Γράφει ο π.Αντώνιος Χρήστου

Αγαπητοί Αναγνώστες με τη χάρη Του Θεού περάσαμε και εορτάσαμε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Μία Εορτή που -η αλήθεια- δεν είναι πολύ γνωστή στον κόσμο ή τουλάχιστον δεν έχει την ανάλογη βαρύτητα στη συνείδησή του, σε σχέση με άλλες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές. Για όσους δεν γνωρίζουν η Εορτή έχει να κάνει με την Τετάρτη της Εβδομάδος του Παραλύτου (Δ΄ Εβδομάδα του Πεντηκοσταρίου), που είναι ακριβώς η 25η ημέρα από την Εορτή της Αναστάσεως που πέρασε και 25η μέρα από την Εορτή της Πεντηκοστής που έρχεται. Η έλλειψη ιστορικού υποβάθρου της Εορτής στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο.

Με βάση την Εισαγωγή μας αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι η Εκκλησία έχει δύο σταθερές: Το ένα έχει να κάνει με την πίστη στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού και κατά συνέπεια στην δική μας Ανάσταση όλων των κεκοιμημένων ανθρώπων! Αυτή τη διπλή αλήθεια την ομολογούμε μεταξύ άλλων στο Σύμβολο της Πίστεως. Στο άρθρο 5 πιστεύουμε ότι : «Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς» ενώ στο άρθρο 11: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Αυτά είναι θεμελιώδη ζητήματα που μας ξεχωρίζουν και μας διαφοροποιούν από άλλες πιο εγκόσμιες πραγματικότητες και θρησκείες, αλλά και εξηγούν γιατί μας απορρίπτει η κοινή λογική. Αυτό διαφαίνεται επίσης καθαρά από τον Απόστολο Παύλο στο κήρυγμά του στην Πνύκα στον Αρειο Πάγο της Αρχαίας Αθήνας‧ τον άκουγαν οι Φιλόσοφοι Αθηναίοι, αλλά μόλις έφτασε στο σημείο περί Ανάστασης των νεκρών τότε διαβάζουμε στο Βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων: «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον· ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πραξ. 17,32). Κάποιοι δηλαδή απέρριψαν αμέσως, κάποιοι θέλησαν να τον ακούσουν αναλυτικότερα για το θέμα και κάποιοι λίγοι πίστεψαν αμέσως και ζήτησαν να βαπτιστούν.

Για να έχει κανείς την πίστη στην Ανάσταση αλλά και γενικότερα σε κάθε ιστορικό και υπεραισθητό και υπερβατικό σημείο της Ορθόδοξης πίστης μας, δεν αρκεί η καλή διάθεση, δεν αρκεί το απλό ενδιαφέρον και η απλοϊκότητα των ανθρώπων, χρειάζεται η επόμενη σταθερή που είναι το Αγιο Πνεύμα και ο φωτισμός Του, στη διάνοια και την όλη ύπαρξη του ανθρώπου. Στο άρθρο 3 του Συμβόλου της Πίστεως, η Σάρκωση του Λόγου έγινε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου». Στο δε 8ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, ομολογούμε γι’ αυτό ότι είναι ισότιμο πρόσωπο με τα άλλα δύο της Αγίας Τριάδος: «Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών».

Στο τέλος της επίγειας παρουσίας του, ο Χριστός αναγγέλλει στους μαθητές Του ότι θα αποστείλει το Αγιο Πνεύμα, το οποίο θα τους φωτίσει ώστε να κατανοήσουν το κοσμοσωτήριο έργο Του και τους δηλώνει ότι «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. Εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς· εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς· δηλαδή σε απλά Ελληνικά συμφέρει σε σας να φύγω, γιατί τότε θα έρθει σε σας ο Παράκλητος» (Ιω. 16,7). Πράγματι μετά την Ανάληψη του Χριστού και σύμφωνα με την υπόσχεσή Του, το Αγιο Πνεύμα έρχεται κατά την Πεντηκοστή και εμφανίζεται στους μαθητές σαν φλόγες φωτιάς που μοιράστηκαν και κάθισαν στον καθένα «και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ᾿ ένα έκαστον αυτών» (Πραξ. 2,3).

Με βάση όλα τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι η Εκκλησία θα ήταν ένα ίδρυμα κάποιων ανθρώπων που απλά θα αποτελούσε ιστορική ανάμνηση του έργου του Ιησού Χριστού, αν δεν υπήρχε το Αγιο Πνεύμα που το οδηγεί ως τη συντέλεια των αιώνων. Η παρουσία Του εγγυάται ότι η Εκκλησία δεν αποτελεί απλά ένα ανθρώπινο ίδρυμα, αλλά είναι μία ζωντανή και ουσιαστική κοινότητα Θεού-ανθρώπων (θεανθρώπινος οργανισμός) με κεφαλή τον Χριστό. Η ζωοποίηση των μελών ολοκλήρου του σώματος επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα σ’ αυτά. Χωρίς την επίκληση Του Τελετουργικού Αγίου Πνεύματος, το ψωμί και το κρασί δεν θα μπορούσαν να μεταβληθούν σε σώμα και αίμα Χριστού, το νερό σε Αγιασμό, το λάδι σε ευχέλαιο, το ανδρόγυνο σε συζύγους, ο υποψήφιος προς Ιεροσύνη σε Διάκονο, Ιερέα ή Επίσκοπο, τα υλικά αρωματικά στοιχεία σε Χρίσμα για να μεταδώσει τη σφραγίδα του Παναγίου Πνεύματος στον νεοφώτιστο με το Βάπτισμα κ.ά.

Αυτή η εμπειρία της Εκκλησίας και των πιστών εξηγεί γιατί μιλούμε με άλλους ανθρώπους, ίδιας εποχής με εμάς, στον ίδιο τόπο με εμάς, με ίδιες παραστάσεις, κληρονομιά και καταβολές πολιτιστικές τις ίδιες με εμάς, και όμως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε και αντί για ενότητα και γέφυρα επικοινωνίας, οδηγούμαστε σε σύγχρονη Βαβέλ και απομάκρυνση, όπως και τότε στην ιστορική Βαβέλ με τη σύγχυση των γλωσσών και θα προσθέταμε και καρδιών. Μόλις χθες που γράφονται αυτές οι γραμμές (11 Μαΐου -και αναφερόμαστε στα γεγονότα της 10ης Μαΐου 2020 στην Ηλιούπολη Αττικής) είδαμε ανθρώπους να αντικρίζουν ένα ημιτελές κτίσμα Ιερού Ναού και να προσεύχονται και να αναπέμπουν προσευχές και δοξολογίες στον Θεό, άλλη ομάδα με πλακάτ στα χέρια να βλέπει τον ίδιο χώρο και να θεωρεί ότι είναι η μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή του πλανήτη και ότι γίνεται για καθαρά οικονομικούς σκοπούς! Ανάμεσά τους είδαμε τα όργανα της τάξης τους αστυνομικούς, να προσπαθούν και αυτοί μέσα από τη στολή και το καθήκον τους να επιβάλουν το νόμο και την τάξη, αλλά και μέσα τους πιστεύουμε αναρωτιούνται, πώς γίνεται και οι δύο παρατάξεις να αγωνίζονται για το καλό (η μία παράταξη με βάση την πίστη, η άλλη με βάση την οικολογία) και όμως να φτάνουν σε τέτοια ένταση και εχθρότητα μεταξύ τους;

Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο Κύριος: «όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν· ου γαρ λαλήσει αφ᾿ εαυτού, αλλ᾿ όσα αν ακούση λαλήσει, και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν» (Ιω. 16,13). Οταν λοιπόν είτε εντός είτε εκτός Εκκλησίας δεν είμαστε δοχεία του Παναγίου Πνεύματος, τότε θα απέχουμε πολύ και από την αλήθεια δηλαδή τον ίδιο τον Θεό και δεν θα έχουμε κοινωνία ούτε μαζί Του, ούτε με τους συνανθρώπους μας που μπορεί να βρίσκονται σε αποστασία και πτώση, αλλά πάντοτε θα είναι εικόνα και θα έχουν προοπτική καθ’ ομοίωσιν Θεού. Το Αγιο Πνεύμα έχει αυτή τη δυναμική να προσλαμβάνει τα ανθρώπινα και τα κτιστά, να τα αγιάζει, να τα θεοποιεί και να κάνει τον άνθρωπο κατοικητήριο Του Θεού. Τότε ο Θεός δεν είναι μία εξωτερική αναζήτηση που πρέπει να γίνει εκ μέρους του ανθρώπου, αλλά μία εσωτερική αποκάλυψη στο νου του (στην καρδιά) που φέρνει πληρότητα, ειρήνη και αγάπη για μοίρασμα αυτής της καταστάσεως και στους άλλους αδελφούς που βρίσκονται στην πλάνη με την Ιεραποστολή! Ευχόμαστε όλοι να έχουμε αυτές τις δύο σταθερές στη ζωή μας, χωρίς αμφιβολίες και χωρίς δισταγμούς και τότε η ζωή μας θα έχει ελπίδα προοπτικής και σωτηρίας. Αμήν!