Των Γεωργίου Ι. Ανδρουτσόπουλου, διδάκτορα Νομικής -­ Δικηγόρου, Λέκτορα Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και Βασιλείου Κ. Μάρκου, διδάκτορα Νομικής

 

Τον Απρίλιο 2013 τίθεται σε διαβούλευση σχέδιο νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης υπό τον Αντ. Ρουπακιώτη, με τον τίτλο «Ενέχυρο - ποινική συνδιαλλαγή […] και άλλες διατάξεις». Στις τελευταίες περιλαμβάνεται και το ακροτελεύτιο άρθρο 58, που τιτλοφορείται «Επιλογή τύπου και τόπου ταφής». Σύμφωνα με αυτό, η επιλογή του τύπου κηδείας, του τόπου ταφής ή της διαδικασίας αποτεφρώσεως αντί της ταφής είναι δικαίωμα του προσώπου. Περαιτέρω ορίζεται ότι κάθε φυσικό πρόσωπο, εφ’ όσον το επιθυμεί, μπορεί ελεύθερα με ρητή συμβολαιογραφική δήλωσή του να ορίσει τον τύπο της τελετής της κηδείας του και τον τόπο ταφής του. Η τήρηση του εν λόγω τύπου και η μη αντίθεση της επιθυμίας του θανόντος στους κανόνες δημόσιας τάξης, υγιεινής και χρηστών ηθών έχουν ως έννομη συνέπεια την υποχρέωση των αρμοδίων, που επιμελούνται της ταφής του νεκρού, να συμμορφωθούν άνευ ετέρου με τη συγκεκριμένη δήλωση. Τελικώς η ρύθμιση δεν εισήχθη στη Βουλή προς ψήφιση…

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο 2014, σε νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών, υπό τον Γ. Μιχελάκη, με αντικείμενο την προσαρμογή της νομοθεσίας (Ν. 344/76) στον νέο τρόπο καταρτίσεως των ληξιαρχικών πράξεων, επαναλαμβάνεται η ως άνω ρύθμιση με την εξής διαφοροποίηση: από τον τίτλο του οικείου άρθρου (19), το οποίο επιγράφεται πλέον «Επιλογή τόπου ενταφιασμού», έχει απαλειφθεί η φράση «επιλογή τύπου ταφής», δίνοντας την εντύπωση ότι αντικείμενο της ρυθμίσεως αποτελεί πλέον μόνον η επιλογή του τόπου ενταφιασμού, η οποία συνιστά, κατά την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, «ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος στην προσωπικότητα, το οποίο πρέπει να γίνει σεβαστό». Ομοίως και από την πρώτη παράγραφο του άρθρου είχαν αποσβηστεί τόσο ο τύπος κηδείας όσο και η επιλογή της αποτεφρώσεως, ενώ παρέμενε μόνον η αναφορά στον τόπο ταφής ως δικαίωμα του προσώπου. Ωστόσο, απλή επισκόπηση της προτεινόμενης διατάξεως, και υπό τη νέα εκδοχή της, αποδεικνύει ότι στο ρυθμιστικό της πεδίο εξακολουθεί να παραμένει όχι μόνο η επιλογή του τόπου ενταφιασμού, αλλά «και του τύπου της τελετής της κηδείας»!

Εξίσου απρόσφορη αποδείχθηκε η συμπερίληψη της εν λόγω διατάξεως (άρθρο 48), με την ίδια νομοτεχνική διατύπωση, στο σχέδιο νόμου, το οποίο, ρυθμίζοντας ζητήματα των ΟΤΑ, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από τον τότε υπουργό Εσωτερικών Ν. Βούτση τον Ιούνιο 2015. Πλην όμως, η προκήρυξη δημοψηφίσματος για τις 5 Ιουλίου του ίδιου έτους ανέστειλε προσωρινώς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς…

 

Νέα νομοθέτηση

Μετά την παρέλευση μόλις εξαμήνου, επιχειρήθηκε, για τέταρτη (!) φορά μέσα στην τελευταία διετία, να νομοθετηθεί η ως άνω δυνατότητα του πολίτη να επιλέγει τον τύπο της τελετής της κηδείας του και τον τόπο του ενταφιασμού του. Συγκεκριμένα, στις 14 Δεκεμβρίου 2015 κατατίθεται στη Βουλή σχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας, με τίτλο «Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις», το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, το «παράλληλο κυβερνητικό πρόγραμμα»… Σε αυτές τις «άλλες διατάξεις» περιλαμβάνεται και άρθρο, κατά το οποίο καθένας μπορεί να επιλέξει τον «τύπο τελετής της κηδείας του και τον τόπο ενταφιασμού του» και η δήλωση αυτή είναι υποχρεωτική για όλα τα όργανα ή τις υπηρεσίες «που επιμελούνται της ταφής του νεκρού», ακόμη και αν εναντιωθούν συγγενείς οποιουδήποτε βαθμού, αρκεί να μην προσκρούει σε «κανόνες δημόσιας τάξης, υγιεινής ή στα χρηστά ήθη».

Παρά τις αντιδράσεις, ιδίως εκ μέρους της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η εν λόγω ρύθμιση, υπό τη μορφή της προσθήκης άρθρου 35Α στον Ν. 344/76, κατέστη τελικώς Νόμος του κράτους (άρθρο 15 Ν. 4368), ο οποίος, όλως προσφάτως, και δη στις 21 Φεβρουαρίου 2016 δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (τεύχος Α´/21).

 

Κηδεία και ενταφιασμός

Η δήλωση αυτή έχει δύο μέρη, το πρώτο αναφέρεται στον τύπο της τελετής της κηδείας, το δεύτερο στον τόπο ενταφιασμού του θανόντος. Ως προς το δεύτερο σκέλος της, τουλάχιστον, που αναφέρεται στον τόπο του ενταφιασμού, κρίνεται καταρχήν με θετικό τρόπο, καθόσον έρχεται να αναπληρώσει την ανισορροπία που δημιουργήθηκε από την τροποποίηση των άρθρων 34-35 Ν. 344/76, με τις διατάξεις του Ν. 4144/2013, σύμφωνα με τις οποίες ο τόπος ενταφιασμού σημειώνεται υποχρεωτικώς στη ληξιαρχική πράξη θανάτου, σύμφωνα με τη δήλωση, και κατ’ ουσίαν τη βούληση, του δηλούντος τον θάνατο στο ληξιαρχείο, ενώ πλέον αποτελεί ρητώς δικαίωμα του θανόντος να επιλέξει τον τόπο του ενταφιασμού του.

Μάλιστα, η πρόβλεψη με τη νέα αυτή ρύθμιση της ρητής δηλώσεως του θανόντος περί του τόπου ενταφιασμού του έρχεται να αναπληρώσει εμμέσως και ένα μεγάλο κενό που υπήρχε στην κείμενη νομοθεσία, και δη τη ρητή δήλωση του ίδιου του θανόντος περί της βουλήσεώς του να ενταφιαστεί. Οίκοθεν νοείται ότι αφού έχει πλέον την επιλογή να δηλώσει τον τόπο του ενταφιασμού του, έχει και το δικαίωμα να επιλέξει και τον ενταφιασμό αυτόν καθ’ εαυτόν ως τρόπο διαθέσεως της σορού του μετά θάνατον. Κατά τον τρόπο αυτόν προστατεύεται έναντι τυχόν καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των συγγενών του να επιλέξουν την αποτέφρωση, παρά την αντίθετη επιθυμία του, για την οποία όμως δεν προβλεπόταν μέχρι σήμερα από τη νομοθεσία, ρητώς και δεσμευτικώς, τρόπος εκφράσεώς της.

Ωστόσο, προβληματική καθίσταται η γενική αναφορά του νόμου στον τόπο του ενταφιασμού, καθόσον δεν προσδιορίζεται επαρκώς ποιος δύναται να είναι αυτός. Προτιμότερη θα κρινόταν η συγκεκριμένη αναφορά του νόμου στο ότι ο θανών μπορεί να επιλέξει στο κοιμητήριο ποιου τόπου επιθυμεί να ενταφιαστεί, διατύπωση που θα επέλυε οπωσδήποτε πολλές ερμηνευτικές δυσχέρειες και θα προσέδιδε τη δέουσα εννοιολογική οριοθέτηση της επιλογής του τόπου ταφής, ενόψει της ρήτρας περί κανόνων υγιεινής που περιλαμβάνει η επίμαχη διάταξη…

Όσον αφορά το σκέλος της επιλογής της κηδείας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση εμφανίζεται διπλά προβληματική· τόσο για λόγους μεθοδολογικούς όσο και, κυρίως, ουσιαστικούς. Στην πρώτη περίπτωση, η επιλογή του τύπου της κηδείας φαίνεται ότι νομοθετείται μάλλον από το παράθυρο, καθώς ούτε η ρουμπρίκα του οικείου άρθρου ούτε η Αιτιολογική του Έκθεση προϊδεάζουν για αυτό! Αν δεν πρόκειται για τη συνήθη προχειρότητα, έχουμε να κάνουμε με μία, τουλάχιστον περίεργη, μεθόδευση…

Όσον αφορά τους ουσιαστικούς λόγους, η ασάφεια της εν λόγω διατάξεως έχει δώσει πρόσφορο έδαφος για περισσότερες ερμηνευτικές εκδοχές, ως προς το ζήτημα περί του κατά πόσον πράγματι επιβάλει στην Ορθόδοξη Εκκλησία την υποχρέωση να τελέσει κατά το τυπικό της την τελετή της κηδείας, που έχει επιλέξει με βάση την, κατά τα ανωτέρω, συμβολαιογραφική δήλωση ο ίδιος ο θανών.

Ειδικότερα, πρώτη άποψη, με την οποία συντάσσεται και ο πρώτος των εδώ γραφόντων, αποδέχεται ότι η ψήφιση και θέση σε ισχύ του εν λόγω Νόμου μεταβάλλει ουσιωδώς τα δεδομένα και προσδίδει άλλη διάσταση στην εν λόγω ρύθμιση… Και τούτο, διότι πλέον κληρικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας θα υποχρεούται διά νόμου να τελέσει, παρά την αντίθετη απόφαση της τελευταίας, εξόδιο ακολουθία και σε κάποιον που, μολονότι αποφάσισε κατά νόμο την αποτέφρωσή του, επέλεξε συγχρόνως, καθότι είχε επίσης νόμιμο δικαίωμα, τον θρησκευτικό τύπο τελετής της κηδείας του…

Κατά την άποψη αυτήν, η αόριστη αναφορά του νόμου σε «όργανα και υπηρεσίες που επιμελούνται της ταφής» περιλαμβάνει και τους ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου μπορεί να αναφέρεται αποκλειστικώς στον τύπο της κηδείας, χωρίς να περιλαμβάνει και δήλωση περί του τόπου του ενταφιασμού του ή ακόμη θα μπορούσε και να περιλαμβάνει ρητή δήλωση περί αποτεφρώσεώς του.

 

Η αόριστη διατύπωση

Άλλη άποψη, την οποία υποστηρίζει ο έτερος συγγραφέας του παρόντος, υποστηρίζει ότι η αναφορά του νόμου στη δήλωση αυτή πρέπει να νοηθεί ως ενιαίο σύνολο με τη δήλωση του τόπου ενταφιασμού, και ως εκ τούτου περιορίζεται μόνον στον ενταφιασμό και δεν επεκτείνεται στην αποτέφρωση. Περαιτέρω, ως «όργανα και υπηρεσίες που επιμελούνται της ταφής» δεν μπορεί να νοηθούν και οι ιερείς, που είναι βεβαίως, πρωτίστως, θρησκευτικοί λειτουργοί. Το κρισιμότερο όλων, όμως, είναι ότι εάν η δήλωση αυτή θεωρηθεί ως δεσμευτική και για τους ιερείς ως «οργάνων» που επιμελούνται της ταφής, τότε το ζήτημα αποκτά ακόμη ευρύτερες διαστάσεις και δεν περιορίζεται μόνον στην αποτέφρωση, καθόσον η Ορθόδοξη Εκκλησία υποχρεούται εκ του νόμου, βάσει της οικείας δηλώσεως του θανόντος, να τελέσει εκκλησιαστική κήδευση, ακόμη και για αλλοδόξους ή αλλοθρήσκους, που τυχόν θα ζητήσουν τούτο, χωρίς να δύναται να αρνηθεί, κάτι το οποίο θα ήταν καταφανώς αντισυνταγματικό…

Κοινός τόπος και των δύο συγγραφέων του παρόντος άρθρου αποτελεί, πάντως, ότι είναι αδιανόητο να επιβάλει ο νομοθέτης διά νόμου στην Ορθόδοξη Εκκλησία τον τρόπο αντιμετωπίσεως όσων εκ των μελών της επιλέξουν, παρά την αντίθετη παράδοση και πρακτική της, αντί της ταφής, την καύση. Είναι προφανές ότι η ρύθμιση αυτή προσβάλλει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 13) και ακριβέστερα την αυτοδιοίκηση της «επικρατούσας», εν προκειμένω, Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτονόητη προϋπόθεση της οποίας είναι η εξασφάλιση και ο σεβασμός του κύρους και της ισχύος του εσωτερικού, «κανονικού» της δικαίου.

Κοινός τόπος και των δύο συγγραφέων του παρόντος άρθρου αποτελεί, πάντως, ότι είναι αδιανόητο να επιβάλει ο νομοθέτης διά νόμου στην Ορθόδοξη Εκκλησία τον τρόπο αντιμετωπίσεως όσων εκ των μελών της επιλέξουν, παρά την αντίθετη παράδοση και πρακτική της, αντί της ταφής, την καύση

Κατά λογική ακολουθία, δεν επιτρέπεται στην Πολιτεία να υποχρεώσει την Εκκλησία να αποδεχθεί στους κόλπους της ορισμένο πρόσωπο, στην περίπτωση που οι επιλογές του τελευταίου αμφισβητούν τις αρχές και τη διδασκαλία της. Έτσι, είναι αδιανόητη η απαίτηση από την Εκκλησία να ευλογεί την τέφρα των πολιτών που επέλεξαν αυτόν τον τρόπο για τη μετά θάνατο διάθεση του σώματός τους, εφόσον θεωρεί, δικαίως ή αδίκως αδιάφορο, ότι είναι αντίθετο στη διδασκαλία της.

Εξάλλου, το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως της σορού μετά θάνατον απορρέει από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το οποίο θέτει και τον περιορισμό να μην προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Συνεπώς, ναι μεν καθένας, ανεξαρτήτως των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, έχει δικαίωμα να επιλέξει την αποτέφρωση, πλην όμως την επιλογή του αυτή δεν μπορεί να επιβάλει σε κανέναν άλλο, και δη στη θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκει...

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η μόνη συνταγματικώς ανεκτή ερμηνεία της εν λόγω νέας διατάξεως περί του τύπου της τελετής κηδείας είναι ότι ο θανών μπορεί να επιλέξει ελευθέρως τον τύπο της πολιτικής κηδείας και η απόφασή του αυτή θα υπερισχύσει κάθε τυχόν αντίθετης βουλήσεως των συγγενών του. Εφόσον, όμως, επιλέξει τη θρησκευτική κηδεία, η απόφασή του αυτή τελεί αυτονοήτως υπό την αίρεση ότι η οικεία θρησκευτική κοινότητα αποδέχεται να την προσφέρει σε αυτόν, χωρίς όμως και να υποχρεούται προς τούτο. Ευκταία ασφαλώς θα ήταν μία διευκρίνιση του νόμου προς αυτήν την κατεύθυνση…