Αρχική » Γυναίκες και 1821

Γυναίκες και 1821

από kivotos

Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Η Βρετανίδα καθηγήτρια Sue Blundell, σε βιβλίο της που εκδόθηκε από το Βρετανικό Μουσείο και στην ελληνική του μετάφραση τιτλοφορείται «Γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα», προσπαθώντας να καλύψει το κενό που έπρεπε να καταλάμβαναν οι γυναίκες και οι σχέσεις τους με τους άνδρες στις γενικές ιστορίες της Αρχαίας Ελλάδας, παραθέτει την ακόλουθη άποψη των Fox-Genovese, που, όσο κι αν αναφέρεται στην αρχαιότητα, δεν αφίσταται ούτε κατ’ ελάχιστον από την πραγματικότητα που καταγράφεται στις μελέτες των Νεοελλήνων ιστορικών για την ανάλογη σχέση των γυναικών με τα γεγονότα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Αναφέρεται, λοιπόν, ότι:

«Τώρα πια αναγνωρίζεται ότι, ενώ οι άνδρες έκαναν τα ανδραγαθήματα, εγκαθίδρυαν τους θεσμούς, παρήγαν τα αγαθά και τον πολιτισμό, κυβερνούσαν τον λαό και, γενικά, καταγίνονταν με τις δραστηριότητες εκείνες που συνηθίζουμε να ονομάζουμε Ιστορία, οι γυναίκες καταγίνονταν σταθερά με κάτι -τουλάχιστον γεννούσαν κι άλλους άνδρες, για να γράφουν κι άλλη ιστορία, και άλλες γυναίκες, για να τους δίνουν τη δυνατότητα να το κάνουν».

Δεν σκοπεύω, βέβαια, να κάνω εδώ ένα μανιφέστο για την άνιση αντιμετώπιση των γυναικών από την αρχαιότητα έως τις ημέρες μας και τη μεταχείρισή τους από τους ιστορικούς ή τις ιστορικές πηγές γενικότερα. Η αποσιώπηση, όμως, σε τέτοια έκταση ενός τόσο μεγάλου κεφαλαίου της εθνικής μας Ιστορίας αποτελεί γεγονός που είναι εύκολο να διαπιστώσει όποιος θα ανατρέξει σε πηγές και κείμενα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και τη συμμετοχή σε αυτήν των γυναικών της εποχής και, βέβαια, είναι κάτι που πρέπει να σημειωθεί για λόγους καθαρά επιστημονικούς. Οι μονομέρειες, τα σκούρα ή χρωματιστά γυαλιά και τα παρόμοια παραπέμπουν μόνον σε ειδικές εποχές και καθεστώτα…

Η ιστορικός, συγγραφέας πολλών έργων με θέμα τις γυναίκες της Νεότερης Ελλάδας, Κούλα Ξηραδάκη (1925-2005), στον πρόλογο του βιβλίου της «Γυναίκες του ’21» παρατηρεί χαρακτηριστικά πως: «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, έτσι όπως την έγραψαν οι ιστορικοί και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής, κατήντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους, όπου κανένα θηλυκό δεν εισχωρεί». Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή, που η παρομοίωση τη φαιδρύνει, αλλά στην πραγματικότητα δεν τη μεγαλοποιεί, παραθέτει παραδείγματα που την επιβεβαιώνουν. Ως ένα από αυτά αναφέρει τον Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματέα του Γενικού Αρχείου Πελοποννήσου, ο οποίος στο δίτομο έργο του «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», που κυκλοφορήθηκε το 1957, δεν κάνει λόγο για γυναίκες, παρά μόνο σε μια υποσημείωση θυμάται την «Υψηλάνταινα» και μνημονεύοντας τους Σουλιώτες κάνει την εξής παραχώρηση, πάντα κατά την Ξηραδάκη:

«Οι κατά ταύτα ηρωικοί αγώνες των Σουλιωτών, η απαρίθμησις των μαχών, αι λεπτομέρειαι και τα καθέκαστα αυτών και τα μέχρις απιθάνου θαυμάσια κατορθώματα, ου μόνον των ανδρών, αλλά και των γυναικών και των παιδίων, εισίν αντικείμενον ειδικής ιστορίας… όθεν, μη θέλων να επεκταθώ πέραν της προθέσεώς μου, παραλείπω ταύτα….».

Το πρόβλημα δεν είναι ότι με τη νοοτροπία αυτή αδικήθηκαν οι γυναίκες. Είναι το γεγονός ότι πολλές πληροφορίες που θα μπορούσαν να είχαν διασωθεί χάθηκαν για πάντα σε βάρος της αντικειμενικότητας και της ιστορικής αλήθειας, που με τα σημερινά δεδομένα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ίσως ως και ρατσισμός. Κυρίως, όμως, αδικήθηκε η Ιστορία, που δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται μονομερώς εξ αιτίας παρωπίδων, όποιο χρώμα ή μέγεθος μπορεί να έχουν. Η Ιστορία του Νεότερου Ελληνισμού έχει πολλά να κερδίσει, να ερμηνεύσει και να αποτιμήσει από μια ενδελεχή έρευνα πάνω στο θέμα αυτό, που βέβαια είναι και πολύ δύσκολη μετά από τόσα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε.

Άλλωστε, και η συμπεριφορά ορισμένων απέναντι στην Εκκλησία και την προσφορά της ήταν ανάλογη, για να μην πω και πολύ χειρότερη, αφού τις γυναίκες τις άφησαν στην άκρη, ενώ την Εκκλησία την αδίκησαν και τη διέβαλαν μερικές φορές κατάφορα, ακόμη και σε ζητήματα οφθαλμοφανή.

Η Κούλα Ξηραδάκη με φανατισμό και δυναμισμό συνέχισε, πολύ αργότερα, φυσικά, το έργο που είχε αρχίσει μια άλλη μεγάλη Ελληνίδα, η Καλλιρρόη Παρέν. Ασχολήθηκε για πολλά χρόνια με το θέμα των γυναικών και της προσφοράς τους στο 1821 και είναι ευνόητο ότι το έργο της πρέπει να συνεχιστεί.

Το δημοτικό τραγούδι, βγαλμένο μέσα από την ψυχή του λαού, χωρίς φτιασίδια και σκοπιμότητες, είναι το καταστάλαγμα της εμπειρίας, της χαράς, της ελπίδας, του πόνου, του κατατρεγμού, της ξενιτιάς. Στους στίχους του, που είναι φρυγμένοι, αφιασίδωτοι και περιέχουν με λυρισμό, αλλά και αμεσότητα πρόσωπα και γεγονότα, διασώθηκαν, απαθανατίσθηκαν μηνύματα, πληροφορίες και ονόματα που ίσως αλλιώς θα είχαν οριστικά απολεσθεί. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά καθώς τραγουδιόταν από ραχούλα σε ραχούλα κι από κορφούλα σε κορφή κι απλωνόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της σκλαβωμένης γης, συντηρούσε την ιστορική συνείδηση, την ομοψυχία, την ενότητα, την ευγένεια των αισθημάτων, γινόταν μαντατοφόρος χωρίς προκαταλήψεις και σκοπιμότητες, ήταν κάτι σαν τα σημερινά Μέσα Ενημέρωσης, μόνο που τo διέπνεε εθνικός παλμός και διαχρονικότητα, όχι κυνήγι του καθημερινού.

Έτσι, διασώθηκαν πολλά δημοτικά τραγούδια από στόμα σε στόμα, να διαλαλούν τα κατορθώματα και τις τραγωδίες και γυναικών του ’21, που αγωνίστηκαν και θυσίασαν τα πάντα χωρίς δισταγμό.

Σε ένα από αυτά, «Του Κίτσου η μάνα», αλαλιασμένη που πάν’ οι Τούρκοι για κρέμασμα τον γιο της, η μάνα δεν μετράει τη ζωή του, αλλά τα όπλα του, μετράει την απώλεια για τον Αγώνα και όχι τα νιάτα του παιδιού και της δικής της φύτρας:

 

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν’ να τον κρεμάσουν,

Χίλιοι τον πάν’ από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω

Κι ολοξοπίσω πάγαινε η δόλια του μανούλα.

Κίτσο μου, πού ’ναι τάρματα, πού τάχεις τα τσαπράζια;

Τις πέντε αράδες τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;

 

Σε άλλο, «Της Χάιδως», διαγράφεται η λεβεντιά, η γυναικεία ομορφιά, συνυφασμένη με τη μητρική υπόσταση και τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού. Η Χάιδω αγωνίζεται με το μωρό στη νάκα, τη δερμάτινη κούνια που την κρεμούσαν στην πλάτη:

 

… Το Κακοσούλι κλείσανε πέντε χιλιάδες Τούρκοι,

Μικρά παιδάκια πολεμάν, γυναίκες με τις ρόκες,

σαν πολεμάει μια λυγερή με το παιδί στη νάκα

και τα φουσέκια στην ποδιά και με τον γκρα στα χέρια.

Ψιλή φωνίτσα έβαλε, όσην κι αν εδυνάστη:

–           Βάρτε τους, βρε μικρά παιδιά, τους παλιοτουρκαλάδες!

Ρίχνουν τα βόλια σα βροχή, τις μπάλες σα χαλάζι,

και ο Μουχτάρης μίλησε της Χάιδως και της λέει:

– Χάιδω, πάψε τον πόλεμο, πάψε και το σεφέρι.

– Μα εγώ δεν παύω πόλεμο, δεν παύω το σεφέρι,

τους άντρες μας τους κόψατε και τα παιδιά μας πήρ’ τε.

Κι οι Τούρκοι εσκορπίσανε και πήρανε τους λόγγους.

Και, ακόμα, «Της Λιάκαινας», που δεν την ξεγελούν τα πλούτη και οι υποσχέσεις των Τούρκων ή το πασίγνωστο για τους παλαιότερους, το δημοτικό τραγούδι, που με απαράμιλλη αδρότητα συμπυκνώνει την τραγωδία της γυναίκας του Γιωργάκη Μπότσαρη, της Δέσπως, που, απορφανεμένη και ξεσπιτωμένη, κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια, ξεκομμένη στον πύργο του Δημουλά, στην άκρη της Ρηνιάσας, μικρού χωριού ανάμεσα στην Πρέβεζα και την Άρτα, και που όταν βλέπει το μάταιο βάζει φωτιά σε όσο μπαρούτι είχαν, πια για να μη ζήσει η οικογένεια που της είχε απομείνει, ένδεκα γυναικόπαιδα μαζί με εκείνη, σκλάβα των εχθρών:

 

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν.

Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.

Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.

Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.

–           Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι.

Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.

–           Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,

η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει!

Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:

–           Σκλάβες Τουρκών μη ζήσουμε! Παιδιά μαζί μ’ ελάτε!

Και τα φυσέκια άναψε κι όλοι φωτιά γενήκαν!

 

Η προσφορά και η θυσία των γυναικών του Μεσολογγίου, τόσο στη διάρκεια της Πολιορκίας όσο και κατά και μετά την Έξοδο, έχει από πολλούς διεκτραγωδηθεί με διάφορους τρόπους. Σε όλα τα κείμενα φαίνονται με αδρές γραμμές η γενναιότητα, η υπομονή, η αφοσίωση και η αποφασιστικότητα αυτών των γυναικών, που, μετά τα απερίγραπτα βάσανα και την εξαθλίωση σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, γνώρισαν τη σκλαβιά και την κτηνωδία των Τούρκων, όταν πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ο αριθμός όσων χάθηκαν εκεί είναι άγνωστος.

Κάποιες κατόρθωσαν να διαφύγουν από τους τυράννους τους και να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Σε πάρα πολλά κείμενα, με λόγια λιτά, περιγράφεται η τραγωδία τους και η πικρή παράκλησή τους να ελεηθούν από το κράτος με τα ελάχιστα χρήματα που χρειάζονταν για να σκεπάσουν τη γύμνια τους και να επιστέψουν στη ρημαγμένη τους πατρίδα.

Σε άλλο χώρο, έξω από τα στενά ελλαδικά όρια, συναντάμε τη γυναίκα σημαντικού προσώπου της Φιλικής Εταιρείας και τελευταίου Έλληνα ηγεμόνα της Μολδαβίας, του Μιχαήλ Σούτσου, στενού συνεργάτη του Αλέξανδρου Υψηλάντη, γνωστού και ως Μιχαήλ Βόδα, το όνομα του οποίου έχει δοθεί σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, κοντά στην πλατεία Αττικής, τη Ρωξάνη.

Η επιστολή γράφηκε σε στιγμές πολύ κρίσιμες για την ελληνική υπόθεση. Μαρτυρεί τη γνώση απόρρητων υποθέσεων και την ενεργό δράση της Ρωξάνης στον χώρο της Φιλικής Εταιρείας και αποκαλύπτει πτυχή από το κεφάλαιο της συμμετοχής και της προσφοράς των Ελληνίδων κατά τον Σηκωμό του 1821.

Ελάχιστα είναι γνωστά για τη Ρωξάνη, σε αντίθεση με τον σύζυγό της. Η επιστολή που ακολουθεί, πάντως, μαρτυρεί πρόσωπο καλλιεργημένο και δραστήριο, άξιο των περιστάσεων και ενισχυτικό της ανάγκης να ριχτεί φως στο κεφάλαιο της Νεότερης Ιστορίας μας που τιτλοφορείται «Γυναίκα και ’21». Ανάμεσα σε άλλα αναφέρει:

(Ιάσιον 19 Μαρτίου 1821)

«… Δεν ξέρετε τι ενθουσιασμός επικρατεί ανάμεσα στους Χριστιανούς. Κατά εκατοντάδες έρχονται από την Οδησσό, πολλοί απ’ αυτούς πεζοί, άλλοι έρχονται από τις γερμανικές περιοχές, γενικά απ’ όλες τις μεριές προστρέχουν Έλληνες και περνούν καθημερινά ανεμπόδιστα τα σύνορα. Σίγουρα έχει βάλει ο Θεός το χέρι Του σ’ αυτή την υπόθεση και θα τα βγάλουμε πέρα. Τρία εκατομμύρια πιάστρα έχουν μαζευτή από τις μέχρι τούδε συνεισφορές μόνο στο Ιάσιο. Σκεφθήτε, λοιπόν, τι γίνεται στις άλλες περιοχές. Πρέπει να ξέρετε ότι από τους Μολδαβούς όχι, όλα μόνο από τους Έλληνες. Αυτό είναι μια μεγάλη υπόθεση. Παρακολουθούμε την εξέλιξη εδώ εκ του αφανούς μέχρις όταν πάρουμε απάντηση από την ανώτερη αρχή».

Το 1826 ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρίας, λαμβάνει πρωτοβουλία και συντάσσει πέντε αναφορές-εκκλήσεις για βοήθεια: προς τον τσάρο Νικόλαο, τον Μέγα Δούκα Κωνσταντίνο, τον διδάσκαλό του Δούκα Κρούτα, τον Καποδίστρια και προς την τσαρίνα, που θα την υπέγραφαν μόνο γυναίκες. Την αναφορά αυτή των Ελληνίδων την αναφέρει ο Νικ. Σπηλιάδης στα «Απομνημονεύματά» του (τ. Γ’, σ. 167-169) και ο Διον. Κόκκινος (τ. 10, σ.σ. 218-219). Η αναφορά λέγει επί λέξει τα εξής:

«Μεγαλειοτάτη,

Αι θλιβεραί φωναί μας αντήχησαν εις όλον τον κόσμον και ίσως εκίνησαν εις οίκτον έως και τας πλέον απολιθωμένας καρδίας. Είναι δυνατόν να μην έλαβε συμπάθειαν η ευαίσθητος καρδία της ημετέρας Μεγαλειότητος διά τας δεινάς συμφοράς μας;

Θυγατέρες της περιφήμου διά τα μεγαλουργήματα και τα δυστυχήματα μητρός, της αριζήλου Ελλάδος, επενθούμε διά τον προ τεσσάρων αιώνων πολιτικόν αυτής θάνατον και μη δυνάμεναι να παρηγορηθώμεν απαλλαττόμεναι της ατιμίας ειμή διά του θανάτου, ήδη πνέομεν τα λοίσθια και δεν ελπίζομεν σωτηρίαν ειμή από τον έφορον, τον δίκαιον Θεόν, από τον φιλάνθρωπον Ιησούν και από τα οικτήρμονα σπλάγχνα των δυνατών της γης.

Οι στιβαροί βραχίονες των αξίων απογόνων του Λεωνίδα διέρρηξαν τας βαρυτάτας αλύσεις της πικροτάτης δουλείας μας και ο αιμοχαρής Άρης (6) εξ ήδη χρόνους βάφει με τα πολύτιμα αίματά των, την οποίαν κατακλύζομεν με καρδιοστάλακτα δάκρυα γην. Ο δε Σταυρός, ως αν ήτο σύμμαχος της Ημισελήνου, δεν κεραυνοβολεί του κορανίου τα τέρατα, διά να θριαμβεύση το Ευαγγέλιον, και επομένως αι πανόποτμοι Ελληνίδες, καθό λατρεύουσαι τον εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν, ως μη προδούσαι την πίστιν και την πατρίδα, μελανειμονούμε, ολοφυρόμεναι, θρηνούσαι και οδυρόμεναι.

Φιλόστροργοι μητέρες θρηνούσι τους αγαπητούς άνδρας και τα γλυκύτατα τέκνα των. Ωραίαι παρθένοι κλαίουσι τους προστάτας της τιμής των και ζωής και τους γηραιούς και σεβασμίους γονείς των. Οιμόζοντα βρέφη λιμοκτονούσιν επί τα εξημερωμένα στήθη των τεκουσών και χιλιάδες αθώων ανηλίκων και αξιεράστων πλασμάτων του δημιουργού, όσα λυτρωθούν από το πυρ και τον σίδηρον του δημίου σουλτάνου, καταντώσιν ανδράποδα και αφαιρούνται του λογικού όντος την αξίαν.

Αφοσιωμέναι εις την Θείαν πρόνοιαν υπομένομεν όλα τα δεινά δια την αγάπην του Σταυρού, της αληθείας και της Δικαιοσύνης και διαμαρτυρόμεναι ενώπιον των επερχομένων γενεών απάντων των αιώνων, δεόμεθα του Υψίστου να συγχωρήση τον κόσμον του και να λυτρώση από την ατιμίαν το πλάσμα του.

Αλλ’ ενώ υψούμεν δακρυόεντας τους οφθαλμούς ημών προς τους Ουρανούς ενατενίζουσαι και προς την Υμετέραν, Μεγαλειότητα επικαλούμεθα το φιλάνθρωπον γενναίον και αφιλοκερδές της ευαισθήτου καρδίας της. Είθε μη παρείδοι τους θρήνους, τους κοπετούς και τους στεναγμούς μας η Θεοφρούρητος Αυτής Μεγαλειότης και τοι δυναμένη να μεταβάλη την λύπην μας εις χαράν, να αποφασίση περί της τύχης των Ελλήνων, να δοξάση την ορθόδοξον πίστιν, να τιμήση την ιστορίαν, να προστατεύση την Δικαιοσύνην και να χαρίση εν έθνος εις την κλασικήν γην της Ελλάδος.

Είθε μιμηθή την μεγαλοφυά Αικατερίνην Β’ ήτις εταπείνωσε την επηρμένην οφρύν του βαρβάρου. Αι δυστυχείς Ελληνίδες, εγκατελελειμμέναι παρά πάντων και ελπίζουσαι εις τον Θεόν και εις την σεβαστήν Αυτής Μεγαλειότητα, αποστέλλομεν τον φιλόπατριν Π.Α. Αναγνωστόπουλον διά να προσκυνήση τον χαριτόβρυτον Θρόνον της και να παραστήση τα δίκαια παράπονα της πασχούσης ανθρωπότητας και της θρησκείας, ην οι μεγαλεπήβολοι πασών των Ρωσσιών αυτοκράτορες επροστάτευσαν ενδόξως.

Είθε η Υμετέρα Μεγαλειότης ευδοκήση την σωτηρίαν μας.

Εν Ναυπλίω την 30ήν Δεκεμβρίου 1826».

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος συνέταξε την επιστολή αυτή τη μνημειώδη των Ελληνίδων. Τα ονόματά τους, όμως, δεν τα διέσωσε… Υποθέσεις γίνονται μόνον από τον υπολογισμό ποιες βρίσκονταν στην περιοχή του Ναυπλίου εκείνη την εποχή…

Σουλιώτισσες και Μεσολογγίτισσες, Ρουμελιώτισσες και Μωραΐτισσες, Μακεδονίτισσες και Κρητικές, Χιώτισσες και Ψαριανές και Κασσιώτισσες, Ηπειρώτισσες και Δωδεκανήσιες και οι άλλες νησιώτισσες, γυναίκες που έμειναν άγνωστες και γυναίκες που ξεπέρασαν τη λήθη, όπως η Τζαβέλλαινα, η Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους, η Μαρία Δασκαλογιάννη, η Δόμνα Βισβίζη, ψηφίδες σε ψηφιδωτό, που για ύλη συνεκτική, αντί για κόλλα, έχει αίμα και δάκρυα και ιδρώτα.

Με αυτή τη συνοπτική αναφορά για θέμα τόσο περίπλοκο και δύσκολο θέλησα, γυναίκα κι εγώ, να τιμήσω απλώς μνημονεύοντας, στο πρόσωπο μερικών, εκείνες τις γυναίκες που στερήθηκαν τόσα για να ζούμε εμείς με τον τρόπο που επιλέγουμε ανάμεσα σε άλλους πολλούς. Εκείνες δεν είχαν περιθώρια επιλογής. Ελάχιστη αναφορά για μια προσφορά απέραντη.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ