Η πρώτη βασική ανάγκη της ζωής του ανθρώπου είναι η τροφή, για το σώμα και για την ψυχή. Πρώτα θα εξετάσουμε την τροφή του σώματος.

 

Η τροφή του σώματος

Γνωρίζουμε ότι η τροφή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξι και την συντήρησι του ανθρώπου, αλλά είναι και γνωστό ότι οι εκτροπές της πολλές φορές καταδυναστεύουν τον άνθρωπο. Ο λόγος του Θεού διευκρινίζει όλα τα σχετικά θέματα.

 

1. Η πηγή της τροφής

Ο Θεός δίδοντας στον άνθρωπο το σώμα του, πρόβλεψε και για την ικανοποίησι των αναγκών του και εν προκειμένω πώς θα αυξηθεί, πώς θα συντηρηθεί και πώς θα τραφεί. Είπε ο Θεός· να, όλα τα φυτά επάνω στην γη που βγάζουν σπόρους, σας τα δίδω, καθώς και όλα τα δένδρα που έχουν καρπούς γεμάτους σπόρους· αυτά θα είναι για τροφή σας (Γενέσεως α΄, 29).

Ο άνθρωπος προσευχόμενος δοξολογεί τον Δημιουργό του, αναγνωρίζοντας ότι «είναι Αυτός που βλαστάνει από την γη χορτάρι για την διατροφή των ζώων και χλοερή φυτεία προς εξυπηρέτησι των αναγκών του ανθρώπου» (Ψαλμός 130, 14) και «είναι Αυτός που δίδει σε κάθε ύπαρξι τροφή, καθ’ όσον το έλεός Του μένει αιώνια» (Ψαλμός 135, 25-Ματθαίου στ΄, 25-34).

 

2. Η σημασία της τροφής

Το δεύτερο θέμα που διευκρινίζει ο λόγος του Θεού είναι η σημασία, η αξία, η χρήσις της τροφής.

Η τροφή δεν είναι βέβαια αυτή η ζωή, είναι το μέσον για να συντηρηθεί ο άνθρωπος στη ζωή. Ο άνθρωπος δεν ζει για να τρώγει, αλλά τρώγει για να ζει. Αυτό το τόνισε με σαφήνεια ο Κύριός μας, όταν είπε ότι· «η ψυχή πλείόν εστι της τροφής» (Ματθαίου στ΄, 25). Δηλαδή, η ψυχή έχει μεγαλύτερη αξία από την τροφή.

Ο απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Φιλιππησίους αναφέρεται στους εχθρούς του σταυρού του Χριστού και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνει και αυτούς που θεός τους είναι η κοιλία τους· «ων ο θεός η κοιλία» (Προς Φιλιππησίους γ΄, 19). Είναι αυτοί οι οποίοι δεν απομακρύνθηκαν από το ζωώδες επίπεδο της ζωής και είναι πρόθυμοι να «φαυλίσουν (πουλήσουν) τα πρωτοτόκιά» τους, όπως ο Ησαύ τα πούλησε αντί «άρτου και εψήματος φακού» (Γενέσεως κε΄, 34).

 

3. Ο τρόπος αποκτήσεως της τροφής

Ο βιολογικός και ηθικός νόμος της εργασίας είναι συνδεδεμένος από τον Θεό με την απόκτησι των αγαθών που ο άνθρωπος έχει ανάγκη για την συντήρησί του. Η εργασία αυτή καθ’ εαυτήν δεν είναι κατάρα, αλλά ευλογία από τον Θεό. Ελαβε, αναφέρει η Γραφή, «Κύριος ο Θεός τον άνθρωπο και τον έβαλε μέσα στον κήπο της Εδέμ για να τον καλλιεργεί και να τον προσέχει. Του έδωσε αυτή την εντολή· «απ’ όλα τα δένδρα του κήπου μπορείς να τρώγεις. Από το δένδρο όμως της γνώσεως του καλού και του κακού να μη φάγεις· γιατί την ίδια ημέρα που θα φάγεις απ’ αυτό, εξάπαντος θα πεθάνεις» (Γενέσεως β΄, 15-17).

Η εργασία όμως που δεν ικανοποιεί, ο ιδρώτας που δεν χορταίνει, το ημερομίσθιο που δεν ανταμείβει τον κόπο, είναι το αποτέλεσμα της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτωλή ζωή και των συνεπειών της. Οσα επακολούθησαν μετά την παράβασι της Θείας εντολής τα επιβεβαιώνουν ή μάλλον τα προφητεύουν τα λόγια του Θεού· «είπε ο Θεός στον Αδάμ· επειδή άκουσες την συμβουλή της γυναικός σου και έφαγες από το δένδρο από το οποίο σε είχα διατάξει να μη φάγεις, καταραμένη θα είναι η γη εξαιτίας σου. Με μόχθο θα την καλλιεργείς σε όλη σου την ζωή. Αγκάθια και τριβόλια θα σου βλαστάνει και θα τρώγεις το χορτάρι του αγρού. Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρώγεις το ψωμί σου, ώσπου να ξαναγυρίσεις στην γη από την οποία προήλθες, γιατί χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις» (Γενέσεως γ΄, 17-19).

Ο απόστολος Παύλος δηλώνει ότι εκτιμά πολύ ο άνθρωπος να εξασφαλίζει τα προς ζωάρκεια εργαζόμενος. Γι’ αυτό μάς συνιστά «να εργάζεσθε με τα ίδια σας τα χέρια, σύμφωνα με τις οδηγίες και τις εντολές που σας δώσαμε, για να συμπεριφέρεσθε έτσι όπως ταιριάζει στους χριστιανούς με αξιοπρέπεια και ευγένεια προς τους έξω της Εκκλησίας, και να μην έχετε ανάγκη από τίποτε, αλλά με την εργασία σας να επαρκείστε στον εαυτό σας» (Προς Θεσσαλονικείς Α΄δ΄, 11-12). Και προτρέπει· «όταν ήμασταν κοντά σας, αυτό σας παραγγέλλαμε· Οποιος δεν θέλει να εργάζεται, αυτός να μην τρώγει κιόλας. Γιατί μαθαίνουμε ότι μερικοί από σας είναι αργόσχολοι, δηλαδή δεν εργάζονται, αλλά περιεργάζονται τους άλλους. Σ’ αυτούς παραγγέλλουμε και τους παρακαλούμε, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να ηρεμήσουν και να εργάζονται κανονικά, για να κερδίσουν το ψωμί τους» (Προς Θεσσαλονικείς Β΄, γ΄, 10-12).