215
Ἡ τραγωδία τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου βιώνεται ὡς προσωπική τραγωδία. Ὁ Ἀδαμιαῖος θρῆνος – ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ – πού ψάλλεται ἐντός τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, περιόδου ὀδύνης καί πένθους διά τήν ἀπώλεια τοῦ Παραδείσου παρουσιάζει τό τραγικό γεγονός τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πού κατέστρεψε τήν δυνατότητα τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεόν. Ἡ ὁμολογία αὐτῆς τῆς ἐνσυναισθήτου ἁμαρτωλότητος, σφραγίζει ὁλόκληρο τόν κανόνα.
Ὁ γοερός αὐτός θρῆνος θεολογικός, θρησκευτικός, δογματικός, λογοτεχνικός, ὑμνογραφικός καί ὑμνολογικός θησαυρός, ἐπ’ οὐδενί δέν ταράσσει τήν ἀνθρωπίνη καρδία, ἀντιθέτως δι’ αὐτῆς τῆς θρηνωδίας, πληροῦται ὁ ἔσω ἄνθρωπος, ἀνοίγει ἡ πύλη τῆς μετανοίας, αὐτή ἡ πύλη πού ἀποτελεῖ τήν διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ συνόλου τῶν Πατέρων τῆς ἐκκλησίας διότι ἄνευ αὐτῆς οὐδόλως ἀνοίγει ὁ οὐρανός διά κάθαρσιν, σωτηρία καί ἄρρητη εὐφροσύνη καί χαρά.
«Ὁ Μέγας Κανών ἔχων ἑννέα ὠδάς, ἔνδεκα εἰρμούς καί διακόσια πενήντα τροπάρια, γλῶσσα ὑψηλή κοινή τῆς ἐποχῆς, μεθ’ ἁπλῆς συντάξεως, ἐνίοτε κατά παράθεσιν ἄλλοτε δέ ἀσυνδέτως, ἑμμελής ὡς καί αὐτήν τήν σκληροτέραν ψυχήν ἱκανός μαλάξαι» (Κάλλιστος). Ἔμπνευσις τοῦ συγγραφέως Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης (660-740 μ.Χ.) «κιθάρας μελωδούσης τά τοῦ πνεύματος, ζωγράφον τῆς τοῦ βίου ματαιότητος δογματιστήν ἀληθέστατον» (Ν.Β. Τωμαδάκη Ἀνδρέας Θ.Η.Ε. τ.20ος στ.681),ἡ Ἁγία Γραφή.
Ὕμνος ὑπερφυής πού συγκλονίζει ὡς ἐγερτήριο σάλπισμα, ὡς θρηνητικός μονόλογος, ἀποζητᾶ τήν καταφυγή εἰς τό θεῖον ἔλεος. Ὁ ἱερός συγγραφεύς διατηρεῖ τήν ἰσοσυλλαβία καί τήν ὁμοτονία μεταξύ εἰρμῶν καί τροπαρίων. Ὁμοιοκαταληξία, παρήχησις καί ἐπωδός. Κλιμακωτό καί ἀσύνδετο σχῆμα καί δυνατές ἀντιθέσεις εἰς λέξεις καί ἔννοιες.
Ὁμιλεῖ εἰς πρῶτο πρόσωπο ἀποδίδων εἰς τόν εὐατό του τά ἐγκλήματα καί ἁμαρτήματα. Μάλλον διά λόγους διδακτικούς περιγράφων τήν ἀνάστασιν τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας μέ τόν εὐατό του ὡς πρότυπον (Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Ἀδαμιαῖος θρῆνος Ὁ Μ.Κανών Ἀνδρέου Κρήτης, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία 2009, σελ. 32-40).
Στόχος ἡ εὔρεσις τοῦ Παραδείσου διά τῶν παραδειγμάτων πού ἐπηρεάζουν τόν θεῖο συγγραφέα ὅπως τοῦ προφητάνακτος, τοῦ Τελώνου, τῆς πόρνης καί τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, τοῦ ὁποίου τό δάκρυ ἐνστάλαξε εἰς τήν πανσθενουργό καρδία τοῦ Ἰησοῦ, ἀνοίγοντας τήν θύρα τῆς Βασιλείας Του. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή προσφέρεται δι’ ἀγῶνα ἐμπειρίας θεώσεως καί ὁ Μέγας Κανών ἐπέχει θέσιν πνευματικοῦ ἀνεφοδιαστικοῦ ἐγερτηρίου.
Τό τεῖχος τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας κατακρημνίζεται μέσα ἀπό τήν προσμονή τοῦ Κανόνος, διότι εἰς τό βάθος φεγγοβολεῖ τό φῶς τοῦ θεανδρικοῦ σταυρικοῦ θανάτου ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξυμνεῖται ἡ Δόξα τῆς Ἀναστάσεως. Εἰς Αὐτόν τόν Ἐσταυρωμένο Βασιλέα τῆς δόξης, ἀπορρέει τό μήνυμα τοῦ Κανόνος διότι ἡ κλεῖς τοῦ οὐρανοῦ ἡ μετάνοια, ἐγκαθιδρύει τήν νέα Βασιλεία καί ἐπανατοποθετεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ εἰς τήν Ἁγία Τριάδα. Ἔσωθεν τῶν στίχων τοῦ Κανόνος βλέπομε τή ζωή μας θλιμμένη εἰς τό λυκόφως, ἀλλά χαιρετοῦμε τή χριστοφωταυγή πού ἔρχεται.
Ἐντός τῆς ψυχῆς μας ἡ προσδοκία τῆς νίκης, ἀγών ἐναντίον τῶν δυσχερειῶν τοῦ βίου μέ κορυφαία τήν ἁμαρτία, δραματική προσπάθεια ὑπερβάσεων ὅλων τῶν δυσκολιῶν καί ἀδιεξόδων, ἀνάβασις μετά τοῦ ἰδικοῦ μας Σταυροῦ εἰς τόν Γολγοθᾶ. Καί ὅμως οἱ λόγοι τοῦ Κανόνος μᾶς ἐνισχύουν διότι ἐνῶ θά ἔχομε ἀποκάμει καί θά ἔχομε προφέρει τήν ἀπεγνωσμένη κραυγή «Τετέλεσται» ὁ Ἀναστάς Κύριος θά μᾶς ἔχει συναντήσει διά νά ψάλωμε τόν ἐπινίκιον τῆς Ἀναστάσεώς Του ὕμνον «λαμπρᾶ τῇ φωνῇ». Καί ὅπως τονίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος θά ἀποβάλωμε τό δηλητήριο τοῦ μίσους καί ἀντί τῆς θηριωδίας δαιμόνων θά λάβωμε ἡμερότητα ἀγγέλων.
Ὁ Μέγας Κανών ἐκχέει μία θεία ἀκτινοβολία, εἶναι προσευχητικός, θέλει νά ὑψώσει τόν ἁμαρτωλό εἰς τόν «ἄδυτο γνόφον» καί τά ἀπόρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, νά ἐννοήσει τήν «καταλλαγή» (Ρωμ. 5,11) νά φωτισθοῦν οἱ ὀφθαλμοί του «μήποτε ὑπνώσει εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 12,4 καί Μεγ. Ἀποδ.) Ἐκεῖ ὁ τραγικός ἐξόριστος θά λάβῃ τήν ὁδό τῆς ἑπιστροφῆς διά τοῦ Σταυροῦ τῆς θυσίας Του, λουσμένος εἰς τό φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του.
Ὁ Μέγας Κανών δημιουργεῖ συναισθήματα θλίψεως ἀλλά ὄχι καταθλίψεως διότι ἡ ἀνάβασις τῆς θείας κλίμακος τῆς Ἀναστάσεως εὑρίσκει εἰς τήν κορυφήν τόν Κύριον πού εἶναι «ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν Χριστός, ὁ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων τελειωθείς» (fr. Alexander Schmemann).