Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, ομοτίμου καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης

 

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή θυμόμαστε και τιμούμε την Εθνεγερσία. Τη «μήτρα» που «γέννησε» το Νέο Ελληνικό Κράτος με πολύ πόνο και με πολύ αίμα. Συνήθως, όταν γιορτάζουμε κάποια γενέθλια, στεκόμαστε εντελώς τυπικά μόνο στην ημέρα της γέννησής μας. Θα έπρεπε, όμως, να συνεορτάζουμε και να τιμούμε τον πόνο και το αίμα που μας γέννησαν, διότι είναι αδιανόητος ο ανώδυνος και αναίμακτος τοκετός. Αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε ποτέ, ιδίως στη γενέθλιο ημέρα της ελευθερίας που μας χάρισε η Εθνεγερσία, πληρώνοντας βαρύ «φόρο αίματος» όχι μόνο κατά τη διάρκεια της μακραίωνης «κυοφορίας» με τα συχνά αιμορραγικά επεισόδια, αλλά και κατά τη διάρκεια του «τοκετού». Η ελευθερία μας γεννήθηκε μέσα από το αίμα και την κλαγγή των σπαθιών, όπως άλλωστε βεβαιώνει και ο εθνικός μας ποιητής, προσδιορίζοντας τα στοιχεία της αναγνώρισής της: «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή»!

Το σχετικό αίμα της Εθνεγερσίας δεν έθρεψε, όμως, μόνο τον «ομφάλιο λώρο» της ελευθερίας μας. Έγινε ακόμη το «μελάνι» που «σφράγισε» την εθνική μας ταυτότητα. Δεν μας έδωσε η Εθνεγερσία την ταυτότητα αυτή. Μας τη μετέδωσε, όπως την παρέλαβε. Τη «σφράγισε» απλά. «Επικύρωσε» τη γνησιότητά της. Την εθνική μας ταυτότητα στη μετά Χριστόν περίοδο την εξέδωσε η Ιστορία, χαράσσοντας επάνω σε αυτήν τα στοιχεία της αυτογνωσίας μας: τη φυλετική μας καταγωγή και την Ορθόδοξη Χριστιανική μας μαρτυρία. Ελληνισμός και Ορθοδοξία. Αυτή είναι η εθνική μας ταυτότητα. Έτσι πορευθήκαμε ως Έθνος μέσα στους αιώνες. Την αδιατάρακτη συμπόρευση του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας δεν μπόρεσε να τη διασπάσει ούτε η σκληρή δουλεία τεσσάρων αιώνων υπό τον οθωμανικό ζυγό. Παρά την επιδίωξή τους, οι Οθωμανοί δεν κατάφεραν να σχίσουν την εθνική ταυτότητα των ραγιάδων, διότι η ταυτότητά τους αυτή δεν ήταν χάρτινη, αλλά ταυτότητα ψυχής. Ταυτότητα πίστης και συναντίληψης.

Φέτος, λοιπόν, τέσσερα χρόνια πριν συμπληρωθούν δύο αιώνες από το 1821, η σκέψη μας δεν πρέπει να γίνεται μόνο γονυκλισία στη μνήμη εκείνων που θυσιάστηκαν για εμάς, αλλά και επεξεργαστής δεδομένων. Μηχανισμός ελέγχου και αποτίμησης της πορείας μας ως Έθνους. Μιας πορείας που μοιάζει με το αγώνισμα της σκυταλοδρομίας. «Σκυτάλη» η εθνική μας ταυτότητα. Παραδίδεται χέρι με χέρι, από γενιά σε γενιά, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα. Κάθε χρόνος και ένας σταθμός αυτής της «σκυταλοδρομίας», όπου γίνεται η παράδοση και η παραλαβή της «σκυτάλης» και επιβεβαιώνεται το «τρέξιμο» στον ίδιο «διάδρομο». Σκυταλοδρομία χωρίς σωστή αλλαγή της σκυτάλης στον ίδιο διάδρομο ακυρώνεται.

Την εθνική «σκυταλοδρομία» προσπαθούν να τη ματαιώσουν πολλοί. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Όλοι, πάντως, άσχετα αν βρίσκονται εκτός ή εντός των τειχών, πλήττουν, με ιδιαίτερη μάλιστα ένταση τα τελευταία χρόνια, την εθνική «σκυτάλη»-ταυτότητα. Παράλληλα, όμως, φροντίζουν να «σβήσουν» τις «γραμμές» της διαδρομής του Ελληνικού Έθνους στον «στίβο» του πολιτισμού, χρησιμοποιώντας για αυτό ως «σβηστήρα» τη μαζική λαθρομετανάστευση, ώστε μέσα από το πλήθος των σκορπισμένων στη χώρα λαθραίων να μη φαίνεται καθαρά ποιος είναι τι και σε ποιον διάδρομο τρέχει. Μια τέλεια συνταγή για τη νέα άλωση του Ελληνισμού και την εξαφάνιση του Ελληνικού Έθνους χωρίς σφαγές και πολέμους!

Θα αφήσουμε στην άκρη τους εκτός των τειχών πολεμίους της εθνικής μας ταυτότητας (των οποίων τα σχέδια δεν μπορούν να μας βλάψουν, εφόσον λειτουργούν σωστά οι αμυντικοί μηχανισμοί της χώρας) για να διατυπώσουμε μερικές σκέψεις για εκείνους που «χτυπάνε» την εθνική ταυτότητα εκ των έσω.

Κατ’ αρχάς, όλοι αυτοί οι ημέτεροι, που ρίχνουν τα «βέλη» τους εναντίον των δομικών στοιχείων της εθνικής μας ταυτότητας, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν άνευ ετέρου Εφιάλτες, επειδή οι απόψεις τους συμπίπτουν κατ’ αποτέλεσμα με τα σχέδια των εχθρών του Έθνους. Ούτε, βέβαια, μπορούν να θεωρηθούν λιγότερο Έλληνες από εκείνους που υπερασπίζονται την εθνική ταυτότητα. Ο Επίκουρος, π.χ., με τη χωρίς μεταφυσικές προεκτάσεις υλιστική του θεωρία ή ο Σωκράτης με τη δική του περί Θεού αντίληψη, που ήταν πάντως αντίθετη στην τότε κρατούσα ειδωλολατρική θρησκευτική πίστη, δεν ήσαν λιγότερο Έλληνες από όσους ευλαβούντο το Δωδεκάθεο. Από την άποψη αυτή δεν είναι επιτρεπτό να αμφισβητεί κάποιος τον πατριωτισμό ή την ελληνικότητα των αναθεωρητών ιστορικών (Λιάκου, Ρεπούση, Δραγώνα κ.ά.), καθώς και των φανερών ή αφανών άθεων, που τους είδαμε τις προάλλες να παρελαύνουν σε σχετική εκδήλωση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με «σημαιοφόρο» τον αρχιστράτηγο του «πολέμου των ταυτοτήτων» πρώην υπουργό και πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Σταθόπουλο, και «παραστάτες» -ποιους άλλους;- τους επίσης πρώην υπουργούς κ. Φίλη και κ. Αναγνωστοπούλου. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στερείται κάποιος του δικαιώματος να υπογραμμίσει τον εθνομηδενιστικό χαρακτήρα των σχετικών απόψεων, όταν η συζήτηση γίνεται στη βάση της εθνικής ταυτότητας. Την ατομική του ταυτότητα μπορεί να την κάνει κάποιος ό,τι θέλει: να την αρνηθεί, να την σχίσει, να την απαξιώσει ή να την αλλάξει. Την εθνική, όμως, ταυτότητα έχει υποχρέωση να τη σέβεται όπως είναι διαμορφωμένη, παρά τις επιφυλάξεις του για τα στοιχεία που τη συνθέτουν. Διότι για την ταυτότητα αυτή μόνος αρμόδιος είναι ο ελληνικός λαός. Αυτός έχει θεσμικά και λογικά το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίσει αν θέλει να τη διατηρήσει, να την αλλάξει ή να την καταργήσει.

Την ατομική του ταυτότητα μπορεί να την κάνει κάποιος ό,τι θέλει: να την αρνηθεί, να την σχίσει, να την απαξιώσει ή να την αλλάξει. Την εθνική, όμως, ταυτότητα έχει υποχρέωση να τη σέβεται όπως είναι διαμορφωμένη, παρά τις επιφυλάξεις του για τα στοιχεία που τη συνθέτουν

Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για εκείνους από τους άθεους ή άλλους εθνομηδενιστές, οι οποίοι αναλαμβάνουν κυβερνητικά ή βουλευτικά αξιώματα. Πρέπει να έχει κάποιος την ικανότητα να ξεχωρίζει αυτό που κουβαλάει μέσα του ως προσωπική του πεποίθηση από εκείνο που καλείται να διαχειριστεί ως θεσμικός παράγων. Δυστυχώς, η εμπειρία που έχουμε από την έλλειψη αυτής της ικανότητας σε πολλούς ανθρώπους της εξουσίας είναι αρνητική. Το είδαμε αυτό να επιβεβαιώνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση του κ. Φίλη, ο οποίος την «αλλεργία» του απέναντι στα Θρησκευτικά τη μετέτρεψε σε πράξη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που καταργεί στην ουσία το μάθημα, παρά την κατηγορηματική απαγόρευση του άρ. 16, παρ. 2 του Συντάγματος. Χρειάζεται πολύ θράσος να θέλει να μετασχηματίσει κάποιος τις προσωπικές του απόψεις σε θεσμούς, αδιαφορώντας για αυτό που ακολουθεί η συντριπτική πλειοψηφία του λαού ή για τα σχετικά εμπόδια που θέτει το Σύνταγμα.

Πρέπει εν τέλει να σημειωθεί ότι η εθνική ταυτότητα δεν είναι κατοχυρωμένη μόνο στο Σύνταγμα, του οποίου τις διατάξεις μπορεί να παρερμηνεύσει κάποιος, για να δώσει έρεισμα συνταγματικότητας στις εθνομηδενιστικές απόψεις του. Είναι ανεξίτηλα γραμμένη επάνω στην ελληνική σημαία, η οποία, παρά την προσπάθεια των ασεβών προς αυτήν να την υποβαθμίσουν σε ένα απλό πανί ή χαρτί, μιλάει μόνο με την απλή ύπαρξή της ακόμη και ως ζωγραφιά σε παιδικά χέρια. Λέει πεντακάθαρα σε όσους την κοιτάζουν τι εκφράζει και τι προστατεύει. Εκφράζει και προστατεύει και αυτή τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, αφού το γαλανόλευκο της Ελλάδος είναι συνυφασμένο με τον Σταυρό, έτσι ώστε να μην μπορεί να αφαιρέσει κάποιος το ένα χωρίς τον κίνδυνο να διαλυθεί το άλλο.

Όσοι, λοιπόν, από τους κυβερνώντες σχεδιάζουν να καταργήσουν την προσευχή στα σχολεία ή να κατεβάσουν τα εικονίσματα από τα Δικαστήρια ή τα δημόσια νοσοκομεία, ας κάνουν τον κόπο να ρίξουν προηγουμένως μια ματιά στη σημαία. Αυτή θα τους πείσει ίσως για το μέγεθος της εθνικής μειοδοσίας της μελετώμενης πράξης τους ή πάντως για την αντιφατικότητά της να θέλει να καταργήσει τα σύμβολα της Ορθοδοξίας, τη στιγμή που το σύμβολο των συμβόλων, ο Σταυρός, δεσπόζει μπροστά από κάθε δημόσιο κτίριο, στέλνοντας μέσα από την ελληνική σημαία την ακτινοβολία και την ευλογία του προς όλους. Ακόμη και σε εκείνους που δεν τον πιστεύουν ή ασεβούν προς αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να γρηγορούν οι φύλακες, διότι οι οιωνοί δεν είναι καλοί και χρειάζεται ετοιμότητα μάχης. Αυτή η ετοιμότητα είναι η καλύτερη μνήμη της Εθνεγερσίας.