροσέγγιση με το Ιράν και ό, τι αυτό εκπροσωπεί. Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως αναφέρθηκε δι’ ολίγων και στις «δολοφονικές επιθέσεις εναντίον αθώων πολιτών στο όνομα του Ισλάμ» στην «... αίσθηση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ότι η καταδίκη των τρομοκρατών... δεν έχει ούτε την ένταση ούτε την ειλικρίνεια αλλά, κυρίως, ούτε την αποφασιστικότητα που θα έπρεπε». Δεν παρέλειψε, όμως, να αναφερθεί στην «...υποκρισία της Δύσεως, η οποία αδυνατεί να ξεπεράσει με ειλικρίνεια τις παλιές αποικιοκρατικές αντιλήψεις και τακτικές της». Ο Μητροπολίτης Άνθιμος έκανε μνεία επίσης στον σουφισμό, χαρακτηρίζοντάς τον «εκκοσμικευμένη μορφή του Ορθόδοξου μοναχισμού».

Παρά το γεγονός ότι το ιρανικό ιερατείο διάκειται εχθρικώς προς τον Σουφισμό, είναι γεγονός ότι «... την κίνηση των σουφιστών επηρέασε σημαντικά ο χριστιανικός ασκητισμός, που ήκμαζε στα μέρη της Συρίας, της Μεσοποταμίας και της Περσίας, και, ακόμα, ιδέες που ανήκαν στον Νεοπλατωνισμό» (Αναστ. Γιαννουλάτου, «Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού», Αθήνα 2004, σ.σ. 266-267). Υπάρχει ένα λεπτό σημείο στην ομιλία του Μητροπολίτη Ανθίμου ως προς το ότι, όπως ο ίδιος παρατηρεί, «ο σουφιστής... παλεύει να διατηρήσει την πνευματικότητά του ενάντια στο πνεύμα του ορθολογισμού που επεκτείνεται ραγδαία... στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος βιώνουμε αυτήν την ίδια πίεση από το επίσημο Κράτος μας και από την Ευρώπη για να κάνουμε μια Ορθόδοξη Εκκλησία ορθολογική, μετριοπαθή». Βεβαίως, η πίεση αυτή ως προς την πνευματικότητα του Σουφισμού αφορά και στοιχεία τα οποία είναι προβληματικά από απόψεως ισλαμικής, ενώ κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει από πλευράς Ορθοδόξου και, συνεπώς, υπάρχουν διαφορές ως προς το τι θίγει η εκκοσμίκευση της μιας και της άλλης θρησκείας. Από την ομιλία του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου σταχυολογούμε επίσης μερικά σημεία όπως αυτό στο οποίο ορθότατα γίνεται λόγος για τους «κοινούς πολιτισμικούς τόπους» μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ, οι οποίοι «ανάμεσα στο Ισλάμ και στην Ορθοδοξία, δηλαδή τον Χριστιανισμό της Ανατολής, είναι πολύ περισσότεροι» εν σχέσει προς τον δυτικό Χριστιανισμό. Βεβαίως, το ζήτημα των σχέσεων Ορθοδόξων - Σιιτών Μουσουλμάνων πρέπει να εξετάζεται παραλλήλως προς το ζήτημα των σχέσεων Ελληνισμού - Ιράν.

Σε μια ανασκόπηση αυτών των σχέσεων παρατηρούμε ότι η Μικρά Ασία από τα αρχαία χρόνια υπήρξε σημείο συνάντησης-συνύπαρξης και συνεργασίας, αφενός, και αναμέτρησης, αφετέρου, μεταξύ του ελληνικού και του ιρανικού κόσμου. Τούτο διαπιστώνεται τόσο στην περίοδο προ της εμφάνισης των μονοθεϊστικών θρησκειών (αρχαία ελληνική θρησκεία και Μαζδαϊσμός - Ζωροαστρισμός) όσο και κατόπιν (Χριστιανισμός - Ισλάμ). Σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα Ιράν, Ισλάμ και Μέσης Ανατολής Δρ Ευάγγελο Βενέτη, «αφενός έχουμε τους Βυζαντινο-περσικούς πολέμους και αφετέρου τους Ιρανούς Νεστοριανούς δίγλωσσους υπηκόους του Σασανίδη βασιλιά, οι οποίοι πρωταγωνίστησαν στη μεγάλη πολιτιστική συνεργασία με το μεταφραστικό κίνημα του 3ου , του 6ου και του 7ου μ.Χ. αιώνα. Κλασικό παράδειγμα σχετικά επιτυχημένης συνύπαρξης είναι το σουλτανάτο του Ικονίου (Ρουμ, 1077-1307), όπου ο Ιρανός Μουσουλμάνος μύστης Τζελαλεντίν Ρουμί στην ποίησή του έγραψε και στην περσική αλλά και στην ελληνική γλώσσα». Ο Τάκης Σαλκιτζόγλου στο βιβλίο του «Η Σύλλη του Ικονίου, Μια ελληνική κωμόπολη στην καρδιά της Μικράς Ασίας, Γλύφα Βαρθολομιού Ηλείας 2016, σ.σ. 42-43) γράφει χαρακτηριστικά: «Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο της κυριαρχίας των Σελτζούκων και του σουλτανάτου του Ρουμ, στο πρώτο ήμισυ του 13ου αιώνα, την περίοδο δηλαδή που επικράτησε κάποια τάξη και πολιτική σταθερότητα (παρατηρείται, μάλιστα, και αναζωογόνηση των χριστιανικών κοινοτήτων) ανάγεται και η ίδρυση της Σύλλης, σύμφωνα με την προφορική παράδοση που διέσωσε ο Πατριάρχης Κων/λεως Κύριλλος ο ΣΤ΄...).

Δυστυχώς, η κατίσχυση των Οθωμανών άλλαξε επί τα χείρω την κατάσταση του χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ο καίριος ρόλος που διαδραμάτισε το Ιράν των Κατζάρ στην επιτυχία της Επανάστασης του 1821, καθώς προ και κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης της Ελληνικής Επαναστάσεως ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να στείλει στρατεύματα όχι μόνον εναντίον του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, αλλά και εναντίον των εξεγερθέντων στα ανατολικά σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο Ιράν.