Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης,καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης


Για όσους δεν το έχουν ακόμη καταλάβει, θα επαναλάβω ότι στη σκέψη κάποιων «ανθρώπων της Εκκλησίας» η δοκιμασία του κορωνοϊού υπήρξε δοκιμασία πίστεως και δοκίμιο όπου όλοι δείξαμε την αφοσίωσή μας στον Χριστό. Βάζω την προηγούμενη έκφραση μέσα σε εισαγωγικά, διότι πιστεύω ότι η «Εκκλησία» αυτή στην οποία θεωρούν ότι ανήκουν, όχι τελετουργικά αλλά ουσιαστικά και πνευματικά, δεν έχει σχέση με την πραγματική Ορθόδοξη Εκκλησία, το σώμα Χριστού μέσα στο οποίο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την αγιαστική δύναμη των ιερών μυστηρίων αγωνιζόμαστε για τη σωτηρία μας.

Οι κεφαλές της Ορθοδοξίας ξεκαθάρισαν το ζήτημα. Η φράση του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη μας κ. Βαρθολομαίου ότι δεν κινδυνεύει η πίστη αλλά οι πιστοί, περιλαμβάνει μέσα της κάθε σχετική απάντηση και κλείνει οριστικά το ζήτημα. Συνεχίζουν όμως να υπάρχουν εκείνοι που θέτουν το ζήτημα της πίστης, λες και είναι προικισμένοι με το «πιστόμετρο» που τους επιτρέπει να μετρούν την πίστη των άλλων, να κατατάσσουν σε κατηγορίες και να βγάζουν συμπεράσματα. Κι αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, παρά εωσφορική επιρροή φαρισαϊκού χαρακτήρα, μέσω της οποίας ο μισόκαλλος μία και μόνο επιδίωξη έχει: να δημιουργήσει τραύματα στο σώμα της Εκκλησίας.

Αυτοί που θεωρούν ότι κατέχουν το «πιστόμετρο» και ότι έχουν δικαιοδοσία να ασκούν και τις σχετικές μετρήσεις, στην πραγματικότητα λειτουργούν διαλυτικά και όχι προφητικά μέσα στην Εκκλησία‧ και ως «προφητεία» θεωρώ την ύπαρξη συνειδήσεων που γρηγορούν για όποια εκφυλιστικά φαινόμενα στο εκκλησιαστικό σώμα, τα επισημαίνουν και προτείνουν λύσεις μέσα στην αγιοπατερική παράδοσή μας πάντοτε. Αντιθέτως, λειτουργούν διαλυτικά και απωθητικά για τους πιστούς εκείνους που δεν έμαθαν ή δεν ένιωσαν ποτέ τη συνεπή και συνεχή εκκλησιαστική ζωή, διακρίνονται όμως από καλή και αγαθή προαίρεση και με κατάλληλη νουθεσία θα μπορούσαν να έρθουν πιο κοντά.

Πιστέψτε με, στα χρόνια μας αυτοί είναι οι περισσότεροι από τους βαπτισμένους χριστιανούς μας, και έργο όλων μας είναι να τους δείξουμε τον δρόμο της Εκκλησίας που είναι δρόμος του Θεού και όσο μπορούμε να τους ελκύσουμε προς την εκκλησιαστική και λατρευτική ζωή. Στη διαδικασία αυτή μετράει σχεδόν μονοσήμαντα το ατομικό παράδειγμα. Τι παράδειγμα όμως δίνουν οι «ηθικίζοντες» και πιθηκίζοντες ευσεβιστικά πρότυπα κενά ουσίας, οι κραυγάζοντες και δογματίζοντες; Φοβούμαι μόνο αρνητικό.

Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία στην ηθική της διδασκαλία πρέπει να κάνει εκπτώσεις και να προσαρμοστεί με το πνεύμα του «παρόντος αιώνος». Οχι. Σημαίνει πως η καθοδήγηση των ανθρώπων πρέπει να γίνει σταδιακά, χωρίς να τους φοβίσει ή να τους απωθήσει, και πάντως όχι με τη λογική της «μέτρησης» της πίστης και των αποδείξεων πίστης, που μόνο ο Χριστός μπορεί να μας ζητήσει και όχι οι άνθρωποι.

Η προκειμένη πανδημία του κορωνοϊού δυστυχώς δεν συνέβαλε στην διαδικασία αυτή, αντιθέτως η μέχρι σήμερα αντιμετώπισή της μάλλον πόλωσε τα πράγματα. Τόσο η ρητορική που αναπτύχθηκε από κάποιους, με διαδικτυακές μάλιστα αναρτήσεις, όσο και η απερίσκεπτη πρακτική ορισμένων ιερέων να κάνουν κρυφίως δεκτούς στο ναό ορισμένους πιστούς σε συνδυασμό με το θράσος των τελευταίων να το ζητούν, απομάκρυνε τους ανθρώπους, παρά τους έφερε κοντά στην Εκκλησία. Οταν λοιπόν μετά την πανδημία το δούμε αυτό απτά στους ναούς μας, να μην τα βάλουμε με το κράτος, γιατί δεν είναι δική του δουλειά να μαζεύει και να κατηχεί πιστούς, ούτε με τον κόσμο που δεν έρχεται. Να ελέγξουμε πρώτα τους εαυτούς μας και να εξετάσουμε αν στη διάρκεια της πανδημίας και της περασμένης Μεγάλης Εβδομάδας λειτουργήσαμε εκκλησιαστικά ή εγωιστικά. Αν φροντίσαμε να ακολουθήσουμε την κοινή μοίρα, ή επαναπαυθήκαμε στο να εξαιρούμε και να εξαιρούμαστε. Γιατί όσοι το έκαναν αυτό είναι προσωπικά, ηθικά και πνευματικά υπεύθυνοι των τυχόν αρνητικών φαινομένων του μέλλοντος και γι’ αυτά θα κληθούν από το ναό να δώσουν λόγο.

Εφόσον και ο τελευταίος αδελφός μας δεν μπορούσε να εκκλησιαστεί και να κοινωνήσει, οφείλαμε κι εμείς να μείνουμε αλειτούργητοι και ακοινώνητοι. Δεν υπάρχουν πρώτης και δεύτερης κατηγορίας παιδιά για την Εκκλησία, που είναι η κοινή μας μάνα. Κι όσοι διαβάζουν αυτές τις γραμμές με το αυτάρεσκο χαμόγελο που δηλώνει ότι θεωρητικά δεν μπορούν παρά να συμφωνήσουν, στην πράξη όμως αυτοί τα κατάφεραν να λειτουργηθούν και να κοινωνήσουν εξαιρούμενοι, αλλά και οι κληρικοί που θεωρούν κατόρθωμα της πίστης τους ότι έπραξαν αναλόγως κι αντί ν’ αφήσουν την πόρτα ανοιχτή και να υποστούν τις όποιες συνέπειες, βαυκαλίζονται ότι έκαναν το χρέος τους βάζοντας επιλεκτικά μέσα στο ναό τους γνωστούς τους «κατόπιν τηλεφωνικής συνεννοήσεως» και από τα παραπόρτια, όπου και αν υπάρχουν αυτοί, ας ευχηθούν να μπορέσουν να κρατήσουν το ίδιο χαμόγελο όταν θα τους ζητηθεί ο λόγος από τον «ετάζοντα καρδίας και νεφρούς».

Γιατί εκεί θα βρίσκεται το πραγματικό και αιώνιο «πιστόμετρο» που θα ζυγίσει και θα μετρήσει όλους μας.